Το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Αθήνας (ΒΕΑ) διεκδικεί την επέκταση των μέτρων ενεργειακής στήριξης στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αντιδρώντας στον αποκλεισμό τους από το πρόσφατο κυβερνητικό πακέτο των 95 εκατ. ευρώ. Η εν λόγω κρατική παρέμβαση, αν και κρίνεται θετική για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της εγχώριας βιομηχανίας, δημιουργεί ένα σύστημα επιλεκτικής στήριξης που αφήνει πλήρως ακάλυπτη την ενεργοβόρα βιοτεχνία, η οποία καλείται να λειτουργήσει με αισθητά μικρότερες οικονομικές αντοχές.

Η φύση της μικρής παραγωγής δεν επιτρέπει ευελιξία στην κατανάλωση. Μονάδες παραγωγής και επεξεργασίας τροφίμων, αρτοποιεία, εργαστήρια ζαχαροπλαστικής, μηχανουργεία, επιχειρήσεις μεταλλικών κατασκευών, ξυλουργεία, επιπλοποιίες, τυπογραφεία και επαγγελματικά πλυντήρια βασίζονται σε εξοπλισμό που δεν δύναται να τεθεί εκτός λειτουργίας. Οι ψυκτικοί θάλαμοι και τα μηχανήματα παραγωγής απαιτούν αδιάλειπτη παροχή, καθιστώντας το ενεργειακό κόστος ανελαστικό, με άμεσες συνέπειες στη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων.

Την ίδια στιγμή, το ΒΕΑ υπογραμμίζει το δομικό μειονέκτημα των μικρότερων επιχειρήσεων: διαθέτουν ελάχιστη διαπραγματευτική ισχύ απέναντι στους παρόχους ηλεκτρικής ενέργειας και εξαιρετικά δυσχερή πρόσβαση σε τραπεζική χρηματοδότηση για υποδομές αυτοπαραγωγής ή ενεργειακής εξοικονόμησης. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι διοικήσεις καλούνται είτε να απορροφήσουν τις αυξήσεις, συμπιέζοντας τα ήδη στενά περιθώρια κέρδους τους, είτε να προχωρήσουν σε ανατιμήσεις, μεταφέροντας το βάρος στον καταναλωτή.

Δαμίγος: Το ενεργειακό κόστος δεν κάνει διακρίσεις

Ο πρόεδρος του ΒΕΑ, Κωνσταντίνος Δαμίγος, σημείωσε ότι η κυβέρνηση, μέσω της στήριξης προς τη βιομηχανία, παραδέχεται έμπρακτα την ανάγκη κρατικής παρέμβασης στην αγορά ενέργειας. «Αυτή η αναγνώριση πρέπει τώρα να μεταφραστεί σε λύση και για τη βιοτεχνία. Διαφορετικά, στέλνεται το μήνυμα ότι η δυνατότητα μιας επιχείρησης να συνεχίσει να παράγει εξαρτάται από το αν χωρά στη λίστα των δικαιούχων», τόνισε, προσθέτοντας ότι η παραγωγική υποδομή δεκαετιών, εάν καταρρεύσει, δεν αναπληρώνεται. Ο ίδιος κάλεσε τα αρμόδια υπουργεία να προχωρήσουν σε άμεσες και συγκεκριμένες δεσμεύσεις.

Το μακροοικονομικό αποτύπωμα του κλάδου παραμένει κυρίαρχο. Βάσει εκτιμήσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το 2024 (με στοιχεία του ΟΟΣΑ), οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αριθμούν 818.747, αντιπροσωπεύοντας το 99,9% του πεδίου αναφοράς, καθιστώντας τη στήριξή τους μονόδρομο για τη συνοχή της παραγωγικής βάσης.

Το ΒΕΑ επαναφέρει την πρότασή του για τη δημιουργία μόνιμου μηχανισμού αντιστάθμισης του ενεργειακού κόστους, διεκδικώντας από την Πολιτεία:

  • Στοχευμένη επιδότηση του ενεργειακού κόστους για τις ενεργοβόρες πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις που παραμένουν εκτός σχήματος.
  • Διαφανή κριτήρια επιλεξιμότητας, προσαρμοσμένα στην κατανάλωση και στο ποσοστό της ενεργειακής δαπάνης επί του συνολικού λειτουργικού κόστους.
  • Απλοποίηση των διαδικασιών ένταξης και ταχεία εκταμίευση των ενισχύσεων, χωρίς δυσανάλογα γραφειοκρατικά βάρη.
  • Δημιουργία προγραμμάτων αυτοπαραγωγής και εξοικονόμησης, με ουσιαστική χρηματοδότηση και εφικτά ποσοστά ίδιας συμμετοχής.
  • Ενεργή συμμετοχή των Βιοτεχνικών Επιμελητηρίων στον σχεδιασμό των μέτρων για την ακριβή αποτύπωση των αναγκών των κλάδων.

Η προστασία της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας προϋποθέτει στήριξη σε ολόκληρη την παραγωγική αλυσίδα, εντάσσοντας τη βιοτεχνία στον κεντρικό ενεργειακό σχεδιασμό της χώρας.

Διαβάστε ακόμη