Μια σημαντική εκκρεμότητα επιδιώκει να κλείσει το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τις αλλαγές στον Μεταλλευτικό Κώδικα. Ο βασικός λόγος είναι η παλαιότητά του, καθώς «μετρά» περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες εφαρμογής. Στο διάστημα που έχει μεσολαβήσει, το θεσμικό και διοικητικό πλαίσιο της χώρας έχει μεταβληθεί σημαντικά.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η διοικητική μεταρρύθμιση του «Καλλικράτη», η οποία άλλαξε τη δομή της τοπικής διοίκησης και εισήγαγε νέους θεσμούς. Παράλληλα, έχουν προκύψει διαφοροποιήσεις σε επίπεδο αρμοδιοτήτων και διαδικασιών, ενώ πλέον στη διαχείριση ορισμένων ζητημάτων μεσολαβούν και οι αποκεντρωμένες διοικήσεις. Σε αυτό το περιβάλλον, ο στόχος της πολιτείας είναι η προσαρμογή του Μεταλλευτικού Κώδικα στα νέα διοικητικά και θεσμικά δεδομένα, ώστε να ανταποκρίνεται στις σημερινές ανάγκες της εξορυκτικής δραστηριότητας.

Η λύση για την ανανέωση των παραχωρήσεων

Αξίζει να σημειωθεί ότι πριν από λίγες ημέρες παρατάθηκε η διάρκεια των παραχωρήσεων και των μισθώσεων κρατικών μεταλλείων, η οποία έληγε στις 6 Μαρτίου. Η παράταση δόθηκε υπό την αίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 73 του νόμου 5282/2026, ότι μέχρι και την 6η.3.2026 οι μεταλλειοκτήτες ή οι εκμεταλλευτές των μεταλλείων έχουν υποβάλει αρμοδίως αίτηση ανανέωσης, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 59 του ν.δ. 210/1973 (Α’ 277), περί παραχώρησης. Η ρύθμιση αυτή κρίθηκε απαραίτητη, καθώς επρόκειτο για ένα ζήτημα με ιδιαίτερη βαρύτητα για τον κλάδο: περίπου 300 παραχωρήσεις επρόκειτο να λήξουν ταυτόχρονα.

Με την παρέμβαση αυτή δόθηκε μια προσωρινή λύση, αποφεύγοντας τον κίνδυνο δημιουργίας διοικητικού κενού ή αβεβαιότητας για τη συνέχιση της λειτουργίας μεταλλευτικών δραστηριοτήτων.

Ένα σημαντικό εμπόδιο στην ανανέωση δικαιωμάτων αποτελεί και ο αναχρονιστικός χαρακτήρας ορισμένων διατάξεων του Μεταλλευτικού Κώδικα. Πολλές από τις προβλέψεις του θεσμικού αυτού πλαισίου διαμορφώθηκαν σε μια περίοδο με διαφορετικές τεχνολογικές, περιβαλλοντικές και κοινωνικές απαιτήσεις. Σήμερα, η εξορυκτική δραστηριότητα λειτουργεί σε ένα πολύ πιο αυστηρό πλαίσιο προδιαγραφών και ελέγχων. Έχουν συντελεστεί σημαντικές αλλαγές στα πρότυπα ασφάλειας των εργαζομένων, στην περιβαλλοντική προστασία, αλλά και στις διεθνείς καλές πρακτικές που διέπουν τη λειτουργία των μεταλλείων. Για τον λόγο αυτό, η παρέμβαση και σε θεσμικό επίπεδο κρίνεται απαραίτητη, ώστε το ισχύον πλαίσιο να ευθυγραμμιστεί με τα σύγχρονα δεδομένα και να διευκολύνει τις διαδικασίες αδειοδότησης και ανανέωσης δικαιωμάτων.

Το στοίχημα των κρίσιμων πρώτων υλών

Η ανάγκη επικαιροποίησης του Μεταλλευτικού Κώδικα έρχεται, μάλιστα, σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη συγκυρία για τον τομέα των πρώτων υλών. Οι κρίσιμες πρώτες ύλες αποτελούν πλέον ένα καθοριστικό κομμάτι του παζλ για την επίτευξη της ενεργειακής μετάβασης και την ανάπτυξη νέων τεχνολογιών χαμηλών εκπομπών άνθρακα. Μέταλλα και ορυκτά που χρησιμοποιούνται στην παραγωγή μπαταριών, ηλεκτρονικών συστημάτων, ανεμογεννητριών και φωτοβολταϊκών θεωρούνται στρατηγικής σημασίας για την ευρωπαϊκή οικονομία. Σε αυτό το πλαίσιο, η προσπάθεια της Ευρώπης να απεξαρτηθεί ενεργειακά από τρίτες χώρες συνοδεύεται και από τον στόχο μείωσης της εξάρτησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης από εισαγόμενες κρίσιμες πρώτες ύλες.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το γάλλιο, το οποίο αποτελεί βασικό υλικό για την παραγωγή ημιαγωγών και προηγμένων ηλεκτρονικών εφαρμογών. Το συγκεκριμένο μέταλλο θεωρείται το πρώτο κρίσιμο ορυκτό στο οποίο η Ευρωπαϊκή Ένωση αναμένεται να αποκτήσει αυτονομία παραγωγής. Ήδη παράγεται στην Ελλάδα από τη Metlen, γεγονός που αναδεικνύει τη σημασία της χώρας στον ευρωπαϊκό χάρτη των κρίσιμων πρώτων υλών.

Συνολικότερα, όμως, το στοίχημα της αυτονομίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως αυτό ορίζεται από τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό για τις Κρίσιμες Πρώτες Ύλες, προϋποθέτει την υλοποίηση συγκεκριμένων βημάτων σε επίπεδο πολιτικής και ρυθμιστικού πλαισίου. Η απλοποίηση διαδικασιών, η προσαρμογή της νομοθεσίας στα σύγχρονα δεδομένα και η δημιουργία ενός σαφούς και λειτουργικού θεσμικού περιβάλλοντος θεωρούνται κρίσιμες προϋποθέσεις για την ενίσχυση των επενδύσεων και την ανάπτυξη της εξορυκτικής δραστηριότητας στην Ευρώπη.

Διαβάστε ακόμη