Οι αντλίες θερμότητας βρίσκονται ξανά στο επίκεντρο της συζήτησης, με τους καταναλωτές να διχάζονται σχετικά με το αν πρόκειται για μια ουσιαστική ενεργειακή λύση ή για μια τάση που έχει υπερεκτιμηθεί εμπορικά. Σύμφωνα με πρόσφατα δημοσίευμα στο euronews, φαίνεται πως η αγορά κατακλύζεται από ένα «κύμα παραπληροφόρησης» που επηρεάζει την αντίληψη των καταναλωτών. Όπως αναφέρουν νομικές εκτιμήσεις της περιβαλλοντικής μη κερδοσκοπικής οργάνωσης ClientEarth, έως και 10 εταιρείες φυσικού αερίου ενδέχεται να έχουν συμβάλει στη διάδοση παραπλανητικών μηνυμάτων, παρουσιάζοντας τις αντλίες θερμότητας ως μη βιώσιμη επιλογή, ενώ ταυτόχρονα προωθούν το υδρογόνο ως τη μελλοντική λύση για το Ηνωμένο Βασίλειο.
Παρά το αρνητικό κλίμα που επικρατεί, η πραγματικότητα δείχνει μια διαφορετική εικόνα. Οι πωλήσεις αντλιών θερμότητας στο Ηνωμένο Βασίλειο αυξήθηκαν πάνω από 50% μέσα στις πρώτες τρεις εβδομάδες του Μαρτίου σε σύγκριση με τον προηγούμενο μήνα, με το ενεργειακό σοκ λόγω του πολέμου στο Ιράν να αναδεικνύει για ακόμη μια φορά πόσο ευάλωτα είναι τα νοικοκυριά στις διακυμάνσεις των διεθνών τιμών φυσικού αερίου και πετρελαίου.
Πώς λειτουργούν οι αντλίες θερμότητας
Οι αντλίες θερμότητας αξιοποιούν ενέργεια από το περιβάλλον ( αέρα, νερό ή έδαφος) και τη μετατρέπουν σε θερμότητα. Η λειτουργία τους θα μπορούσε να παρομοιαστεί με ένα ψυγείο σε αντίστροφη κατεύθυνση: ένα ψυκτικό υγρό συμπιέζεται, μετατρέπεται σε θερμό αέριο και αποδίδει θερμότητα στο σύστημα θέρμανσης. Το κρίσιμο πλεονέκτημα είναι η απόδοσή της. Με έναν μέσο συντελεστή απόδοσης (COP) περίπου 3,1, μπορούν να είναι πάνω από τρεις φορές πιο αποδοτικές από έναν λέβητα φυσικού αερίου.
Ένας από τους πιο διαδεδομένους μύθους, σύμφωνα με το euronews, είναι ότι οι αντλίες θερμότητας δεν αποδίδουν σε χαμηλές θερμοκρασίες, ενώ συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Χώρες με ιδιαίτερα ψυχρό κλίμα, όπως η Φινλανδία, η Νορβηγία και η Σουηδία, έχουν τη μεγαλύτερη διείσδυση αντλιών θερμότητας στην Ευρώπη. Στη Φινλανδία καταγράφονται 524 αντλίες ανά 1.000 νοικοκυριά. Ακόμη και σε θερμοκρασίες που φτάνουν τους -30°C, οι αντλίες θερμότητας παραμένουν πιο αποδοτικές από την απλή ηλεκτρική θέρμανση, καθώς ακόμη και ο ψυχρός αέρας περιέχει αξιοποιήσιμη θερμική ενέργεια.
Τι γίνεται με τα παλιά κτίρια;
Ένα ακόμη βασικό επιχείρημα κατά των αντλιών θερμότητας είναι ότι δεν λειτουργούν σε παλαιά κτίρια. Ωστόσο, έρευνες που επικαλείται το euronews, δείχνουν ότι αυτό δεν ισχύει. Μελέτη που εξέτασε κτίρια ηλικίας από 15 έως και 150 ετών κατέληξε ότι, όταν έχουν γίνει έστω και μερικές ενεργειακές αναβαθμίσεις, οι αντλίες θερμότητας όχι μόνο λειτουργούν, αλλά ξεπερνούν σε απόδοση τους λέβητες αερίου. Βεβαίως, η μόνωση και η σωστή διαστασιολόγηση του συστήματος παίζουν καθοριστικό ρόλο. Δεν είναι «plug and play» λύση για κάθε περίπτωση, αλλά δεν είναι και τεχνολογία περιορισμένη μόνο σε νέα κτίρια.
Επιπλέον, η εικόνα μιας «θορυβώδους» αντλίας θερμότητας που ενοχλεί τη γειτονιά ανήκει περισσότερο στη σφαίρα της υπερβολής, γράφει το euronews. Στην πράξη, τα επίπεδα θορύβου κυμαίνονται μεταξύ 40 και 60 ντεσιμπέλ, περίπου όσο ένα ψυγείο. Σε συνθήκες έντονου ψύχους μπορεί να αυξηθεί ελαφρώς, αλλά όχι σε βαθμό που να δημιουργεί ουσιαστικό πρόβλημα. Στις περισσότερες περιπτώσεις όπου παρατηρείται αυξημένος θόρυβος, η αιτία είναι κακή εγκατάσταση ή έλλειψη συντήρησης.
Μπορούν να μειώσουν τους λογαριασμούς;
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι μονοδιάστατη. Η εξοικονόμηση εξαρτάται από:
- τις θερμοκρασίες της περιοχής,
- το μέγεθος και την κατάσταση του κτιρίου,
- το σύστημα θέρμανσης (π.χ. θερμαντικά σώματα).
Το αρχικό κόστος
Το μεγαλύτερο εμπόδιο δεν είναι η τεχνολογία, αλλά το κόστος εγκατάστασης.
Στην Ευρώπη:
- κόστος αντλίας: €8.000 – €18.000
- κόστος εγκατάστασης: €3.000 – €20.000
Στην Ελλάδα, όπως έχει γράψει το energygame.gr το αρχικό κόστος αγοράς και εγκατάστασης εξαρτάται από το μέγεθος και τον τύπο του συστήματος. Για μια τυπική κατοικία 80–140 m², το συνολικό κόστος κυμαίνεται μεταξύ 8.000 και 15.000 ευρώ, με το 60–75% να αφορά τον εξοπλισμό και το υπόλοιπο την εγκατάσταση και τις προσαρμογές. Αυτό σημαίνει ότι η απόσβεση δεν είναι άμεση, γεγονός που αποθαρρύνει πολλούς καταναλωτές. Για τον λόγο αυτό, αρκετές κυβερνήσεις προσφέρουν επιδοτήσεις ώστε να μειώσουν το αρχικό βάρος επένδυσης.
Διαβάστε ακόμη
