«Καμπανάκι» για την αντιμετώπιση των ζητημάτων που σχετίζονται με το πρόβλημα της λειψυδρίας κρούει η Δρ. Στέλλα Τσάνη, προειδοποιώντας ότι τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν πως η Νότια Ευρώπη και η Μεσόγειος αποτελεί «hot spot που θα επηρεαστεί άμεσα και έντονα». Παράλληλα, εστιάζοντας στο ζήτημα εντός συνόρων η κα Τσάνη υπογραμμίζει την έλλειψη μίας ολοκληρωμένης ενεργειακής και αναπτυξιακής στρατηγικής που να συνυπολογίζει όλες τις παραμέτρους.
Πιο αναλυτικά, η Δρ. Τσάνη, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών η οποία δραστηριοποιείται ακαδημαϊκά στον τομέα της καθαρής ενεργειακής μετάβασης μιλώντας στο energygame.gr στο περιθώριο του Αthens Energy Summit, στάθηκε ιδιαίτερα στη σύνδεση του νερού με τις νέες αναπτυξιακές επιλογές στον ενεργειακό και τεχνολογικό τομέα.
Όπως σημείωσε, την ίδια στιγμή που η πίεση στους υδάτινους πόρους αυξάνεται, ανακοινώνονται αναπτυξιακές επιλογές – από τον ενεργειακό σχεδιασμό έως την ανάπτυξη ψηφιακών υποδομών – χωρίς πάντα να συνεκτιμάται το πλήρες αποτύπωμά τους. «Βλέπουμε ανακοινώσεις που αφορούν τον ενεργειακό τομέα ή για παράδειγμα πώς θα αναπτύξουμε data centers – τα οποία συνεπάγονται πολύ μεγάλες απαιτήσεις σε νερό», ανέφερε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι συχνά δεν έχει αποτιμηθεί επαρκώς «τι κερδίζουμε και τι χάνουμε όταν δεσμευόμαστε σε συγκεκριμένες αναπτυξιακές στρατηγικές». Κατά την εκτίμησή της, αυτό δείχνει ότι σε εθνικό επίπεδο δεν έχει γίνει πλήρως κατανοητό το συνολικό ισοζύγιο κόστους και οφέλους όταν υιοθετούνται συγκεκριμένες αναπτυξιακές στρατηγικές. Το ζήτημα του νερού, τόνισε, πρέπει να αντιμετωπίζεται ολιστικά και να συνδέεται με όλες τις μεγάλες
Υστέρηση σε πολιτικές εξοικονόμησης πόρων και ενημέρωσης
Παρά τη σοβαρότητα της κατάστασης, σημείωσε ότι τα μέτρα που έχουν ληφθεί δεν είναι ακόμη επαρκή. Κατά την ίδια, υπάρχει σημαντική υστέρηση τόσο σε πολιτικές εξοικονόμησης όσο και σε παρεμβάσεις στα δίκτυα, όπου οι απώλειες παραμένουν μεγάλες. Ελλείψεις εντοπίζονται επίσης στις πολιτικές επαναχρησιμοποίησης νερού, αλλά και στη διαχείριση της κατανάλωσης σε κλάδους με υψηλή ένταση χρήσης, όπως η γεωργία.
Η ίδια υπογράμμισε ότι σε ευρωπαϊκό επίπεδο το θέμα δεν έχει αναδειχθεί με την ίδια ένταση, καθώς οι χώρες του Βορρά αντιμετωπίζουν διαφορετικού τύπου προβλήματα, κυρίως πλημμύρες και όχι λειψυδρία. Αυτό, κατά την άποψή της, έχει ως αποτέλεσμα το ζήτημα να μην βρίσκεται τόσο ψηλά στην κοινή ευρωπαϊκή ατζέντα όσο θα έπρεπε, παρά το γεγονός ότι χώρες όπως η Ελλάδα επηρεάζονται άμεσα.
