Η εκρηκτική άνοδος του ενεργειακού κόστους έχει μετατραπεί σε έναν από τους βασικότερους παράγοντες πίεσης για τον πρωτογενή τομέα, συμπιέζοντας το αγροτικό εισόδημα και αυξάνοντας το κόστος παραγωγής. Στο πλαίσιο της αναζήτησης λύσεων, τα αγροβολταϊκά επανέρχονται στο προσκήνιο ως εργαλείο που θα μπορούσε να προσφέρει ενεργειακή ανάσα στους αγρότες, συνδυάζοντας την παραγωγή τροφίμων με την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Αγροτικών Φωτοβολταϊκών (ΠΣΑΦ), το θεσμικό πλαίσιο που έχει θεσμοθετηθεί και τίθεται σε εφαρμογή αφήνει κρίσιμα ζητήματα ανοιχτά και κινδυνεύει να ακυρώσει στην πράξη τη χρησιμότητά τους.
Όπως υπογραμμίζει ο πρόεδρος του ΠΣΑΦ και του Πανελλήνιου Συνδέσμου Αγροτικών Θεμάτων (ΠΣΑΘ), Κώστας Σπανούλης, το πλαίσιο αυτό βασίστηκε σε πρόταση που κατατέθηκε για πρώτη φορά από τον ίδιο τον Σύνδεσμο το 2018 και, μετά από χρόνια καθυστερήσεων, επανακατατέθηκε επίσημα μαζί με μία πλήρη μελέτη 135 σελίδων σε συνεργασία με την Τράπεζα Πειραιώς. «Το Υπουργείο αποδέχθηκε περίπου το 95% της μελέτης», σημειώνει ο κ. Σπανούλης, «όμως το κρίσιμο 5% που αφαιρέθηκε περιλαμβάνει τα τρία πιο ουσιαστικά σημεία. Με αποτέλεσμα, τα αγροφωτοβολταϊκά, όπως διαμορφώνεται σήμερα το πλαίσιο, να είναι στην πράξη μη εφαρμόσιμα για τον αγρότη».
Από 1η Φεβρουαρίου οι αιτήσεις στον ΔΕΔΔΗΕ
Από την 1η Φεβρουαρίου ανοίγει η διαδικασία υποβολής αιτήσεων προς τον ΔΕΔΔΗΕ για έργα αγροφωτοβολταϊκών. Πρόκειται για το πρώτο πρακτικό βήμα εφαρμογής του πλαισίου, καθώς από εκείνη την ημερομηνία οι αγρότες θα μπορούν να καταθέτουν φακέλους ζητώντας όρους σύνδεσης στο δίκτυο διανομής.
Ωστόσο, σύμφωνα με τον ΠΣΑΦ, το άνοιγμα των αιτήσεων δεν συνοδεύεται από καμία διασφάλιση ότι οι αιτήσεις αυτές θα οδηγήσουν σε πραγματικά υλοποιήσιμα έργα. Ο αγρότης καλείται να πληρώσει μελέτες και να καταθέσει φάκελο, χωρίς να γνωρίζει αν και πότε θα λάβει όρους σύνδεσης. Στην πράξη, ο φάκελος μπορεί να παραμείνει σε εκκρεμότητα για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα.
Ο βασικός λόγος είναι ο κορεσμός του δικτύου. Όπως εξηγεί ο κ. Σπανούλης, το υφιστάμενο δίκτυο έχει φτάσει στα λειτουργικά του όρια σε πολλές περιοχές, εξαιτίας της ένταξης μεγάλων φωτοβολταϊκών έργων. Μάλιστα, όπως επισημαίνει, τυχόν αναβαθμίσεις που προγραμματίζονται γίνονται για να εξυπηρετήσουν αυτά τα μεγάλα έργα και όχι τις μικρές, αγροτικές εγκαταστάσεις.
Ακόμη μεγαλύτερη ανησυχία προκαλεί το ενδεχόμενο να δοθούν όροι σύνδεσης με περιορισμούς στην έγχυση ενέργειας. Σε αυτή την περίπτωση, το αγροφωτοβολταϊκό σύστημα θα μπορεί να διοχετεύει ρεύμα στο δίκτυο μόνο όταν υπάρχει διαθέσιμος χώρος, δηλαδή όταν το δίκτυο «το χρειάζεται».
