Η τύχη των λιγνιτικών εγκαταστάσεων της Δυτικής Μακεδονίας και το ζήτημα της ενεργειακής μετάβασης βρέθηκαν στο επίκεντρο της συζήτησης στη Βουλή, με τον υφυπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκο Τσάφο να υπερασπίζεται την κυβερνητική επιλογή για την απολιγνιτοποίηση και την αποκατάσταση των παλαιών βιομηχανικών χώρων της περιοχής.

Απαντώντας στην επίκαιρη ερώτηση της ανεξάρτητης βουλευτού Κοζάνης Καλλιόπης Βέττα σχετικά με την «εξαφάνιση» των λιγνιτικών υποδομών στη Δυτική Μακεδονία, ο κ. Τσάφος υποστήριξε ότι η συζήτηση πρέπει να βασίζεται στα πραγματικά οικονομικά και τεχνικά δεδομένα των μονάδων, επισημαίνοντας πως ο λιγνίτης έχει χάσει την ανταγωνιστικότητά του στο σημερινό ενεργειακό περιβάλλον.

Ο υφυπουργός αναφέρθηκε αρχικά στην πορεία της μείωσης της λιγνιτικής παραγωγής, υποστηρίζοντας ότι η υποχώρηση του λιγνίτη δεν αποτελεί αποκλειστικά επιλογή της σημερινής κυβέρνησης, αλλά μια διαδικασία που εξελίσσεται εδώ και χρόνια. Όπως ανέφερε, μεγάλο μέρος της μείωσης της λιγνιτικής παραγωγής σημειώθηκε την περίοδο 2014-2019, ενώ τόνισε ότι οι σημερινές συνθήκες, με το υψηλό κόστος των δικαιωμάτων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, καθιστούν τον λιγνίτη οικονομικά δυσβάσταχτο.

«Τα νούμερα δεν βγαίνουν», ανέφερε χαρακτηριστικά, σημειώνοντας πως η διατήρηση του λιγνίτη θα συνεπαγόταν υψηλότερο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας για τους καταναλωτές. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι μια διαφορετική προσέγγιση θα μπορούσε να είναι πολιτικά αποδεκτή μόνο εφόσον διατυπωνόταν ξεκάθαρα η θέση ότι η χώρα είναι διατεθειμένη να πληρώσει ακριβότερο ρεύμα για τη διατήρηση του εθνικού καυσίμου.

«Δεν μιλάμε για λειτουργικό εξοπλισμό, αλλά για μονάδες στο τέλος της ζωής τους»

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο κ. Τσάφος στις εγκαταστάσεις της ΔΕΗ στη Δυτική Μακεδονία και στις εργασίες αποξήλωσης και αποκατάστασης των χώρων. Υποστήριξε ότι ο εξοπλισμός πολλών μονάδων είναι παλαιός, ξεπερνά σε αρκετές περιπτώσεις τις τρεις ή τέσσερις δεκαετίες λειτουργίας και δεν παρουσιάζει πλέον εμπορικό ενδιαφέρον.

Επικαλούμενος και τις θέσεις της ΔΕΗ, σημείωσε ότι μέρος του εξοπλισμού έχει ξεπεράσει τα 50 χρόνια ζωής και ότι η αποσυναρμολόγηση συγκεκριμένων εγκαταστάσεων θα δημιουργούσε ζητήματα ασφάλειας για τους εργαζόμενους. Για τον λόγο αυτό, όπως ανέφερε, επιλέγεται η μέθοδος που θεωρείται καταλληλότερη τεχνικά και ασφαλέστερη.

«Κάποια στιγμή κάποιες μηχανές φτάνουν στο τέλος της χρησιμότητάς τους και δεν μπορούν να αξιοποιηθούν πια», ανέφερε, συγκρίνοντας την κατάσταση του παλιού ενεργειακού εξοπλισμού με μηχανήματα που χάνουν την αξία τους μετά από πολλές δεκαετίες χρήσης.

Παράλληλα, τόνισε ότι οι παλαιές λιγνιτικές μονάδες είχαν ξεπεράσει τα περιβαλλοντικά όρια λειτουργίας τους, υπογραμμίζοντας πως η συζήτηση δεν αφορά μόνο τις εκπομπές άνθρακα, αλλά και τις επιπτώσεις στη δημόσια υγεία από τη λειτουργία των εγκαταστάσεων.

Η πρόταση για διατήρηση στοιχείων βιομηχανικής κληρονομιάς

Ο υφυπουργός αναφέρθηκε και στο ζήτημα της βιομηχανικής κληρονομιάς, υποστηρίζοντας ότι η διατήρηση συγκεκριμένων στοιχείων των εγκαταστάσεων μπορεί να αποτελέσει μέρος της επόμενης ημέρας για την περιοχή.