Ειδική αναφορά έκανε και στο ρόλο της ενημέρωσης των πολιτών εκφράζοντας την εκτίμηση ότι τα επίπεδα κατανάλωσης παραμένουν περίπου στα ίδια επίπεδα με τα προηγούμενα χρόνια, ενώ η δημόσια συζήτηση περιορίζεται συχνά σχεδόν αποκλειστικά στο θέμα των τιμολογίων. Όπως εξήγησε, είναι αναγκαίο να γίνει ευρύτερα κατανοητό τι σημαίνει κατανάλωση και εξοικονόμηση, ποιες τεχνολογίες υπάρχουν και γιατί διαφορετικοί χρήστες -αγροτικοί, βιομηχανικοί και οικιακοί – πρέπει να αντιμετωπίζονται με διαφορετικές πολιτικές. Παρότι αναγνωρίζονται ορισμένες δράσεις ενημέρωσης και πρωτοβουλίες, ακόμη και σε συνεργασία πανεπιστημίων με τοπικές κοινωνίες αυτές παραμένουν αποσπασματικές την ώρα που λείπει είναι ένα οργανωμένο και συντονισμένο σχέδιο.
CBAM και ανταγωνιστικότητα: μια δύσκολη μεταβατική περίοδος
Αναφερόμενη στον Μηχανισμό Συνοριακής Προσαρμογής Άνθρακα (CBAM), η Δρ. Τσάνη εκτίμησε ότι το μέτρο αναμένεται να επηρεάσει την ανταγωνιστικότητα, καθώς θα έχει σημαντική επίδραση στο κόστος των εισαγωγών. Σε μια πρώτη ανάγνωση, όπως εξήγησε, υπάρχει ο κίνδυνος να επιβαρυνθούν οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, δεδομένου ότι ήδη λειτουργούν υπό αυστηρούς περιβαλλοντικούς και ενεργειακούς κανόνες, ενώ πολλοί διεθνείς ανταγωνιστές τους δεν υπόκεινται στους ίδιους περιορισμούς. Αυτό, σημείωσε, μεταβάλλει τους όρους του ανταγωνισμού.
Ωστόσο, διευκρίνισε ότι η τελική επίδραση θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το πώς θα ανταποκριθούν οι βασικοί εξαγωγείς προς την Ευρωπαϊκή Ένωση και κατά πόσο θα μπορέσουν να προσαρμοστούν. Εντούτοις, υπογράμμισε πως πρόκειται για μία δύσκολη διαδικασία τόσο τεχνικά όσο και υπολογιστικά, ιδίως σε ό,τι αφορά τον προσδιορισμό του σχετικού κόστους. Στο πλαίσιο αυτό, εκτίμησε πως θα χρειαστεί μια μεταβατική περίοδος ώστε να φανεί στην πράξη πώς θα εφαρμοστεί το μέτρο, πώς θα ποσοτικοποιηθούν οι χρεώσεις και πώς θα διαμορφωθεί τελικά μια ισορροπία μεταξύ ευρωπαϊκών και μη ευρωπαϊκών παραγωγών.
Η ενεργειακή μετάβαση σε έναν κόσμο αβεβαιότητας
Ανοίγοντας τη συζήτηση για τη γενικότερη πορεία της ενέργειας διεθνώς, η Δρ. Τσάνη ανέφερε ότι οι διακυμάνσεις και οι αλλαγές κατεύθυνσης που παρατηρούνται σήμερα δεν αποτελούν κάτι νέο για τον κλάδο. Όπως εξήγησε, εδώ και σχεδόν δύο δεκαετίες, από τότε που ξεκίνησε η συστηματική συζήτηση για την πράσινη ενέργεια, υπήρχαν πάντοτε διαφορετικές προσεγγίσεις: κάποιοι επένδυαν δυναμικά, ενώ άλλοι εμφανίζονταν επιφυλακτικοί ή έκαναν πίσω.
