Το δίκτυο ύδρευσης της Αττικής είναι ένα «δύσκολο» δίκτυο και ένα εξίσου δύσκολο στοίχημα για την ΕΥΔΑΠ. Οι διαρροές νερού αποτελούν καθημερινή πρόκληση, καθώς η μεγάλη ηλικία των αγωγών αυξάνει τις πιθανότητες φθοράς, με αποτέλεσμα οι θραύσεις να είναι συχνό φαινόμενο. Σύμφωνα με τον Γενικό Διευθυντή Ύδρευσης της εταιρείας, Γιώργο Καραγιάννη, η ΕΥΔΑΠ καλείται να επέμβει σε πάρα πολλά σημεία κάθε ημέρα, ενώ ταυτόχρονα καταγράφει δεκάδες επιπλέον ειδοποιήσεις που συχνά δεν αφορούν βλάβες στο δίκτυο, αλλά νερά από ιδιωτικές εγκαταστάσεις ή ομβρία.
Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε στο Hellenic Water Forum 2025, «στην Αττική επιχειρούν καθημερινά περίπου 25 συνεργεία για διαρροές», ένας αριθμός που καλύπτει Δευτέρα έως Παρασκευή, ενώ «τα Σαββατοκύριακα είναι λιγότερα» λόγω διαφορετικών βαρδιών . Τα συνεργεία αυτά αποτελούνται από μεικτό σχήμα, «είτε εργαζόμενοι της ΕΥΔΑΠ, είτε εργολάβοι, είτε πάροχοι», με στόχο να προλαβαίνουν όσο το δυνατόν πιο γρήγορα τις βλάβες, σε ένα δίκτυο υπέργηρο, κατακερματισμένο και εξαιρετικά πυκνό.
Παράλληλα με τις καθημερινές επεμβάσεις, η ΕΥΔΑΠ δέχεται «πάνω από 150 αναφορές την ημέρα», αριθμός που δεν αποτυπώνει μόνο βλάβες του δικτύου της αλλά και πλήθος περιστατικών που δεν σχετίζονται με την ύδρευση. Όπως εξήγησε ο Γιώργος Καραγιάννης, πολλές από αυτές τις κλήσεις «μπορεί να είναι νερά από ιδιωτικές εγκαταστάσεις, από ομβρία, από σπασμένες υδρορροές» ή από παλιές ιδιωτικές συνδέσεις που οδηγούν σε ροές στον δρόμο και συχνά συγχέονται με διαρροές ύδρευσης.
Η έντονη γεωμορφολογία της Αττικής κάνει ακόμη δυσκολότερη την αξιολόγηση μιας αναφοράς. Οι ιδιαιτερότητες του λεκανοπεδίου με έντονες κλίσεις, υψομετρικές διαφορές και πυκνή δόμηση επιβάλλουν τη λειτουργία του δικτύου σε καθεστώς διαφορετικών πιέσεων. Σήμερα η Αττική χωρίζεται σε 405 ζώνες πίεσης, γεγονός που σημαίνει ότι σε ορισμένα σημεία τα δίκτυα πρέπει να λειτουργούν με πολύ υψηλές πιέσεις για να φτάσει το νερό στα ανώτερα επίπεδα των συνοικιών. Αυτή η τεχνική συνθήκη αυξάνει το φορτίο στους αγωγούς, ενισχύει την καταπόνηση και σε πολλές περιπτώσεις καθιστά τις θραύσεις πιο πιθανές, καθιστώντας τον εντοπισμό και την αποκατάσταση των διαρροών ακόμη πιο απαιτητική διαδικασία.
Τα συνεργεία της ΕΥΔΑΠ κινούνται σε δύο παράλληλες κατευθύνσεις: την κατασταλτική, δηλαδή την άμεση επισκευή των βλαβών που εμφανίζονται, και την προληπτική, που αφορά την αντικατάσταση περίπου «500 χιλιομέτρων δικτύου τα επόμενα 4–5 χρόνια», με στοχευμένες παρεμβάσεις που έχουν σχεδιαστεί με το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο ώστε «με τα λιγότερα χρήματα να επιτευχθεί η μεγαλύτερη απόδοση» στη μείωση των διαρροών.
