Ο εξηλεκτρισμός μπορεί να συμβάλει στην αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας, στη μείωση της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα και στην απελευθέρωση οικονομικών οφελών για την ευρωπαϊκή βιομηχανία. Σύμφωνα με παλαιότερη μελέτη που πραγματοποιήθηκε για λογαριασμό της Eurelectric, απαιτούνται εξατομικευμένες προσεγγίσεις για τους επιμέρους τομείς του κατασκευαστικού κλάδου.
Όπως έχει αναφέρει το Energygame, τα ευφυή δίκτυα αποτελούν το μεγάλο στοίχημα για την πολιτεία και συνολικά για την αγορά ενέργειας. Από τη μία πλευρά καλούνται να καλύψουν τις αυξημένες ανάγκες που θα δημιουργήσει ο εξηλεκτρισμός της οικονομίας, να ανταποκριθούν στη στοχαστικότητα των ΑΠΕ και να εξυπηρετήσουν τις νέες απαιτήσεις των καταναλωτών. Ανάμεσα στις προκλήσεις της νέας εποχής συγκαταλέγονται οι έξυπνοι μετρητές, η τηλεδιαχείριση των συστημάτων παραγωγής και το demand response.
Στον οικιακό τομέα, οι πάροχοι ενέργειας προσφέρουν ήδη συνδυαστικές λύσεις, όπως πακέτα ρεύματος και φυσικού αερίου ή ρεύματος και τηλεφωνίας. Ωστόσο, τα επόμενα χρόνια αναμένεται να αναδειχθούν ακόμη περισσότερες υπηρεσίες σχετικές με την εξοικονόμηση ενέργειας, τη διαχείριση συσκευών, τους έξυπνους μετρητές και την αυτοπαραγωγή.
Στελέχη της αγοράς επισημαίνουν στο Energygame ότι η επέκταση, καθώς και η ανανέωση των δικτύων, αποτελεί στοίχημα για το μέλλον και θα απαιτηθούν σημαντικές επενδύσεις. Πρόκληση αποτελεί τόσο η ψηφιοποίηση του δικτύου όσο και η συνεχής αύξηση του βαθμού απόδοσης των συστημάτων. Στο πλαίσιο αυτό, τρία στελέχη της αγοράς απαντούν πώς μπορεί να επιτευχθεί ο στόχος της εξοικονόμησης ενέργειας στα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις και ποιες είναι οι προκλήσεις σε σχέση με την ψηφιοποίηση του δικτύου.
1.Δήμος Σαπίδης, Head of Smart Infrastructure της Siemens Greece
Ο εξηλεκτρισμός θεωρείται ευρέως ως ο πιο εφικτός τρόπος για την απανθρακοποίηση των ενεργειακών συστημάτων. Ωστόσο, η πρόοδος θα εξαρτηθεί από την ανάπτυξη συστημάτων μεταφοράς και διανομής που θα μπορούν να διαχειριστούν τόσο τη μεγαλύτερη ζήτηση όσο και τη νέα δυναμική του ενεργειακού συστήματος.
Η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας αναμένεται να διπλασιαστεί και η μέγιστη ζήτηση να τριπλασιαστεί με την ώθηση του εξηλεκτρισμού. Επομένως, θα χρειαστεί να επεκτείνουμε την παραγωγή ανανεώσιμης ενέργειας, αλλά και να ενισχύσουμε, να επεκτείνουμε και να αναβαθμίσουμε την υποδομή του δικτύου μεταφοράς και διανομής. Για να κατανοήσουμε το μέγεθος της πρόκλησης, αρκεί να θυμηθούμε ότι κατά την επόμενη δεκαετία θα πρέπει να προσθέσουμε ξανά την ίδια χωρητικότητα που μας πήρε έναν αιώνα να δημιουργήσουμε. Και ο χρόνος δεν είναι με το μέρος μας, καθώς τα έργα μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας έχουν καταστεί εξαιρετικά δύσκολα στην υλοποίησή τους.
Η υποδομή του δικτύου κινδυνεύει να καταστεί εμπόδιο στην ενεργειακή μετάβαση και μπορεί ακόμη και να υπονομεύσει την προσπάθεια για απανθρακοποίηση. Η επιτάχυνση της επέκτασης και της ανανέωσης του δικτύου θα απαιτήσει σημαντικές επενδύσεις σε τεχνολογία κατά τις επόμενες δεκαετίες. Παράλληλα, είναι ζωτικής σημασίας να αξιοποιηθούν έξυπνες ψηφιακές λύσεις για τη μείωση του κόστους, τη βελτίωση της αποδοτικότητας και της χωρητικότητας του δικτύου, καθώς και για την απόκτηση ευελιξίας στη μετατόπιση των φορτίων σε περιόδους επαρκούς διαθεσιμότητας ανανεώσιμης ενέργειας.
