Η ευρωπαϊκή αγορά αντλιών θερμότητας φαίνεται να «ξυπνά» ξανά, καθώς η άνοδος των τιμών των ορυκτών καυσίμων λειτουργεί σαν καταλύτης για τη στροφή σε καθαρότερες τεχνολογίες. Τα πρώτα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης Αντλιών Θερμότητας για το 2026 δείχνουν ότι η ενεργειακή κρίση που συνδέεται με τις γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή αρχίζει ήδη να επηρεάζει τις επιλογές νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Συγκεκριμένα, το πρώτο τρίμηνο του έτους οι πωλήσεις αντλιών θερμότητας αυξήθηκαν κατά 34% στη Γερμανία και 21% στη Γαλλία, ενώ στη γαλλική αγορά, τη μεγαλύτερη στην Ευρώπη, ξεπέρασαν τις 300.000 μονάδες. Αντίστοιχα, έντονη δυναμική καταγράφηκε σε χώρες όπως η Πολωνία, η Φινλανδία και το Βέλγιο, με τη Φινλανδία να ξεχωρίζει, καθώς οι πωλήσεις του Μαρτίου αυξήθηκαν κατά 71% σε ετήσια βάση. Συνολικά, σε 12 ευρωπαϊκές χώρες, η μέση άνοδος διαμορφώθηκε στο 16,5%.
Η άνοδος των τιμών σε φυσικό αέριο και πετρέλαιο, σε αντίθεση με την πιο ήπια πορεία των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας, φαίνεται να γέρνει την πλάστιγγα υπέρ των πιο «πράσινων» λύσεων. Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε όλες τις χώρες της Ευρώπης. Μάλιστα, σε αγορές όπου μειώθηκαν ή αναθεωρήθηκαν τα προγράμματα επιδοτήσεων, όπως στην Αυστρία και την Ολλανδία, οι πωλήσεις κινήθηκαν χαμηλότερα σε σχέση με το 2025. Αυτό επιβεβαιώνει ότι η αγορά δεν κινείται μόνο από τις τιμές ενέργειας, αλλά και από τη σταθερότητα των πολιτικών στήριξης.
Παρά τη φετινή ανάκαμψη, η αγορά δεν έχει επιστρέψει ακόμη στα επίπεδα-ρεκόρ του 2022, όταν οι πωλήσεις ξεπέρασαν τις 3 εκατομμύρια μονάδες, στον απόηχο της ενεργειακής κρίσης που προκάλεσε ο πόλεμος στην Ουκρανία. Σε βάθος δεκαετίας, πάντως, η εικόνα παραμένει εντυπωσιακή, σύμφωνα με τους Financial Times, καθώς από το 2015 έως το 2025, οι πωλήσεις υπερδιπλασιάστηκαν, φτάνοντας τις 2,35 εκατ. μονάδες.
Οι στόχοι της ΕΕ για τις αντλίες θερμότητας
Τώρα, η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδιώκει να ενισχύσει περαιτέρω αυτή τη δυναμική, θέτοντας στόχο για περίπου 4 εκατ. ετήσιες εγκαταστάσεις έως το 2030. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, κάτι τέτοιο θα μπορούσε να μειώσει την ενεργειακή κατανάλωση κατά τουλάχιστον 16%, συμβάλλοντας ουσιαστικά στην απανθρακοποίηση του ενεργειακού μείγματος. Παράλληλα, χώρες όπως η Γαλλία σχεδιάζουν σημαντική αύξηση της δημόσιας χρηματοδότησης, με στόχο να φτάσει τα 10 δισ. ευρώ ετησίως έως το τέλος της δεκαετίας. Στη Γερμανία, η αγορά δείχνει να ανακάμπτει μετά την «κοιλιά» του 2023, όταν τα υψηλά επιτόκια και η πτώση των τιμών του φυσικού αερίου είχαν φρενάρει τη ζήτηση.
Κι όμως, παρά τα θετικά σημάδια, η αβεβαιότητα γύρω από τα καινοτόμα αυτά συστήματα παραμένει. Όπως επισημαίνουν παράγοντες της αγοράς, είναι ακόμη νωρίς για να εκτιμηθεί αν η τρέχουσα γεωπολιτική ένταση θα οδηγήσει σε ένα νέο «άλμα» αντίστοιχο με εκείνο του 2022.
Διαβάστε ακόμη
