Το επόμενο διάστημα, κρίσιμος παράγοντας που θα κρίνει το μέλλον της αυτοκατανάλωσης είναι, σύμφωνα με πηγές της αγοράς, η ύπαρξη ενός σαφούς και σταθερού πλαισίου, καθώς και η επιτάχυνση της ανάπτυξης λύσεων αποθήκευσης ενέργειας. Η απουσία ξεκάθαρων κανόνων εντείνει την αβεβαιότητα, για τους επενδυτές που εξετάζουν την εγκατάσταση συστημάτων αυτοκατανάλωσης.
Όπως αναφέρουν οι ίδιες πηγές, ειδικά για τις επιχειρήσεις, καθοριστικό ρόλο θα διαδραματίσει η προσαρμογή του λειτουργικού τους μοντέλου, με τη μετάβαση ενεργοβόρων δραστηριοτήτων σε ώρες κατά τις οποίες το φωτοβολταϊκό σύστημα παράγει σε πολύ μεγάλο βαθμό. Η καλύτερη ευθυγράμμιση παραγωγής και κατανάλωσης αποτελεί βασικό εργαλείο για τη μεγιστοποίηση του οικονομικού οφέλους. Το ίδιο, σε μεγάλο βαθμό, ισχύει και για τα νοικοκυριά, τα οποία καλούνται να αλλάξουν ενεργειακές συνήθειες, μετατοπίζοντας τη λειτουργία ενεργοβόρων συσκευών στις μεσημεριανές ώρες, όταν η παραγωγή των φωτοβολταϊκών συστημάτων βρίσκεται στο υψηλότερο επίπεδο. Η ενεργή συμμετοχή των καταναλωτών και η καλύτερη κατανόηση του τρόπου λειτουργίας της αυτοκατανάλωσης αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για την επιτυχία του μοντέλου.
Η περσινή χρονιά δεν εξελίχθηκε θετικά για το κομμάτι της αυτοκατανάλωσης, με την αγορά να καταγράφει περιορισμένη δραστηριότητα. Οι όποιες προσθήκες προέκυψαν αφορούν κυρίως συστήματα που εντάχθηκαν στο πρόγραμμα επιδότησης στο πλαίσιο του net metering. Σύμφωνα με στελέχη της αγοράς, απαιτούνται άμεσες και δραστικές αποφάσεις για την επίλυση μιας σειράς ρυθμιστικών εκκρεμοτήτων, με βασικότερη αυτή που αφορά το net billing. Η έλλειψη ξεκάθαρου πλαισίου αποτρέπει νέες επενδύσεις και δυσχεραίνει τον επιχειρηματικό σχεδιασμό. Από την άλλη πλευρά, σε ό,τι αφορά τα μεγάλα έργα, οι προοπτικές παραμένουν θετικές. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Συνδέσμου Εταιρειών Φωτοβολταϊκών στη χώρα μας, η εγκατεστημένη ισχύς φωτοβολταϊκών ξεπερνά ήδη τα 11 GW και εκτιμάται ότι θα προσεγγίσει τα 20 GW έως το 2030. Από αυτή τη δυναμική ανάπτυξη, πάνω από 4 GW αναμένεται να προέλθουν από έργα αυτοκατανάλωσης, γεγονός που καταδεικνύει τη σημασία του συγκεκριμένου μοντέλου για το ενεργειακό μείγμα της χώρας.
Παράλληλα, η αποθήκευση ενέργειας αναδεικνύεται σε κρίσιμο παράγοντα για τη σταθερότητα του ηλεκτρικού δικτύου και την πλήρη αξιοποίηση της παραγωγής από ΑΠΕ. Ωστόσο, το υψηλό κόστος εξακολουθεί να αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα για την ευρεία υιοθέτησή τους. Εδώ και πολλούς μήνες έχει «παγώσει» η διαδικασία αλλαγών στο net billing, γεγονός που έχει εντείνει την αβεβαιότητα στην αγορά. Όπως είχε αναφέρει το energygame, στο ΥΠΕΝ έχουν ξεκινήσει εκ νέου οι διεργασίες για την τροποποίηση της σχετικής υπουργικής απόφασης. Υπενθυμίζεται ότι το νέο σύστημα net billing ξεκίνησε να εφαρμόζεται το φθινόπωρο του 2024 και ήδη προς το τέλος του έτους τέθηκε επί τάπητος η ανάγκη για βελτιωτικές παρεμβάσεις. Η συζήτηση συνεχίστηκε στις αρχές του 2025, με την προηγούμενη ηγεσία του ΥΠΕΝ να καταλήγει σε προτεινόμενες αλλαγές, έπειτα από διαβούλευση με την αγορά. Ωστόσο, η αλλαγή ηγεσίας και οι χρονοβόρες διαδικασίες καθυστέρησαν την υλοποίηση των προτάσεων.
Σε ό,τι αφορά τα έργα που έχουν εγκριθεί μέχρι στιγμής υπό το νέο καθεστώς, ο αριθμός τους παραμένει ιδιαίτερα περιορισμένος. Όπως επισημαίνουν στελέχη της αγοράς, βασικό εμπόδιο αποτελεί ο χρόνος αναμονής για την εξέταση μιας αίτησης, ο οποίος φτάνει ακόμη και τους οκτώ μήνες, αποθαρρύνοντας νέους ενδιαφερόμενους. Τέλος, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η αγορά φωτοβολταϊκών αναμένεται να βρεθεί αντιμέτωπη με σύνθετες προκλήσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα. Οι γεωπολιτικές εντάσεις, οι ελλείψεις πρώτων υλών και οι διαταραχές στις αλυσίδες εφοδιασμού δημιουργούν πρόσθετους κινδύνους, επηρεάζοντας το κόστος και τα χρονοδιαγράμματα υλοποίησης έργων.
Διαβάστε ακόμη