Κατά την άποψή της, οι εξελίξεις αυτές συνδέονται στενά με τις πολιτικές εξαγγελίες και τους στόχους για την κλιματική αλλαγή, όπως αυτοί διαμορφώνονται μέσα από διεθνείς και ευρωπαϊκές δεσμεύσεις. Για τον λόγο αυτό, εκτίμησε ότι οι σημερινές αμφιταλαντεύσεις δεν αναιρούν τη μακροπρόθεσμη τάση, η οποία εξακολουθεί να κατευθύνεται προς την ενεργειακή μετάβαση. Αναφερόμενη στις διεθνείς πολιτικές εξελίξεις, αναγνώρισε ότι αλλαγές στη ρητορική μεγάλων δυνάμεων, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, έχουν επιπτώσεις. Ωστόσο, υπογράμμισε ότι η Ευρώπη παραμένει σε μεγάλο βαθμό σταθερή στη στήριξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας καθώς, όπως εκτίμησε, αυτή η στάση συνδέεται όχι μόνο με τους κλιματικούς στόχους, αλλά και με την ανάγκη απεξάρτησης από εισαγόμενα καύσιμα και τη μείωση της εξάρτησης από το φυσικό αέριο, είτε ρωσικής προέλευσης είτε υγροποιημένο από άλλες αγορές. Παράλληλα, τόνισε ότι η ενεργειακή μετάβαση συνδέεται άμεσα με τη βιομηχανική στρατηγική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς η Ευρώπη εξάγει τεχνολογία και καινοτομία που σχετίζονται με τις ΑΠΕ.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και στον ρόλο των οικονομικών δεδομένων, σημειώνοντας ότι πλέον πολλές μορφές καθαρής ενέργειας είναι εξαιρετικά ανταγωνιστικές και μπορούν να σταθούν απέναντι στις συμβατικές.
Η ελληνική πραγματικότητα: Δύο ταχύτητες και ανοιχτά ζητήματα
Σε εθνικό επίπεδο, η Δρ. Τσάνη εκτίμησε ότι η εικόνα είναι πιο σύνθετη. Όπως ανέφερε, οι μετατοπίσεις μεταξύ ανανεώσιμων και συμβατικών μορφών ενέργειας είναι πιο έντονες και λιγότερο ξεκάθαρες. Θεώρησε ρεαλιστικό να συνεχίζεται η συζήτηση και για τις δύο μορφές ενέργειας, αλλά υπογράμμισε ότι θα πρέπει να υπάρχει σαφής μακροπρόθεσμος στόχος προς τις πράσινες μορφές, τόσο λόγω των φυσικών πόρων της χώρας όσο και για λόγους ενεργειακής ανεξαρτησίας. Κατά την εκτίμησή της, το βασικό ερώτημα δεν είναι αν θα γίνει η μετάβαση, αλλά πότε. Προειδοποίησε μάλιστα ότι καθυστερήσεις μπορεί να οδηγήσουν τη χώρα στο να χάσει το πλεονέκτημα της τεχνολογικής καινοτομίας, με αποτέλεσμα να ακολουθεί αντί να ηγείται.
Αξιολογώντας την πορεία μέχρι σήμερα, σημείωσε ότι στην Ελλάδα διακρίνονται δύο διαφορετικές ταχύτητες. Από τη μία πλευρά, ο ιδιωτικός τομέας έχει δείξει, ιδίως την τελευταία δεκαετία, μεγάλη προθυμία να επενδύσει και να αξιοποιήσει τις ευκαιρίες που δημιουργεί η μετάβαση, γεγονός που αποτυπώνεται στην ανάπτυξη του δυναμικού ΑΠΕ.
Από την άλλη πλευρά, σε πολιτικό επίπεδο, παρότι υπάρχει επιτάχυνση στη νομοθεσία και διάθεση εφαρμογής, η απομάκρυνση από τις συμβατικές μορφές ενέργειας δεν προχωρά με τον ίδιο ρυθμό. Κατά την ίδια, το κρίσιμο ζήτημα πλέον είναι η πολιτική συνέπεια, αλλά και η επιτάχυνση των ρυθμιστικών και γραφειοκρατικών διαδικασιών που εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικό εμπόδιο. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και στις υποδομές, επισημαίνοντας ότι τα δίκτυα και η αποθήκευση ενέργειας αποτελούν κομβικά σημεία για την επιτυχία της μετάβασης, ενώ τα μηνύματα πολιτικής σε αυτούς τους τομείς δεν είναι πάντα απολύτως σαφή.
Διαβάστε ακόμη