Ο κ. Καραγιάννης εξήγησε ότι η Αττική έχει «2.200.000 μετρητές στον δρόμο», αριθμό πολλαπλάσιο σε σχέση με πόλεις του εξωτερικού, όπως το Λονδίνο, που με πληθυσμό 12 εκατομμυρίων διαθέτει μόλις 700.000 μετρητές. Αυτό συμβαίνει επειδή στην Ελλάδα κάθε ιδιοκτησία έχει τον δικό της μετρητή στο πεζοδρόμιο, γεγονός που δημιουργεί εκατομμύρια ανεξάρτητα σημεία σύνδεσης και αυξάνει τον αριθμό των πιθανών σημείων βλάβης. Σε αυτό προστίθεται η παλαιότητα μεγάλου μέρους του δικτύου, αλλά και το γεγονός ότι πολλές διαρροές δεν γίνονται αντιληπτές από τους πολίτες, καθώς το νερό δεν εμφανίζεται πάντα στην επιφάνεια του δρόμου, παραμένοντας για καιρό κάτω από το οδόστρωμα ή εντός ιδιωτικών χώρων. Για το ζήτημα των διαρροών μίλησε και ο Γιώργος Στεργίου, Πρόεδρος της ΕΥΔΑΠ, υπενθυμίζοντας ότι «ένα δίκτυο 14.000 χιλιομέτρων δεν υπάρχει πιθανότητα να είναι απολύτως άστεγανό», σημειώνοντας ότι τα ποσοστά απωλειών της ΕΥΔΑΠ βρίσκονται στον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Σήμερα, περίπου 15% του συνολικού όγκου ύδατος χάνεται λόγω διαρροών, με την ΕΥΔΑΠ να στοχεύει στη μείωση του ποσοστού αυτού στο 8%-9% έως το 2029, επίπεδα που θεωρούνται βέλτιστα με βάση τις ευρωπαϊκές πρακτικές διαχείρισης δικτύων ύδρευσης. Το γεγονός ότι η Ελλάδα βρίσκεται κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο στις απώλειες νερού δεν αφήνει περιθώρια εφησυχασμού. Αντιθέτως, αποτελεί ένδειξη ότι η προσπάθεια έχει φέρει αποτελέσματα, αλλά και ότι τα περιθώρια βελτίωσης παραμένουν μεγάλα. «Είναι σημαντικό να καταγραφεί πως είμαστε κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι το πρόβλημα έχει λυθεί. Οι απώλειες παραμένουν και πρέπει να μειωθούν ακόμη περισσότερο», σημείωσε.
Το ζήτημα των διαρροών δεν περιορίζεται στην Αττική. Εκπρόσωποι των ΔΕΥΑ υπογράμμισαν ότι το πρόβλημα είναι πανελλαδικό και συνδέεται τόσο με την ηλικία των δικτύων όσο και με τις πραγματικές επιχειρησιακές τους δυνατότητες. Ο Πρόεδρος της ΕΔΕΥΑ, Γιώργος Μαρινάκης, και ο Δημήτρης Σταυλίδης από τη ΔΕΥΑ Κοζάνης εξήγησαν ότι οι δημοτικές επιχειρήσεις λειτουργούν σε συνθήκες αυξανόμενων απαιτήσεων με περιορισμένο προσωπικό και χρηματοδότηση, γεγονός που δυσκολεύει τη συστηματική παρακολούθηση και την άμεση επέμβαση σε χιλιάδες χιλιόμετρα σωληνώσεων. Δεν ήταν μια διαμαρτυρία αλλά μια διαπίστωση για το πώς ο συνδυασμός «υποστελέχωσης» και «έλλειψης πόρων» περιορίζει τη δυνατότητα προληπτικών παρεμβάσεων, αφήνοντας τις υπηρεσίες συχνά να κινούνται κατασταλτικά.
Ο Μιχάλης Βασιλειάδης, Γενικός Διευθυντής ΔΕΥΑ Καλαμάτας συμπλήρωσε ότι οι τοπικές υποδομές χρειάζονται ενίσχυση, εκσυγχρονισμό και σταθερή χρηματοδότηση, καθώς οι βλάβες αυξάνονται και τα δίκτυα, σε πολλές περιοχές, έχουν ξεπεράσει τον κύκλο ζωής τους. Οι παρεμβάσεις των στελεχών των ΔΕΥΑ δεν ανέδειξαν μόνο δυσκολίες· ανέδειξαν την ανάγκη για μια πιο συντονισμένη, πολυεπίπεδη στρατηγική, όπου η κεντρική διοίκηση, οι δήμοι και οι εταιρείες ύδρευσης θα συνεργαστούν για να αντιμετωπίσουν τις πραγματικές αιτίες των διαρροών και όχι μόνο τα συμπτώματα.
Διαβάστε επίσης
