Η αγορά των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στη χώρα μας έχει εισέλθει σε μια νέα, πιο σύνθετη πραγματικότητα. Οι ΑΠΕ καλύπτουν πλέον ένα ιδιαίτερα σημαντικό ποσοστό της ηλεκτροπαραγωγής — για παράδειγμα σήμερα φτάνουν το 57% — γεγονός που έχει συμβάλει καθοριστικά στη διαμόρφωση χαμηλών χονδρεμπορικών τιμών ηλεκτρικής ενέργειας σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Το φαινόμενο αυτό είναι ακόμη πιο έντονο στην τρέχουσα συγκυρία, λόγω των γεωπολιτικών εξελίξεων και ειδικότερα του πολέμου στη Μέση Ανατολή, με τη χώρα να εμφανίζεται ταυτόχρονα και ως εξαγωγική δύναμη στον τομέα της ενέργειας.
Παρά τη θετική αυτή εικόνα, αναδεικνύονται σημαντικές προκλήσεις που επηρεάζουν τη βιωσιμότητα της αγοράς. Το βασικότερο ζήτημα είναι ότι η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας δεν αυξάνεται με τον ίδιο ρυθμό με τον οποίο ενισχύεται η παραγωγή από ΑΠΕ. Ως αποτέλεσμα, μεγάλες ποσότητες παραγόμενης ενέργειας δεν μπορούν να απορροφηθούν από το σύστημα σε καθημερινή βάση. Αυτό οδηγεί σε εκτεταμένες περικοπές παραγωγής, οι οποίες επιβαρύνουν την αποδοτικότητα των επενδύσεων.
Την ίδια στιγμή, ο κρίσιμος τομέας της αποθήκευσης ενέργειας προχωρά με αργούς ρυθμούς. Οι τράπεζες εμφανίζονται επιφυλακτικές ως προς τη χρηματοδότηση έργων αποθήκευσης, καθώς δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί ένα σαφές πλαίσιο που να καθορίζει τον τρόπο πληρωμών. Η αβεβαιότητα αυτή λειτουργεί ανασταλτικά για την ανάπτυξη των σχετικών υποδομών.
Επιπλέον, σύμφωνα με πηγές της αγοράς, εκφράζεται έντονος προβληματισμός σχετικά με την πραγματική συμβολή των συστημάτων αποθήκευσης. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, «υπάρχει φόβος μήπως η επίδραση των μπαταριών είναι μικρότερη από εκείνη που αναμένεται». Με άλλα λόγια, ενώ η συνεχής προσθήκη νέων μονάδων ΑΠΕ αυξάνει τις περικοπές, τα έργα αποθήκευσης καλούνται να λειτουργήσουν ως μηχανισμός εξισορρόπησης του συστήματος. Το κατά πόσο θα επιτύχουν τον στόχο αυτό αναμένεται να φανεί στο άμεσο μέλλον, όταν τα πρώτα έργα αρχίσουν να τίθενται σε λειτουργία και να «ηλεκτρίζονται».
Πώς αντιδρά η αγορά
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η αγορά εμφανίζει σημάδια επιβράδυνσης όσον αφορά την ανάπτυξη νέων έργων. Παρατηρείται μια σαφής τάση συγκράτησης για την υλοποίηση νέων project, καθώς οι επενδυτές επαναξιολογούν τα δεδομένα και τους κινδύνους.
Για τον λόγο αυτό, πολλοί από τους βασικούς «παίκτες» του κλάδου στρέφονται σε εξαγορές έργων από μικρομεσαίους παραγωγούς. Η στρατηγική αυτή τους επιτρέπει να αποκτήσουν «ώριμα» έργα, τα οποία βρίσκονται ήδη σε προχωρημένο στάδιο ανάπτυξης, αποφεύγοντας έτσι τις χρονοβόρες και συχνά περίπλοκες αδειοδοτικές διαδικασίες.
