Οι κρίσιμες πρώτες ύλες αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι για την επίτευξη της ενεργειακής μετάβασης. Η προσπάθεια της Ευρώπης να απεξαρτηθεί ενεργειακά από άλλες χώρες περιλαμβάνει και τον στόχο απελευθέρωσης της Ε.Ε. από την εξάρτηση σε κρίσιμες πρώτες ύλες. Το πρώτο κρίσιμο ορυκτό στο οποίο η Ε.Ε. θα αποκτήσει αυτονομία παραγωγής είναι το γάλλιο, που παράγεται ήδη στην Ελλάδα από τη Metlen. Συνολικότερα, όμως, το στοίχημα της αυτονομίας της Ε.Ε., έτσι όπως ορίζεται από τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό για τις Κρίσιμες Πρώτες Ύλες, για να επιτευχθεί απαιτεί συγκεκριμένα βήματα ως προς την επίλυση ρυθμιστικών θεμάτων. Θα πρέπει, όπως αναφέρει ο Σύνδεσμος Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων (ΣΜΕ), να ολοκληρωθεί το συντομότερο δυνατό το θεσμικό πλαίσιο για τις τεχνικές απαιτήσεις που προκύπτουν από τον κανονισμό.
Όπως έχει αναφέρει το energygame.gr, το ζήτημα των κρίσιμων πρώτων υλών ήταν πάντα στις προτεραιότητες του ΥΠΕΝ και στόχος είναι να υπάρξουν τροποποιήσεις του θεσμικού πλαισίου προς την κατεύθυνση της απλοποίησης των διαδικασιών. Η Γενική Γραμματέας Ενέργειας και Ορυκτών Πρώτων Υλών, Δέσποινα Παληαρούτα, δηλώνει στο energygame.gr πως «οι κρίσιμες πρώτες ύλες αποτελούν βασικό συντελεστή για την υλοποίηση της ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας, την ενεργειακή μετάβαση και την ανθεκτικότητα της βιομηχανίας. Η πολιτική του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας ευθυγραμμίζεται με τις ευρωπαϊκές προτεραιότητες για διαφοροποίηση πηγών, ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής και μείωση των στρατηγικών εξαρτήσεων, όπως αποτυπώνονται στο Critical Raw Materials Act. Η Ελλάδα διαθέτει γεωλογικό δυναμικό που μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά σε αυτόν τον στόχο, υπό την προϋπόθεση υπεύθυνης αξιοποίησης, με σύγχρονο θεσμικό πλαίσιο, αυστηρά περιβαλλοντικά κριτήρια και κοινωνική αποδοχή. Στόχος μας είναι οι κρίσιμες πρώτες ύλες να ενταχθούν σε ένα συνεκτικό εθνικό και ευρωπαϊκό σχέδιο που ενισχύει την ασφάλεια εφοδιασμού, την ανταγωνιστικότητα και τη βιώσιμη ανάπτυξη».
Ο Σύνδεσμος Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων έστειλε χθες δύο υπομνήματα προς το Υπουργείο Ενέργειας σε σχέση με την αναγκαία επίλυση ρυθμιστικών θεμάτων. Το πρώτο αφορά το ιδιοκτησιακό καθεστώς των Κυκλάδων. Το δεύτερο περιλαμβάνει 12 προτάσεις για άμεσες βελτιώσεις κείμενων νομοθετικών διατάξεων. Σε κάποιες περιπτώσεις ζητείται να εξομοιωθεί η νομοθεσία με αυτή που ισχύει για άλλους κλάδους, ενώ σε άλλες προτείνονται επεκτάσεις στην εφαρμογή ορισμένων κανόνων. Όλες οι προτεινόμενες παρεμβάσεις, σύμφωνα με τον ΣΜΕ, στοχεύουν στο να θεραπεύσουν ζητήματα τα οποία, με την υπάρχουσα νομοθεσία, προσθέτουν κόστος και καθυστερήσεις στην εξορυκτική δραστηριότητα, χωρίς να προσφέρουν κανενός είδους ωφέλεια στο κοινωνικό σύνολο. Ανάμεσα στις προτάσεις περιλαμβάνονται και οι αποστάσεις ασφαλείας που πρέπει να διατηρούνται από ΑΠΕ σε σχέση με υπάρχοντα λατομεία. Τα δύο υπομνήματα είναι αποτέλεσμα επεξεργασίας νομικών, οι οποίοι κατέγραψαν τα «γκρίζα» σημεία της νομοθεσίας, όπως το παράδειγμα εταιρειών που, αν και μπορούν να κάνουν εξόρυξη σε ένα βουνό, δεν επιτρέπεται να εναποθέτουν σε κοντινή απόσταση το μετάλλευμα.
