Τη σχέση «απόλυτης αλληλεξάρτησης» μεταξύ γεωτρήσεων και γεωθερμίας και κατ’ επέκταση μεταξύ γεωτρήσεων και γεωενέργειας ανέδειξε με συγκεκριμένα τεχνικά και οικονομικά δεδομένα ο Απόστολος Αρβανίτης, προϊστάμενος του Τμήματος Γεωθερμίας της Ελληνικής Αρχής Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών (ΕΑΓΜΕ), εξηγώντας ότι χωρίς γεωτρητική δραστηριότητα δεν υπάρχει ούτε αξιόπιστη έρευνα ούτε ασφαλής αξιοποίηση του γεωθερμικού δυναμικού που «είναι αποθηκευμένο στο υπέδαφος», είτε ως ρευστά είτε ως θερμότητα γεωλογικών σχηματισμών.
Ο κ. Αρβανίτης έθεσε εξαρχής το πρακτικό όριο ανάμεσα στις «εκτιμήσεις» και στις «αποδείξεις», υπογραμμίζοντας ότι χωρίς γεωθερμικές γεωτρήσεις και –κυρίως– χωρίς δοκιμές παραγωγής, «όλα αυτά που λέμε για αποθέματα είναι απλά εκτιμήσεις» και μόνο μετά την επιτυχημένη γεώτρηση και τη δοκιμή παραγωγής μπορεί να υπάρξει βεβαιότητα για το τι περιέχει ένας ταμιευτήρας. Με άλλα λόγια, η γεώτρηση δεν είναι απλώς το εργαλείο πρόσβασης, αλλά το τεχνολογικό μέσο που “κλειδώνει” όλη την αλυσίδα: εντοπισμό, πρόσβαση, άντληση/απόληψη, αξιοποίηση και –μέσω της επανεισαγωγής– ορθολογική και βιώσιμη διαχείριση του πεδίου.
Στο ίδιο πλαίσιο, περιέγραψε γιατί οι γεωθερμικές γεωτρήσεις είναι τεχνικά σαφώς δυσκολότερες από τις υδρογεωτρήσεις. Η υδρογεώτρηση αφορά άντληση νερού «κρύου, πόσιμου», κατάλληλης ποιότητας για ύδρευση ή άρδευση, με θερμοκρασίες που, όπως είπε, κυμαίνονται έως περίπου 20–25°C. Αντίθετα, στη γεωθερμία αντλούνται «γεωθερμικά ρευστά» –συχνά με συνύπαρξη υγρής και αέριας φάσης– τα οποία προέρχονται από απομονωμένους ταμιευτήρες σε βάθος, με υψηλότερες θερμοκρασίες, διαφορετικές πιέσεις και, κυρίως, επιβαρυμένη χημική σύσταση λόγω μακροχρόνιας αλληλεπίδρασης με τους γεωλογικούς σχηματισμούς. Αυτός είναι και ο λόγος που, όπως τόνισε, τα γεωθερμικά ρευστά «σε καμία περίπτωση» δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για ύδρευση/άρδευση και πρέπει να επανεισάγονται στον ταμιευτήρα ώστε να αποφεύγονται περιβαλλοντικές επιπτώσεις και να διατηρείται η βιωσιμότητα του πεδίου.
Η τεχνική διαφοροποίηση δεν είναι θεωρητική. Ο κ. Αρβανίτης στάθηκε σε κρίσιμα στάδια κατασκευής που καθορίζουν αν μια γεώτρηση «θα πετύχει τον στόχο της και θα είναι βιώσιμη» για πολλά χρόνια. Έδωσε έμφαση στην ανάγκη απομόνωσης ρηχών υδροφόρων στρωμάτων μέσω τσιμέντωσης, με τσιμέντα «καθορισμένης σύστασης» και διαδικασίες που προσαρμόζονται «ανά περίπτωση και ανάλογα με τις συστάσεις των ρευστών», ώστε να αποφεύγονται πλευρικές διαρροές και ανεπιθύμητες επικοινωνίες μεταξύ στρωμάτων. Παράλληλα, εξήγησε ότι η σωλήνωση μιας γεωθερμικής γεώτρησης δεν μπορεί να είναι “τυπική”, καθώς πρέπει να αντέχει θερμοκρασίες, πιέσεις και διαβρωτικότητα, ενώ η ίδια η διαδικασία διάτρησης και ο τρόπος που «διατρείονται τα πετρώματα» απαιτεί διαφορετικές προδιαγραφές σε σχέση με απλούστερες γεωτρήσεις.