Η προσπάθεια απανθρακοποίησης στις βιομηχανικές οικονομίες έχει επικεντρωθεί κυρίως στον εξηλεκτρισμό των μεταφορών, της βιομηχανίας και των κτιρίων. Σημειώνεται ότι, ενώ η βιομηχανία και οι μεταφορές θα αποτελέσουν τους βασικούς παράγοντες αύξησης της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας τις επόμενες δεκαετίες, τα πλήρως ηλεκτροδοτούμενα κτίρια δεν θα απαιτούν σημαντικά περισσότερη ενέργεια, λόγω της βελτιωμένης απόδοσης λύσεων όπως οι αντλίες θερμότητας.
Κρίσιμες υποδομές, όπως λιμάνια, αεροδρόμια, κέντρα δεδομένων και άλλες παρόμοιες εγκαταστάσεις, θα απαιτήσουν πλήρη ηλεκτροδότηση για να καταστούν ουδέτερες ως προς τις εκπομπές άνθρακα, αξιοποιώντας την επιτόπια παραγωγή ανανεώσιμης ενέργειας – κάτι που σχεδόν ποτέ δεν θα είναι εφικτό ως αυτόνομη λύση. Το δίκτυο θα πρέπει να υποστηρίξει και να παρέχει το μεγαλύτερο μέρος της πρόσθετης ηλεκτρικής ενέργειας, γεγονός που πρέπει να ληφθεί υπόψη στον σχεδιασμό των μελλοντικών αναγκών.
Οι επενδύσεις στα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας είναι κρίσιμες όχι μόνο για την επίτευξη των εθνικών ενεργειακών στόχων, αλλά και για την εξοικονόμηση ενέργειας για καταναλωτές και τελικούς χρήστες. Μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις για τα δίκτυα διανομής είναι η περιορισμένη ψηφιακή διαχείριση, πρόβλημα που επιδεινώνεται από την ταχεία αύξηση των ενεργειακών πόρων πίσω από τους μετρητές, όπως τα φωτοβολταϊκά και τα ηλεκτρικά οχήματα.
Η έλλειψη αυτή περιορίζει την ικανότητα των διαχειριστών δικτύων να παρακολουθούν, να προβλέπουν και να διαχειρίζονται αποτελεσματικά τις ροές ηλεκτρικής ενέργειας. Σε αυτό το σημείο, οι ψηφιακές τεχνολογίες έρχονται να αλλάξουν το τοπίο. Το δίκτυο καθίσταται τόσο περίπλοκο που το λογισμικό δεν είναι απλώς χρήσιμο, αλλά απολύτως απαραίτητο, λειτουργώντας ως το «νευρικό σύστημα» ολόκληρου του ενεργειακού συστήματος. Σε συνδυασμό με αναδυόμενες τεχνολογίες, όπως η τεχνητή νοημοσύνη και τα ψηφιακά δίδυμα, το λογισμικό μπορεί να συμβάλει στην αντιμετώπιση της πολυπλοκότητας και στη μεγιστοποίηση της αξίας της υφιστάμενης υποδομής. Ενδεικτικά, τα δεδομένα των έξυπνων μετρητών μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη δημιουργία ψηφιακού διδύμου του δικτύου, επιτρέποντας στις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας να προβλέπουν ροές ενέργειας, να εντοπίζουν κινδύνους και να αξιολογούν αιτήσεις σύνδεσης με ευελιξία και ταχύτητα.
2. Ρένος Ελευθεριάδης, Commercial Solution Sales Manager στη Mitsubishi Electric Europe B.V.
Για τους κατασκευαστές συστημάτων ψύξης και θέρμανσης, η ηλεκτρική ενέργεια αποτελεί τη βασική μορφή ενέργειας. Οι ευρωπαϊκοί κανονισμοί έχουν θέσει ξεκάθαρο χρονοδιάγραμμα για την κατάργηση της χρήσης ορυκτών καυσίμων, καθιστώντας τις αντλίες θερμότητας τη βασική λύση. Επομένως, ο εξηλεκτρισμός δεν αποτελεί επιλογή, αλλά νομοθετημένη πραγματικότητα.
Οι προκλήσεις για τους κατασκευαστές είναι πολλές και διαφοροποιούνται μεταξύ οικιακού και βιομηχανικού τομέα. Η σημαντικότερη πρόκληση είναι η συνεχής αύξηση του βαθμού απόδοσης των συστημάτων. Ωστόσο, η ενεργειακή απόδοση δεν είναι η μοναδική πρόκληση, καθώς οι κατασκευαστές καλούνται να εναρμονιστούν και με νέες, αυστηρές νομοθεσίες, όπως ο περιορισμός των φθοριούχων αερίων (F-Gas).