Σε ό,τι αφορά το καθεστώς των Κυκλάδων, τα ζητήματα παραμένουν περίπλοκα. Πιο συγκεκριμένα, το ιδιοκτησιακό καθεστώς ορισμένων δασικών εκτάσεων στη νησιωτική Ελλάδα ταλαιπωρεί τους νόμιμους ιδιοκτήτες για δεκαετίες, καθώς, σύμφωνα με το ΣΜΕ, ο νόμος ορίζει πως σε ορισμένες περιοχές δεν ισχύει το τεκμήριο ιδιοκτησίας του Δημοσίου επί των δασικών εκτάσεων. Το βάρος απόδειξης των τυχόν ιδιοκτησιακών του δικαιωμάτων πέφτει στο Δημόσιο. Από κει και πέρα, οι εξορυκτικές και λατομικές εκμεταλλεύσεις στις ανωτέρω περιοχές είναι αναγκασμένες να ασκήσουν αγωγή κατά του Δημοσίου. Όπως σημειώνει ο ΣΜΕ σε σχετική ανακοίνωση, οι περισσότερες από αυτές τις αγωγές απορρίπτονταν ως αόριστες, διότι θα έπρεπε οι ιδιώτες να προσκομίσουν αποδείξεις για πράξεις νομής από το 1885. Ταυτόχρονα, όμως, δεν αναγνωρίσθηκε και κυριότητα στο Δημόσιο, το οποίο είχε προβάλει ένσταση ιδίας κυριότητας. Με την εφαρμογή του Κτηματολογίου και επειδή η πρώτη εγγραφή είναι στο όνομα του ιδιώτη, το Δημόσιο θα όφειλε να ασκήσει κτηματολογική αγωγή προκειμένου να επιδιώξει την αλλαγή της ως άνω κτηματολογικής εγγραφής. Τέτοια αγωγή ουδέποτε ασκήθηκε. Το αποτέλεσμα είναι το Δημόσιο να αδυνατεί να εκμισθώσει τον χώρο, καθώς, βάσει του Κτηματολογίου, φέρεται να είναι ιδιωτικός. Αξίζει να σημειωθεί πως οι εξορυκτικές εκμεταλλεύσεις, παράλληλα με τις αγωγές, οφείλουν να καταθέσουν εγγυητικές επιστολές για μελλοντικά μισθώματα, οι οποίες διογκώνονται, λόγω της μακράς διάρκειας των δικών, σε επίπεδα που οι επιχειρήσεις αδυνατούν να αντιμετωπίσουν.
«Όπως έχουμε επανειλημμένα δηλώσει, η ποιότητα της νομοθεσίας, τόσο εθνικής όσο και ευρωπαϊκής, δεν βελτιώνεται με τα χρόνια. Αυτό, σε συνδυασμό με την “κανονιστική μανία” των Βρυξελλών και τις εγγενείς αδυναμίες της ελληνικής δημόσιας διοίκησης, έχει οδηγήσει στη συσσώρευση ζητημάτων που αφορούν κενά, ασάφειες ή αντικρουόμενες διατάξεις. Μπορεί το καθένα από αυτά να μην παίζει καταλυτικό ρόλο στην ανάπτυξη του κλάδου μας, αλλά το σύνολό τους εν τέλει συνιστά μια ουσιαστική τροχοπέδη. Αποστείλαμε στο ΥΠΕΝ μια πρώτη ομάδα τέτοιων απλών θεμάτων, ευελπιστώντας ότι αυτή τη φορά θα γίνουν μερικά βήματα ουσιαστικής απλοποίησης της νομοθεσίας», δηλώνει στο energygame.gr ο Κωνσταντίνος Γιαζιτζόγλου, πρόεδρος του Συνδέσμου Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων.
Διαβάστε ακόμη