Ο πρόεδρος του ΠΣΑΦ υπενθυμίζει ότι κάτι αντίστοιχο έχει ήδη συμβεί στο παρελθόν, με ιδιαίτερα αρνητικές συνέπειες. Κτηνοτρόφοι που εγκατέστησαν μικρά φωτοβολταϊκά σε στέγες, κυρίως για λόγους υγιεινής και λειτουργίας των μονάδων τους, βρέθηκαν αντιμέτωποι με μηδενική ή ελάχιστη απορρόφηση της παραγόμενης ενέργειας. Το αποτέλεσμα ήταν έργα που δεν απέδωσαν ποτέ οικονομικά.
Το κόστος κατασκευής και η ανάγκη επιδότησης
Ένα δεύτερο κρίσιμο σημείο που, σύμφωνα με τον Σύνδεσμο, αγνοείται από το νέο πλαίσιο είναι το κόστος κατασκευής. Λόγω του αυξημένου ύψους των κατασκευών – από 2,10 έως και 5 μέτρα – το κόστος των αγροβολταϊκών είναι αυξημένο κατά 30% έως 40% σε σχέση με τα συμβατικά φωτοβολταϊκά πάρκα
Στο πλαίσιο αυτό υπογραμμίζει ότι χωρίς ισχυρή επιδότηση, τα έργα αυτά δεν είναι βιώσιμα. Πιο αναλυτικά, ο κ. Σπανούλης υποστηρίζει ότι για να μπορέσει ένας αγρότης να προχωρήσει σε τέτοια επένδυση, απαιτείται ενίσχυση της τάξης του 60% έως 70%, είτε μέσω του Αναπτυξιακού Νόμου είτε μέσω Σχεδίων Βελτίωσης. Διαφορετικά, το οικονομικό ρίσκο είναι δυσανάλογο με το προσδοκώμενο όφελος.
Η τιμή της κιλοβατώρας και το οικονομικό αδιέξοδο
Το τρίτο σημείο αφορά την τιμή πώλησης ή συμψηφισμού της παραγόμενης ενέργειας. Όπως σημειώνει ο πρόεδρος του ΠΣΑΦ, όταν ο αγρότης πληρώνει σήμερα ρεύμα 8 έως 9 λεπτά ανά κιλοβατώρα, δεν μπορεί να σταθεί οικονομικά ένα έργο που αμείβεται με 6,5 λεπτά. Με τα σημερινά δεδομένα, η απόσβεση ενός αγροφωτοβολταϊκού απαιτεί περίπου 12 χρόνια, ενώ ο εξοπλισμός χρειάζεται αντικατάσταση σε 7 έως 10 χρόνια. Παράλληλα, ο αγρότης πρέπει να διαθέτει ίδια κεφάλαια τουλάχιστον 20%. Το καθαρό ετήσιο όφελος, στο τέλος, δεν ξεπερνά τις 3.000 ευρώ, γεγονός που καθιστά την επένδυση επιστημονικά και χρηματοοικονομικά ασύμφορη.
Η γη υψηλής παραγωγικότητας
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει ο Σύνδεσμος στο ζήτημα της γης υψηλής παραγωγικότητας. Σύμφωνα με τον κ. Σπανούλη, τα αγροφωτοβολταϊκά είναι τα μόνα έργα που μπορούν να εγκατασταθούν σε τέτοιες εκτάσεις, καθώς η γη παραμένει σε πλήρη καλλιεργητική χρήση, προστατεύεται από ακραία καιρικά φαινόμενα και αποκτά προστιθέμενη αξία.
Παρά τα οφέλη αυτά, το νέο πλαίσιο δεν επιτρέπει την εγκατάσταση αγροφωτοβολταϊκών σε γη υψηλής παραγωγικότητας. Ο ΠΣΑΦ έχει καταγγείλει τη συγκεκριμένη ρύθμιση ως φωτογραφική, υποστηρίζοντας ότι ευνοεί περιορισμένο αριθμό μεγάλων εταιρειών.
Συνοψίζοντας, ο Κώστας Σπανούλης επισημαίνει ότι, αν δεν αλλάξουν βασικές παράμετροι του πλαισίου, από τον Φεβρουάριο και μετά θα κατατεθούν πολλές αιτήσεις, θα πληρωθούν μελέτες, αλλά δεν θα υπάρξουν αντίστοιχες συνδέσεις. Την ίδια στιγμή, μεγάλα έργα χιλιάδων στρεμμάτων συνεχίζουν να εντάσσονται στο δίκτυο, ενώ οι αγρότες δυσκολεύονται να εγκαταστήσουν ακόμη και ένα μικρό φωτοβολταϊκό 20 kW.
