Κάθε φορά που ανοίγουμε ένα πρόγραμμα περιήγησης ή ψάχνουμε κάτι στο Google, σπάνια σκεφτόμαστε το περιβαλλοντικό κόστος που συνεπάγεται η ψηφιακή μας δραστηριότητα. Ωστόσο, μια νέα καινοτόμος πλατφόρμα που δημιουργήθηκε από επιστήμονες του Πανεπιστημίου του Exeter σε συνεργασία με τη Madeby.studio αναδεικνύει πόσο βαριά επιβαρύνουμε τη φύση κάθε φορά που χρησιμοποιούμε το διαδίκτυο. Το εργαλείο, ονόματι Digital Impact for Species, αναλύει οποιοδήποτε ιστότοπο και αποκαλύπτει το κρυφό του περιβαλλοντικό αποτύπωμα, υπερβαίνοντας τα κλασικά μέτρα εκπομπών CO2, κατανάλωσης ενέργειας και νερού.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, το διαδίκτυο ευθύνεται για το 3,7% των παγκόσμιων εκπομπών άνθρακα, ξεπερνώντας ακόμη και την αεροπλοΐα. Αν το διαδίκτυο ήταν χώρα, θα ήταν ο τέταρτος μεγαλύτερος ρυπαντής στον κόσμο. Κάθε ιστότοπος που επισκεπτόμαστε προκαλεί επιβάρυνση όχι μόνο από την ενέργεια που καταναλώνεται για τη μεταφορά των δεδομένων από τα κέντρα δεδομένων μέχρι τη συσκευή μας, αλλά και από το νερό που χρησιμοποιείται για την ψύξη των servers. Το euronews επικαλείται τον  Δρ Marcos Oliveira Jr, επικεφαλής του έργου στο Exeter, ο οποίος εξηγεί «υπάρχει υψηλό κόστος που συχνά δεν το βλέπουμε, από την ηλεκτρική ενέργεια που χρειάζεται μέχρι το νερό που χρησιμοποιείται για την ψύξη των συστημάτων».

Η διαδικασία είναι απλή: ο χρήστης επικολλά τη διεύθυνση URL ενός ιστότοπου στη γραμμή αναζήτησης του εργαλείου, το οποίο παρουσιάζει μια συνολική βαθμολογία από A+ έως F, συνοδευόμενη από λεπτομέρειες για την επίδραση στη φύση. Για παράδειγμα, το YouTube.com, ένας ιστότοπος με δισεκατομμύρια αναζητήσεις τον μήνα, βαθμολογείται με C, δείχνοντας ότι υπάρχουν περιθώρια βελτίωσης. Κάθε προβολή σελίδας του YouTube παράγει 0,249 γραμμάρια CO2, καταναλώνει 0,0011 λίτρα νερού και 0,62Wh ενέργειας.

Με βάση τη μηνιαία επισκεψιμότητα, 9.000 αναζητήσεις στο YouTube απαιτούν περίπου 10 λίτρα νερού – αρκετά για να ζήσει ένας καπουτσίνος μαϊμού για 77 ημέρες. Η ίδια ποσότητα επισκέψεων καταναλώνει 6 kWh ενέργειας, ισοδύναμη με την ημερήσια κατανάλωση 1.000 κολιμπρί για 332 ημέρες. Για να απορροφηθούν οι εκπομπές CO2 από τις 9.000 επισκέψεις, ένα δέντρο του Αμαζονίου θα έπρεπε να εργάζεται για 41 ημέρες.

Το εργαλείο χρησιμοποιεί τα Google PageSpeed Insights για να μετρήσει το μέγεθος όλων των πόρων που φορτώνονται σε μια σελίδα. Αν η μέτρηση δεν είναι διαθέσιμη, χρησιμοποιείται ο μέσος όρος βάρους σελίδας της βιομηχανίας. Το μέγεθος αυτό επηρεάζει άμεσα την ενέργεια που καταναλώνεται: όσο μεγαλύτερη η σελίδα, τόσο περισσότερη ενέργεια απαιτείται για τη μετάδοση και την επεξεργασία των δεδομένων. Στη συνέχεια, χρησιμοποιούνται δεδομένα από το Green Web Foundation για να προσδιοριστεί αν ο ιστότοπος φιλοξενείται σε servers που λειτουργούν με ανανεώσιμη ενέργεια ή ορυκτά καύσιμα. Τέλος, ο υπολογισμός ενσωματώνει το Sustainable Web Design Model, μετατρέποντας τις μετρήσεις CO2, ενέργειας και νερού σε «αναλογίες με τη φύση» βασισμένες σε επιστημονικά δεδομένα ειδών.

Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος των ιστοσελίδων δεν είναι αποκλειστικά ευθύνη του χρήστη. Η αλλαγή βαρύνει κυρίως τους παρόχους και τους δημιουργούς ιστοτόπων: η χρήση λιγότερων εικόνων, η απλοποίηση της πλοήγησης, η μείωση των βίντεο και η επιλογή green web hosts που χρησιμοποιούν ανανεώσιμη ενέργεια μπορούν να μειώσουν σημαντικά την περιβαλλοντική επιβάρυνση. Απαραίτητο είναι επίσης η αφαίρεση περιττού κώδικα και η βελτιστοποίηση SEO, ώστε οι χρήστες να βρίσκουν γρηγορότερα τις σελίδες που αναζητούν.

Όπως καταλήγει ο Δρ Oliveira Jr, «δεν πρόκειται για καταγγελία ιστοτόπων, αλλά για ευαισθητοποίηση και έναυσμα συζήτησης σχετικά με το πώς μπορούμε να δημιουργήσουμε ένα πιο βιώσιμο διαδίκτυο». Με την καθημερινή μας χρήση, το ίντερνετ μπορεί να παραμείνει χρήσιμο, αλλά η περιβαλλοντική του πίεση είναι υπαρκτή και αξίζει να τη γνωρίζουμε.

Διαβάστε ακόμη