Σε αυτό το σημείο, συνέδεσε ρητά τη γεωθερμία με την τεχνογνωσία των υδρογονανθράκων: πολλές γεωθερμικές γεωτρήσεις μέσης/υψηλής θερμοκρασίας «μοιάζουν» τεχνολογικά με γεωτρήσεις υδρογονανθράκων, ακριβώς επειδή κινούνται σε μεγάλα βάθη και αντιμετωπίζουν υψηλές πιέσεις και θερμοκρασίες. Ωστόσο, ξεκαθάρισε ότι ο σχεδιασμός τους δεν ταυτίζεται, καθώς στη γεωθερμία απαιτούνται –κατά κανόνα– μεγαλύτερες παροχές ρευστών και οι χημικές συνθήκες ποικίλλουν έντονα από περιοχή σε περιοχή, επηρεάζοντας υλικά, διάμετρο, επιλογές τσιμέντωσης και συνολικό σχεδιασμό.
Η συζήτηση έδωσε συγκεκριμένη εικόνα και για τη “λογική” της έρευνας στο πεδίο. Ο κ. Αρβανίτης διαχώρισε δύο βασικές κατηγορίες ερευνητικών γεωτρήσεων: μικρής διαμέτρου, που εκτελούνται αρχικά επειδή το κόστος αυξάνει όσο μεγαλώνει η διάμετρος και επιδιώκουν να δώσουν την πρώτη, ασφαλή πληροφορία για τους γεωλογικούς σχηματισμούς και τη θερμοκρασία μέσω θερμομέτρησης στο εσωτερικό της γεώτρησης· και μεγάλης διαμέτρου, οι οποίες προσεγγίζουν τη λογική παραγωγικής γεώτρησης, επιτρέπουν δοκιμαστικές αντλήσεις και όπως είπε είναι το εργαλείο που τελικά αξιολογεί «την ποσότητα των ρευστών» και τον «χημισμό». Σημείωσε μάλιστα ότι τα δεδομένα που προκύπτουν από αυτές τις δοκιμές τροφοδοτούν τον καλύτερο σχεδιασμό των παραγωγικών γεωτρήσεων που θα ακολουθήσουν, ακριβώς επειδή τότε έχεις πλέον πραγματική εικόνα της χημικής σύστασης και μπορείς να “κλειδώσεις” υλικά και τεχνικές.
Πέρα από την επιβεβαίωση και την αξιολόγηση, ο κ. Αρβανίτης υπογράμμισε ότι ένα γεωθερμικό πεδίο δεν “αποκαλύπτεται” με μία γεώτρηση. Απαιτείται δίκτυο γεωτρήσεων για να γίνει η οριοθέτηση να προσδιοριστεί δηλαδή «μέχρι που φτάνουν τα όρια» και πού παύουν οι θερμοκρασίες/συνθήκες που υποδεικνύουν ενεργό ταμιευτήρα. Αυτό το στάδιο συνδέεται ευθέως με το κεντρικό πρόβλημα της γεωθερμίας διεθνώς: το γεωλογικό ρίσκο. Όπως τόνισε, «το νούμερο ένα πρόβλημα στην αξιοποίηση του γεωθερμικού δυναμικού» είναι ακριβώς η αβεβαιότητα που προκύπτει επειδή οι γεωλογικές συνθήκες μεταβάλλονται «όχι μόνο από περιοχή σε περιοχή, αλλά και από θέση σε θέση», άρα η συστηματική γεωτρητική έρευνα λειτουργεί ως μηχανισμός μείωσης ρίσκου.
Στην οικονομική διάσταση, ο κ. Αρβανίτης περιέγραψε τη γεώτρηση ως τη «μερίδα του λέοντος» στο επενδυτικό κόστος της γεωθερμίας, εξηγώντας ότι το CAPEX είναι υψηλότερο σε σχέση με άλλες ΑΠΕ ακριβώς επειδή χρειάζεσαι βαριά έργα υποδομής από την πρώτη φάση. Στα στοιχεία που αποτυπώθηκαν ως βασικό συμπέρασμα της συζήτησης, η συμμετοχή των γεωτρήσεων στο επενδυτικό κόστος εμφανίζεται να κινείται στο 30%–50% για υδροθερμικά γεωθερμικά συστήματα και να φτάνει έως και το 70% για τα EGS (Ενισχυμένα Γεωθερμικά Συστήματα), στοιχείο που καθιστά κρίσιμη την επιλογή θέσεων, τον σωστό σχεδιασμό και την άρτια κατασκευή, επειδή ένα τεχνικό λάθος “μεταφράζεται” άμεσα σε επενδυτικό αδιέξοδο.