Παράλληλα, αυξάνεται το ενδιαφέρον για επενδύσεις στον τομέα της αποθήκευσης, καθώς και για την ενσωμάτωση μπαταριών σε ήδη λειτουργούντα έργα ΑΠΕ. Οι κινήσεις αυτές αποσκοπούν στη βελτίωση της ευελιξίας και της αποδοτικότητας των εγκαταστάσεων.
Ως αποτέλεσμα των παραπάνω εξελίξεων, το τελευταίο διάστημα καταγράφεται — σύμφωνα με πληροφορίες της αγοράς — μείωση στα αιτήματα προς τη ΡΑΑΕΥ για την έκδοση αδειών παραγωγού. Η υποχώρηση αυτή αποδίδεται στα προβλήματα που ήδη έχουν επισημανθεί, όπως οι περικοπές, οι αρνητικές τιμές και η αβεβαιότητα γύρω από την αποθήκευση.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η τάση αυτή δεν είναι πρόσφατη, αλλά έχει ξεκινήσει ήδη από την προηγούμενη χρονιά, όταν τα φαινόμενα περικοπών και αρνητικών τιμών άρχισαν να εντείνονται. Την ίδια στιγμή, μεγάλος αριθμός έργων παραμένει σε εκκρεμότητα, αναμένοντας όρους σύνδεσης με το δίκτυο και σύμφωνα με πληροφορίες ξεπερνά τα 50GW. Όταν η αιχμή του συστήματος -κυρίως τους καλοκαιρινούς μήνες είναι περίπου τα 11GW.
Ενδεικτικό της κατάστασης είναι ότι τα έργα ΑΠΕ που βρίσκονται ήδη σε λειτουργία, σε συνδυασμό με εκείνα που έχουν εξασφαλίσει ηλεκτρικό χώρο μέσω της έγκρισης όρων σύνδεσης από τον ΔΕΔΔΗΕ και τον ΑΔΜΗΕ, ξεπερνούν συνολικά τα 30 GW, δημιουργώντας ένα ιδιαίτερα πιεσμένο περιβάλλον για το σύστημα.
Πώς εξελίσσονται οι περικοπές
Σύμφωνα με εκτιμήσεις παραγόντων της αγοράς, το φαινόμενο των περικοπών αναμένεται να κορυφωθεί κατά τους μήνες Απρίλιο και Μάιο. Κατά την περίοδο αυτή, η ηλιοφάνεια αυξάνεται σημαντικά, οδηγώντας σε υψηλότερη παραγωγή από φωτοβολταϊκά συστήματα, ενώ η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας παραμένει σχετικά χαμηλή.
Η αύξηση των περικοπών συνδέεται άμεσα με την ένταξη νέων έργων ΑΠΕ στο σύστημα, γεγονός που ενισχύει την ταυτόχρονη παραγωγή. Παράλληλα, οι ήπιες καιρικές συνθήκες περιορίζουν την ανάγκη για θέρμανση, μειώνοντας περαιτέρω την κατανάλωση ενέργειας.
Σύμφωνα με στοιχεία του Green Tank, «οι περικοπές από ΑΠΕ τον Ιανουάριο έφτασαν τις 5,9 GWh (ή 0,2% της παραγωγής ΑΠΕ), παραμένοντας πρακτικά στάσιμες σε σχέση με τον Δεκέμβριο (4,2 GWh ή 0,2% της παραγωγής ΑΠΕ). Ωστόσο, ήταν σχεδόν πενταπλάσιες σε σχέση με τον περσινό Ιανουάριο (1,3 GWh ή 0,07% της παραγωγής ΑΠΕ)».
Επιπλέον, όπως έχει ήδη επισημανθεί, μόνο κατά το πρώτο δίμηνο του 2026 οι περικοπές ανήλθαν σε 171 γιγαβατώρες, όταν το αντίστοιχο διάστημα του προηγούμενου έτους δεν ξεπερνούσαν τις 5 γιγαβατώρες. Το στοιχείο αυτό καταδεικνύει τη ραγδαία επιδείνωση του φαινομένου και ενισχύει την ανάγκη για άμεσες λύσεις εξισορρόπησης του συστήματος.
Διαβάστε ακόμη