«Οι υποδομές του δικτύου έγιναν από τους αγρότες και για τους αγρότες», σημειώνει, προσθέτοντας ότι αυτές οι αδικίες είναι που οδηγούν τον κόσμο στα μπλόκα. «Αν δεν αλλάξει το πλαίσιο, δεν θα μιλάμε για αγροφωτοβολταϊκά, αλλά για ένα ακόμη χαμένο εργαλείο ανάπτυξης του πρωτογενούς τομέα».
Τι είναι τα αγροφωτοβολταϊκά και γιατί θεωρούνται λύση για τη γεωργία
Τα αγροφωτοβολταϊκά είναι συστήματα που συνδυάζουν τη γεωργική παραγωγή με την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από φωτοβολταϊκά, στην ίδια ακριβώς έκταση γης. Σε αντίθεση με τα κλασικά φωτοβολταϊκά πάρκα, όπου η γη ουσιαστικά παύει να καλλιεργείται, στα αγροφωτοβολταϊκά η γεωργική δραστηριότητα όχι μόνο συνεχίζεται, αλλά συχνά ενισχύεται.
Η βασική αρχή είναι απλή: τα φωτοβολταϊκά πάνελ τοποθετούνται σε μεγαλύτερο ύψος από το έδαφος ή σε αραιότερη διάταξη, ώστε κάτω και ανάμεσά τους να μπορούν να καλλιεργούνται φυτά ή να βόσκουν ζώα. Έτσι, η ίδια γη παράγει ταυτόχρονα τρόφιμα και ενέργεια, χωρίς να τίθεται ζήτημα ανταγωνισμού μεταξύ των δύο δραστηριοτήτων.
Πώς λειτουργεί στην πράξη ένα αγροφωτοβολταϊκό σύστημα
Τα αγροφωτοβολταϊκά προσαρμόζονται στις ανάγκες της κάθε εκμετάλλευσης. Τα πάνελ μπορεί να τοποθετηθούν σε ύψος από περίπου 2 έως και 5 μέτρα, επιτρέποντας τη διέλευση ανθρώπων, μηχανημάτων ή ζώων. Σε ορισμένες περιπτώσεις χρησιμοποιούνται κινητές βάσεις (trackers), που ακολουθούν την πορεία του ήλιου και επιτρέπουν καλύτερο έλεγχο της σκίασης.
Ο σχεδιασμός ξεκινά πάντα από την καλλιέργεια. Κάθε φυτό έχει διαφορετικές ανάγκες σε φως, θερμοκρασία και υγρασία. Για τον λόγο αυτό, προηγείται αγρονομική μελέτη, η οποία καθορίζει τόσο το ύψος όσο και την πυκνότητα των πάνελ, αλλά και τη διάταξή τους στο χωράφι.
Σημαντικό στοιχείο είναι ότι η μερική σκίαση δεν σημαίνει απαραίτητα λιγότερη παραγωγή. Αντίθετα, σε πολλές καλλιέργειες λειτουργεί προστατευτικά, δημιουργώντας ένα πιο ήπιο μικροκλίμα κάτω από τα πάνελ.
Από ενεργειακής πλευράς, ένα σωστά σχεδιασμένο αγροφωτοβολταϊκό μπορεί να καλύψει μεγάλο μέρος των αναγκών μιας αγροτικής εκμετάλλευσης σε ηλεκτρική ενέργεια. Η παραγόμενη ενέργεια μπορεί να χρησιμοποιείται επιτόπου για άρδευση, ψύξη, αποθήκευση ή κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, ενώ το πλεόνασμα διοχετεύεται στο δίκτυο.
Σε περιοχές με ασταθές δίκτυο ή υψηλό κόστος ρεύματος, αυτό μεταφράζεται σε αυξημένη ενεργειακή ασφάλεια. Σε διεθνείς μελέτες έχει αποδειχθεί ότι η τοπική παραγωγή ενέργειας μειώνει το συνολικό κόστος λειτουργίας των εκμεταλλεύσεων και περιορίζει τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, τα αγροφωτοβολταϊκά αναγνωρίζονται πλέον ως στρατηγικό εργαλείο. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή τα έχει εντάξει σε ευρύτερες πολιτικές για τη γεωργία και τα τρόφιμα, αναγνωρίζοντας ότι μπορούν να προσφέρουν πρόσθετο εισόδημα στους αγρότες, να ενισχύσουν τη βιωσιμότητα των εκμεταλλεύσεων και να αυξήσουν την ανθεκτικότητα απέναντι στην κλιματική αλλαγή.