Οι οικιακοί χρήστες χρειάζεται να εκπαιδευτούν στην ορθή επιλογή και χρήση των συστημάτων, σύμφωνα με τις πραγματικές τους ανάγκες. Από την πλευρά των κατασκευαστών, αναπτύσσονται διαρκώς νέες τεχνολογίες που προσφέρουν «έξυπνες» λειτουργίες, με στόχο τη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας και τη βελτιστοποίηση της λειτουργίας. Ενδεικτικά, όταν η τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας είναι χαμηλότερη ή όταν υπάρχει τοπική παραγωγή, το σύστημα μπορεί να αποθηκεύει ενέργεια για μελλοντική χρήση, όπως η παραγωγή ζεστού νερού χρήσης.
Στον βιομηχανικό τομέα, οι προκλήσεις είναι ακόμη μεγαλύτερες, καθώς οι απαιτήσεις για ακραίες θερμοκρασίες στις παραγωγικές διαδικασίες, σε συνδυασμό με την ανάγκη απρόσκοπτης και συνεχούς λειτουργίας, θέτουν υψηλές απαιτήσεις. Τα συστήματα οφείλουν να είναι όχι μόνο ιδιαίτερα αποδοτικά, αλλά και υψηλής ανθεκτικότητας, με εξειδικευμένη τεχνική υποστήριξη από τους κατασκευαστές. Η διασύνδεση και η αλληλεπίδραση των συστημάτων μπορούν να αποφέρουν σημαντικά οφέλη για τους βιομηχανικούς πελάτες, με βασική προϋπόθεση τη σωστή αποτύπωση και παρακολούθηση της ενεργειακής κατανάλωσης.
Ο εξηλεκτρισμός, ωστόσο, προϋποθέτει την παράλληλη ανάπτυξη των υποδομών παραγωγής και μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Δυστυχώς, τα δίκτυα δεν έχουν αναπτυχθεί με τον απαιτούμενο ρυθμό, τη στιγμή που ο εξηλεκτρισμός τόσο στον κλιματισμό όσο και στην αυτοκίνηση αυξάνεται με ιδιαίτερα γρήγορους ρυθμούς.
3. Διονύσης Ποτουρίδης, Services Director της Schneider Electric σε Ελλάδα, Κύπρο και Μάλτα
Ο εξηλεκτρισμός της οικονομίας συμβαδίζει με τους φιλόδοξους στόχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης για κλιματική ουδετερότητα. Μέσω του πακέτου Fit for 55, τα κράτη-μέλη καλούνται να μειώσουν τη συνολική κατανάλωση ενέργειας κατά τουλάχιστον 11,7% έως το 2030 σε σύγκριση με τις προβλέψεις αναφοράς, με την ετήσια εξοικονόμηση ενέργειας να αυξάνεται σταδιακά έως και 1,9% ετησίως. Παράλληλα, από το 2030 τα νέα κτίρια θα πρέπει να έχουν μηδενικές εκπομπές (ενεργειακά ουδέτερα) και να ενσωματώνουν Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, όπως η ηλιακή ενέργεια.
Στην Ελλάδα, η ενεργειακή μετάβαση προχωρά με αυξημένο μερίδιο ΑΠΕ στο ηλεκτρικό μείγμα, το οποίο πλέον υπερβαίνει τον μέσο ευρωπαϊκό όρο. Η χώρα έχει καταγράψει σημαντικά ποσοστά φωτοβολταϊκής παραγωγής και θέτει φιλόδοξους στόχους για την αύξηση της εγκατεστημένης ισχύος έως το 2030. Παράλληλα, η εφαρμογή του Εθνικού Σχεδίου για την Ενέργεια και το Κλίμα περιγράφει μέτρα για την ενίσχυση της ενεργειακής αποδοτικότητας και τη μείωση της εξάρτησης από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα.
Η Schneider Electric ηγείται στον τομέα της ψηφιοποίησης. Τα έξυπνα συστήματα ενεργειακής διαχείρισης για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, από έξυπνους μετρητές έως πλατφόρμες παρακολούθησης κατανάλωσης, αποτελούν κεντρικά εργαλεία για τη μετατροπή της ενεργειακής απόδοσης σε απτό οικονομικό όφελος. Παράλληλα, η πρόκληση εντοπίζεται στην αρχική επένδυση, στη διαθεσιμότητα χρηματοδοτήσεων για μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις και στην ανάγκη ευρύτερης ενημέρωσης των πολιτών, ώστε η πράσινη μετάβαση να αποτελέσει ευκαιρία ανάπτυξης και όχι επιβάρυνση.
Διαβάστε ακόμη