Σε αυτό το σημείο, ο κ. Αρβανίτης ήταν ιδιαίτερα αιχμηρός για τις επιπτώσεις της κακής κατασκευής. Εξήγησε ότι μια κακοτεχνία μπορεί να οδηγήσει σε λανθασμένα συμπεράσματα για το αν μια περιοχή έχει γεωθερμικό ενδιαφέρον ή όχι, καθώς μια γεώτρηση που δεν αποδίδει λόγω κατασκευαστικού προβλήματος μπορεί να “καταδικάσει” μια περιοχή που στην πραγματικότητα διαθέτει πόρο. Επιπλέον, μπορεί να οδηγήσει σε υποεκτίμηση του δυναμικού, αν οι παροχές είναι μικρές όχι επειδή ο πόρος είναι φτωχός, αλλά επειδή η γεώτρηση δεν κατασκευάστηκε σωστά. Και σε λειτουργικό επίπεδο, προειδοποίησε ότι προβλήματα κατά τη λειτουργία μπορεί να οδηγήσουν ακόμη και σε καταστροφή γεωτρήσεων, συμπαρασύροντας οικονομικά τη γεωθερμική μονάδα που βασίζεται σε αυτές.
Ακριβώς γι’ αυτό, ο προϊστάμενος του Τμήματος Γεωθερμίας της ΕΑΓΜΕ ανέδειξε ως “κρυφό” αλλά καθοριστικό παράγοντα τη μηχανική γεωτρήσεων: «πίσω από το σωστό σχεδιασμό και την άρτια κατασκευή μιας γεώτρησης κρύβεται μια ολόκληρη επιστήμη», σημείωσε, τονίζοντας ότι απαιτείται εξειδικευμένο επιστημονικό και τεχνικό προσωπικό και, κυρίως, ειδικός Μηχανικός Γεωτρήσεων. Στην ίδια γραμμή περιέγραψε ως δομικό πρόβλημα για την Ελλάδα το έλλειμμα εξειδικευμένων στελεχών, καθώς μεγάλο μέρος της παλαιότερης γενιάς που απέκτησε την εμπειρία συνταξιοδοτήθηκε χωρίς να υπάρξει επαρκής «συνδετικός κρίκος» μεταφοράς γνώσης στους νεότερους, γεγονός που, όπως είπε, δυσκολεύει τόσο την περαιτέρω έρευνα όσο και τη μετάβαση σε φάση αξιοποίησης.
Ως “επόμενα βήματα” σε επίπεδο ουσίας, η συζήτηση κατέληξε σε μια καθαρή αλληλουχία που συνδέει τεχνική επάρκεια, δεδομένα και επενδυσιμότητα: ολοκλήρωση προκαταρκτικής έρευνας, εκτέλεση ερευνητικών γεωτρήσεων (μικρής και στη συνέχεια μεγάλης διαμέτρου), δοκιμές παραγωγής και αξιολόγηση ποσότητας/χημισμού, οριοθέτηση πεδίου με δίκτυο γεωτρήσεων, σχεδιασμός παραγωγικών και επανεισαγωγής γεωτρήσεων με στόχο τη διατήρηση πιέσεων και τη μακροχρόνια βιωσιμότητα, και τέλος δημιουργία των προϋποθέσεων για προσέλκυση επενδύσεων με μειωμένο γεωλογικό ρίσκο. Στον πυρήνα αυτής της αλυσίδας, ο κ. Αρβανίτης επανέλαβε ότι «χωρίς γεωθερμικές γεωτρήσεις δεν υπάρχει ούτε γεωθερμική έρευνα, ούτε γεωθερμική αξιοποίηση, ούτε ανάπτυξη της γεωθερμίας» – μια διαπίστωση που λειτουργεί ως κεντρικός άξονας πολιτικής και τεχνικής προτεραιοποίησης, εφόσον η χώρα θέλει να περάσει από τη συζήτηση για τις δυνατότητες στην πράξη της αξιοποίησης.
Διαβάστε ακόμη
