Η Ουάσιγκτον προσπαθεί να επιταχύνει τις διεθνείς προσπάθειες για τη μείωση της εξάρτησης από την Κίνα στον τομέα των σπάνιων γαιών, καθώς οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι και οι περιορισμοί στις αλυσίδες εφοδιασμού αποκτούν ολοένα και μεγαλύτερη σημασία για την παγκόσμια οικονομία και την ενεργειακή μετάβαση. Στο επίκεντρο των εξελίξεων βρίσκεται ο Υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Scott Bessent, ο οποίος συγκαλεί στην Ουάσιγκτον συνάντηση υψηλού επιπέδου με υπουργούς Οικονομικών και ανώτατους αξιωματούχους από τις χώρες της G7 (ΗΠΑ, Καναδάς, Ιαπωνία, Γερμανία, Γαλλία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ιταλία) αλλά και βασικούς εταίρους.
Ανάγκη για επείγουσα δράση
Στη συνάντηση, που ξεκίνησε με δείπνο χθες, Κυριακή και συνεχίζεται, σήμερα, Δευτέρα, συμμετέχουν εκπρόσωποι από τις χώρες της G7, την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και από την Ινδία, τη Νότια Κορέα, την Αυστραλία και το Μεξικό. Συνολικά, το σχήμα αυτό αντιπροσωπεύει περίπου το 60% της παγκόσμιας ζήτησης για τα κρίσιμα ορυκτά.
Σύμφωνα με ανώτερο Αμερικανό αξιωματούχο που επικαλείται το Reuters, ο Bessent εμφανίζεται απογοητευμένος από την έλλειψη αίσθησης κατεπείγοντος που επιδεικνύουν αρκετές χώρες, παρά τις δεσμεύσεις που αναλήφθηκαν στη Σύνοδο Κορυφής της G7 στον Καναδά τον Ιούνιο. Εκεί, οι ηγέτες είχαν καταλήξει σε συμφωνία για σχέδιο δράσης με σκοπό την ενίσχυση της ασφάλειας των εφοδιαστικών αλυσίδων, χωρίς ωστόσο να πραγματοποιηθούν μέχρι σήμερα ουσιαστικά βήματα υλοποίησης.
Η κυριαρχία της Κίνας στα κρίσιμα μέταλλα
Η ανησυχία της Ουάσιγκτον δεν είναι αβάσιμη. Η Κίνα κυριαρχεί στην παγκόσμια αλυσίδα αξίας των κρίσιμων ορυκτών, ελέγχοντας από 47% έως και 87% της παγκόσμιας διύλισης χαλκού, λιθίου, κοβαλτίου, γραφίτη και σπάνιων γαιών, υλικά που είναι ζωτικής σημασίας για την αμυντική βιομηχανία, τους ημιαγωγούς, τις εγκαταστάσεις ΑΠΕ, τις μπαταρίες και τις προηγμένες βιομηχανικές διεργασίες. Η εμπειρία της Ιαπωνίας το 2010, όταν η Κίνα διέκοψε αιφνιδιαστικά τις εξαγωγές σπάνιων γαιών, λειτουργεί μέχρι σήμερα ως προειδοποιητικό παράδειγμα για τις γεωπολιτικές διαστάσεις του ζητήματος. Τότε, το Τόκιο αναγκάστηκε να κινηθεί ταχύτατα για τη διαφοροποίηση των προμηθειών του, επενδύοντας σε εναλλακτικές πηγές και τεχνολογίες. Ωστόσο, πέρα από την ιαπωνική εξαίρεση, οι περισσότερες χώρες της G7 δεν προχώρησαν με την ίδια αποφασιστικότητα. Αποτέλεσμα είναι να παραμένουν σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένες από τις κινεζικές προμήθειες, γεγονός που ενισχύει την ανησυχία για την ανθεκτικότητα των δυτικών εφοδιαστικών αλυσίδων σε ένα ασταθές περιβάλλον αυξανόμενων γεωπολιτικών εντάσεων.
Οι ΗΠΑ σε ρόλο συντονιστή
Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν να αναλάβουν τα ηνία αυτής της κατάστασης, καλώντας τους συμμάχους τους να κινηθούν ταχύτερα και πιο συντονισμένα. Όπως επισημαίνεται, η αμερικανική πλευρά είναι έτοιμη να προχωρήσει με όσους συμμερίζονται την ίδια αίσθηση επείγοντος, αφήνοντας ανοιχτή την πόρτα για όσους ακολουθήσουν αργότερα.
Στο πλαίσιο αυτό, η Ουάσιγκτον προωθεί συμφωνίες για την ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής και τη διαφοροποίηση των προμηθειών, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη συμφωνία που υπέγραψε με την Αυστραλία τον Οκτώβριο με στόχο την αντιμετώπιση της κυριαρχίας της Κίνας στον τομέα των κρίσιμων ορυκτών. Η συμφωνία περιλαμβάνει επενδυτικό χαρτοφυλάκιο ύψους 8,5 δισ. δολαρίων και τη δημιουργία στρατηγικών αποθεμάτων.
Παρότι έχουν γίνει ορισμένα βήματα, στην Ουάσινγκτον αναγνωρίζεται ανοιχτά ότι το ζήτημα απέχει ακόμη πολύ από τη λύση του. Η πρόσφατη απόφαση της Κίνας να περιορίσει τις εξαγωγές σπάνιων γαιών και μαγνητών προς ιαπωνικές εταιρείες λειτούργησε ως ακόμη ένα καμπανάκι, εντείνοντας την πίεση για ταχύτερες και πιο συντονισμένες αποφάσεις. Η συνάντηση στην πρωτεύουσα των ΗΠΑ δύσκολα θα οδηγήσει άμεσα σε συγκεκριμένα μέτρα, στέλνει όμως ένα σαφές μήνυμα: ο ανταγωνισμός για τον έλεγχο των κρίσιμων ορυκτών έχει πλέον περάσει σε φάση ανοιχτής πολιτικής και οικονομικής αντιπαράθεσης, με επιπτώσεις που θα επηρεάσουν μακροπρόθεσμα τόσο την ενεργειακή μετάβαση όσο και τη βιομηχανική ασφάλεια διεθνώς.
Διαβάστε ακόμη
