Η Τουρκία προχωρά στα σχέδια για τη δημιουργία ενός εξειδικευμένου χρηματιστηρίου ορυκτών, με στόχο τη διεύρυνση των δυνατοτήτων χρηματοδότησης του κλάδου και την ενίσχυση της διαφάνειας στις τιμές των πρώτων υλών. Σύμφωνα με το Energy Terminal, την πρωτοβουλία επιβεβαίωσε ο πρόεδρος της Ένωσης Μεταλλευτικών Εταιρειών Τουρκίας, Μεχμέτ Γιλμάζ, επισημαίνοντας ότι αναμένεται η απαραίτητη κανονιστική έγκριση, ενώ η λειτουργία της πλατφόρμας τοποθετείται χρονικά στο 2026.
Μιλώντας σε δημοσιογράφους στην Άγκυρα, ο Γιλμάζ ανέφερε ότι το σχέδιο περιλαμβάνεται στο 12ο Αναπτυξιακό Πρόγραμμα της χώρας για την περίοδο 2024-2028, το δεύτερο που καταρτίζεται στο πλαίσιο του προεδρικού συστήματος. Όπως σημειώνει, η ίδρυση του χρηματιστηρίου θα συμβάλει στη δημιουργία τιμών αναφοράς για στρατηγικά ορυκτά όπως ο χρυσός, ο χαλκός, το βόριο και οι σπάνιες γαίες, καθιστώντας την αγορά πιο διαφανή και εύκολη στην παρακολούθηση.
Ο στόχος του νέου εγχειρήματος της Τουρκίας και η «πληγή» του χρυσού
Η νέα αγορά σχεδιάζεται να εδρεύει στο Χρηματοοικονομικό Κέντρο της Κωνσταντινούπολης, ενώ αίτηση για τη λειτουργία της έχει ήδη καταθέσει το Ενεργειακό Χρηματιστήριο Κωνσταντινούπολης προς την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς της Τουρκίας. Όπως υπογράμμισε ο Γιλμάζ, στόχος είναι να δημιουργηθεί ένα περιβάλλον συναλλαγών χαμηλότερου ρίσκου, με προβλέψιμο βάθος αγοράς τόσο για τους παραγωγούς όσο και για τους επενδυτές.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στην πορεία των τιμών του χρυσού, εκτιμώντας ότι επίπεδα κοντά στα 5.000 δολάρια ανά ουγγιά τείνουν να αποτελέσουν «τη νέα κανονικότητα». Μια τέτοια εξέλιξη, ωστόσο, δημιουργεί σοβαρές προκλήσεις για χώρες που εξαρτώνται από εισαγωγές, όπως η Τουρκία. Σύμφωνα με στοιχεία για το 2025, κάθε αύξηση κατά 100 δολάρια στην τιμή της ουγγιάς επιβαρύνει το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της χώρας κατά περίπου 400 εκατομμύρια δολάρια.
Η εγχώρια παραγωγή χρυσού μειώθηκε το 2025 στους 28,4 τόνους, περίπου στο μισό του στόχου του κλάδου και στο χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας πενταετίας, ενώ οι συνολικές εισαγωγές χρυσού ανήλθαν στους 126,3 τόνους. Την ίδια στιγμή, οι εισαγωγές αργύρου σχεδόν διπλασιάστηκαν, φτάνοντας τους 860 τόνους, λόγω της αυξημένης ζήτησης από τη βιομηχανία και τους επενδυτές, κυρίως στους τομείς της ηλιακής ενέργειας και των ηλεκτρονικών.
Παρά τις πιέσεις, οι εξαγωγές του μεταλλευτικού τομέα κατέγραψαν άνοδο 3,4% το περασμένο έτος, φτάνοντας τα 6,2 δισεκατομμύρια δολάρια. Ο Γιλμάζ σημείωσε ότι η Τουρκία επιταχύνει παράλληλα την επέκτασή της στο εξωτερικό, υπογράφοντας το 2025 διακρατικές συμφωνίες με τον Νίγηρα, το Σουδάν, τη Σομαλία και το Ουζμπεκιστάν για συνεργασία στον τομέα των ορυκτών πόρων.
Επιπλέον, έκανε λόγο για στενότερες σχέσεις με τον Καναδά, ιδιαίτερα σε θέματα τεχνολογίας εξόρυξης και χρηματοδότησης, οι οποίες αναμένεται να ενισχυθούν περαιτέρω μέσω του σχεδιαζόμενου χρηματιστηρίου.
Καταλήγοντας, ο πρόεδρος της τουρκικής Ένωσης Μεταλλευτικών Εταιρειών τόνισε ότι, παρότι η εξορυκτική δραστηριότητα αντιστοιχεί περίπου στο 1% του ΑΕΠ της Τουρκίας, οι εξαγωγές ξεπερνούν τα 6 δισεκατομμύρια δολάρια και οι προοπτικές του κλάδου είναι τεράστιες. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, μετά τη γεωργία, η μεταλλευτική βιομηχανία αποτελεί τον δεύτερο πιο στρατηγικό τομέα της τουρκικής οικονομίας, με δυναμική που θα μπορούσε να φτάσει σε αξία τα τρισεκατομμύρια δολάρια τα επόμενα χρόνια.
Διαβάστε ακόμη
