Καθώς η τεχνητή νοημοσύνη (AI) γίνεται -αν δεν έχει ήδη γίνει- αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς μας, από τα chatbots που απαντούν αδιάκοπα σε ερωτήσεις μέχρι τα αυτοματοποιημένα συστήματα που τρέχουν τεράστιες εταιρείες, η “αόρατη” πλευρά της ανάπτυξης της αρχίζει να φαίνεται στους λογαριασμούς ρεύματος αλλά και στο περιβάλλον. Τα data centers που τροφοδοτούν τα AI συστήματα καταναλώνουν όλο και περισσότερη ηλεκτρική ενέργεια, με αποτέλεσμα οι εκπομπές CO2 να ανεβαίνουν και οι λογαριασμοί των νοικοκυριών να αυξάνονται. Σύμφωνα με ανάλυση της Union of Concerned Scientists (UCS), η ζήτηση ηλεκτρισμού στις ΗΠΑ αναμένεται να αυξηθεί κατά 60 έως 80% μέχρι το 2050, με τα data centers να ευθύνονται για πάνω από το μισό αυτής της αύξησης μέσα στην επόμενη δεκαετία. Όπως σχεδόν όλα τα επιτεύγματα της τεχνολογίας έχουν διττή όψη, έτσι και η AI φέρει το δικό της περιβαλλοντικό κόστος.
Η ανάλυση, σύμφωνα με το Wired, επισημαίνει ότι αν οι πολιτικές παραμείνουν όπως είναι σήμερα, με περιορισμούς στις ΑΠΕ και λίγες εθνικές πρωτοβουλίες για τον περιορισμό των εκπομπών από σταθμούς παραγωγής ενέργειας, οι εκπομπές CO2 από τα αμερικανικά εργοστάσια ενέργειας που σχετίζονται με data centers θα αυξηθούν κατά 19 έως 29% μέσα στην επόμενη δεκαετία.
Οι λύσεις περνούν από τις ΑΠΕ
Η UCS υπογραμμίζει ότι επανεισαγωγή φορολογικών κινήτρων για αιολική και ηλιακή ενέργεια θα μπορούσε να μειώσει τις εκπομπές κατά πάνω από 30% την επόμενη δεκαετία, ακόμα και με την αυξημένη ζήτηση των data centers. Επιπλέον, οι ειδικοί προβλέπουν ότι οι τιμές χονδρικής ηλεκτρικής ενέργειας θα μειωθούν περίπου 4% μέχρι το 2050, μετά από μια μικρή αύξηση στην επόμενη δεκαετία.
Ωστόσο, η υιοθέτηση των ΑΠΕ δεν αρκεί από μόνη της. Οι ανανεώσιμες πηγές συχνά απαιτούν μεγαλύτερη υποδομή μεταφοράς, καθώς τα αιολικά πάρκα και οι φωτοβολταϊκές εγκαταστάσεις βρίσκονται σε απομακρυσμένες περιοχές. Αυτό σημαίνει επιπλέον επενδύσεις σε δίκτυα και μπαταρίες για την αποθήκευση ενέργειας, ώστε να διασφαλιστεί η σταθερή παροχή ρεύματος. Το φράγμα για τις ΑΠΕ αυξάνεται, επίσης, από την πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ, η οποία τις έχει παραμερίσει, εστιάζοντας στη χρήση λιγνίτη και άλλων ορυκτών καυσίμων. Ορισμένα σχέδια για αιολικά πάρκα ακυρώθηκαν ή καθυστέρησαν, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί κενό 22 GW έργων, επαρκών για να καλύψουν τις ανάγκες πάνω από 16 εκατομμυρίων σπιτιών. Παράλληλα, η κυβέρνηση διέταξε την παράταση λειτουργίας δύο σταθμών λιγνίτη πέραν της προγραμματισμένης συνταξιοδότησής τους, ενισχύοντας τη χρήση άνθρακα αντί για εναλλακτικές καθαρές πηγές ενέργειας.
Αν και αυτές οι πολιτικές αυξάνουν τις εκπομπές, ορισμένες εταιρείες ενέργειας και τεχνολογίας αντιστέκονται. Ο PJM, ένας από τους μεγαλύτερους διαχειριστές δικτύου στις ΗΠΑ, υπέβαλε υποστήριξη για υπεράκτιο αιολικό έργο στη Βιρτζίνια, τονίζοντας ότι θα παρέχει ρεύμα σε περισσότερα από 600.000 σπίτια και θα καλύψει τη ραγδαία αύξηση της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας.
Οι εταιρείες τεχνολογίας επενδύουν σε λύσεις όπως η onsite παραγωγή ενέργειας, μικρο-πυρηνικούς σταθμούς και μπαταρίες αποθήκευσης, ενώ κάποια data centers συνεχίζουν να χρησιμοποιούν δικά τους εργοστάσια φυσικού αερίου. Η UCS προειδοποιεί, όμως, ότι η επέκταση της ζήτησης AI πρέπει να συνοδεύεται από διασφαλίσεις ότι η ηλεκτρική ενέργεια επαρκεί για όλους τους καταναλωτές και δεν επιβαρύνει τα νοικοκυριά. Παρ’ όλα αυτά, η ανάπτυξη των ΑΠΕ συνεχίζεται, με περισσότερες από 90% των νέων εγκαταστάσεων ενέργειας να αφορούν φωτοβολταϊκά, αιολικά ή συστήματα αποθήκευσης, αποδεικνύοντας ότι η αγορά προχωρά.
Διαβάστε ακόμη