Ενδεικτικά, εκτιμάται ότι αν μόλις το 1% της γεωργικής γης της ΕΕ αξιοποιούνταν για αγροφωτοβολταϊκά, θα μπορούσε να παραχθεί περισσότερη ισχύς από τον συνολικό στόχο φωτοβολταϊκών της Ένωσης για το 2030.
Τι δείχνουν οι διεθνείς μελέτες για τις αποδόσεις των καλλιεργειών
Τα τελευταία χρόνια έχουν πραγματοποιηθεί δεκάδες μελέτες σε Ευρώπη, Αμερική, Ασία και Αφρική, με ιδιαίτερα ενθαρρυντικά αποτελέσματα. Οργανισμοί όπως το National Renewable Energy Laboratory (NREL) στις ΗΠΑ, το American Farmland Trust και πανεπιστήμια στη Γερμανία, τη Γαλλία και την Ιταλία έχουν καταγράψει αύξηση αποδόσεων σε συγκεκριμένες καλλιέργειες, αλλά και σημαντική εξοικονόμηση νερού.
Η μερική σκίαση μειώνει το θερμικό στρες των φυτών, περιορίζει τα εγκαύματα από τον ήλιο και μειώνει την εξάτμιση του νερού από το έδαφος. Σε περιόδους καύσωνα, οι θερμοκρασίες κάτω από τα πάνελ είναι αισθητά χαμηλότερες, γεγονός που βοηθά τα φυτά να συνεχίσουν τη φωτοσύνθεση χωρίς σοκ.
Σε πειραματικά έργα έχουν καταγραφεί εντυπωσιακά αποτελέσματα, όπως διπλασιασμός της παραγωγής ντομάτας, αύξηση έως 60% στην απόδοση αμπελιών, αλλά και σημαντικά καλύτερη ποιότητα καρπού σε φυλλώδη λαχανικά. Παράλληλα, η σκίαση επιτρέπει σε ορισμένες καλλιέργειες να ξεκινούν νωρίτερα την καλλιεργητική περίοδο και να παρατείνουν τη συγκομιδή τους.
Ποιες καλλιέργειες είναι πιο κατάλληλες
Γενικά, οι καλλιέργειες που ευνοούνται περισσότερο είναι εκείνες που δεν απαιτούν πλήρη και έντονη ηλιοφάνεια όλη την ημέρα ή που υποφέρουν από υψηλές θερμοκρασίες. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν φυλλώδη λαχανικά όπως το μαρούλι και το σπανάκι, ριζώδη λαχανικά όπως τα καρότα και οι πατάτες, καθώς και ορισμένα όσπρια.
Ιδιαίτερα καλά αποτελέσματα έχουν καταγραφεί σε ντομάτες, πιπεριές, μελιτζάνες και κολοκύθια, αλλά και σε αρωματικά και φαρμακευτικά φυτά όπως το δενδρολίβανο, το φασκόμηλο και η λεβάντα. Τα φυτά αυτά, πέρα από την αγροτική τους αξία, συμβάλλουν και στη διατήρηση της βιοποικιλότητας, προσελκύοντας επικονιαστές.
Σε διεθνές επίπεδο, έρευνες από γερμανικά πανεπιστήμια έχουν δημιουργήσει ακόμη και εργαλεία επιλογής καλλιεργειών για αγροφωτοβολταϊκά, βασισμένα σε δεδομένα από περισσότερες από 25 χώρες. Τα εργαλεία αυτά αξιολογούν την αντοχή των φυτών στη σκίαση, τις ανάγκες τους σε νερό και χώρο, καθώς και την οικονομική απόδοση ανά στρέμμα.
Λύσεις για την κτηνοτροφία
Πέρα από τις καλλιέργειες, τα αγροφωτοβολταϊκά χρησιμοποιούνται ευρέως και στην κτηνοτροφία. Η βόσκηση προβάτων και αιγών κάτω από τα πάνελ είναι πλέον καθιερωμένη πρακτική σε πολλές χώρες, καθώς τα ζώα επωφελούνται από τη σκιά, ενώ ταυτόχρονα διατηρείται χαμηλή η βλάστηση χωρίς μηχανικό κούρεμα.
Σε πιο πρόσφατα πειράματα, ακόμη και βοοειδή έχουν ενταχθεί σε τέτοια συστήματα, με τα πάνελ τοποθετημένα σε μεγαλύτερο ύψος. Τα πρώτα αποτελέσματα δείχνουν ότι, με σωστό σχεδιασμό, μειώνονται οι ζημιές και βελτιώνεται η ευζωία των ζώων, ιδιαίτερα σε περιόδους έντονης ζέστης.
Διαβάστε ακόμη