Όπως ανέφερε, η ΔΕΗ έχει προχωρήσει στον σχεδιασμό δημιουργίας μουσείου στην περιοχή, με στόχο να διατηρηθούν στοιχεία της ιστορίας της ηλεκτροπαραγωγής, ενώ οι υπόλοιποι χώροι μπορούν να αποκατασταθούν και να αξιοποιηθούν για νέες οικονομικές δραστηριότητες.

Στο πλαίσιο αυτό, παρουσίασε τις νέες επενδύσεις που σχεδιάζονται ή υλοποιούνται στη Δυτική Μακεδονία, όπως έργα αποθήκευσης ενέργειας, φωτοβολταϊκά, μπαταρίες, η μετατροπή της Πτολεμαΐδας 5 σε μονάδα φυσικού αερίου και η ανάπτυξη υποδομών ψηφιακής τεχνολογίας.

«Το δίλημμα είναι αποκατάσταση ή εγκατάλειψη»

Κλείνοντας την τοποθέτησή του, ο κ. Τσάφος έθεσε το ζήτημα ως επιλογή ανάμεσα στη διατήρηση παλαιού εξοπλισμού χωρίς πρακτική αξιοποίηση και στην αποκατάσταση των χώρων ώστε να δημιουργηθούν νέες δυνατότητες ανάπτυξης.

«Το βασικό ερώτημα για αυτές τις παλιές μονάδες και τον εξοπλισμό είναι αν θα πρέπει να τον αφήσουμε εκεί να σκουριάζει ή να προχωρήσουμε στην αποκατάσταση των χώρων ώστε να μπορέσουν να αξιοποιηθούν για κάτι άλλο», ανέφερε.

Ο υφυπουργός επέμεινε ότι η ενεργειακή πολιτική πρέπει να λαμβάνει υπόψη το κόστος παραγωγής και τη δυνατότητα παροχής ηλεκτρικής ενέργειας σε προσιτές τιμές για τους πολίτες, υποστηρίζοντας πως η επιστροφή σε ένα μοντέλο βασισμένο στον λιγνίτη δεν αποτελεί οικονομικά βιώσιμη επιλογή.

«Ιστορική επένδυση στην εξοικονόμηση ενέργειας της χώρας»

Παράλληλα, απαντώντας σε ερώτηση για τα προγράμματα εξοικονόμησης και το Ταμείο Ανάκαμψης, ο κ. Τσάφος ανέφερε πως «τώρα που κλείνει το Ταμείο Ανάκαμψης, έχει αξία να αντιληφθούμε ότι τα τελευταία χρόνια έγινε μια ιστορική επένδυση στην εξοικονόμηση ενέργειας της χώρας. Από τα διάφορα προγράμματα “Εξοικονομώ” είχαμε πάνω από 100 χιλιάδες παρεμβάσεις. Είναι μια ιστορική παρέμβαση στο κτιριακό απόθεμα της χώρας. Ταυτόχρονα, τα “Εξοικονομώ” είναι μέρος ενός ευρύτερου πλέγματος δράσεων. Είχαμε την παρέμβαση για τις αντλίες θερμότητας και τους θερμοσίφωνες, όπου είχαμε πάνω από 93 χιλιάδες παρεμβάσεις που έχουν ολοκληρωθεί. Και, φυσικά, είχαμε και παλιότερες παρεμβάσεις με εκατοντάδες χιλιάδες δικαιούχους». Πρόκειται για μια ιστορική παρέμβαση στη σύγχρονη πορεία της χώρας για την εξοικονόμηση, δήλωσε.

Στη συνέχεια, πρόσθεσε: «Αυτός ήταν ο ένας από τους τρεις μεγάλους πυλώνες του Ταμείου Ανάκαμψης. Ενάμισι δισ. ευρώ πήγε στην εξοικονόμηση ενέργειας, ενάμισι δισ. πήγε σε ΑΠΕ, δίκτυα, αποθήκευση. Ο τρίτος πυλώνας ήταν στοχευμένος στη βιομηχανία: 400 εκατ. σε έργα υδρογόνου, “Produc-E Green” και έργα δέσμευσης και αποθήκευσης άνθρακα». «Αυτά τα νούμερα, και ειδικά το πρόγραμμα “Εξοικονομώ”, δίνουν μια σαφή απάντηση για την ικανότητα της κυβέρνησης να αξιοποιήσει αυτούς τους ευρωπαϊκούς πόρους προς όφελος του καταναλωτή», κατέληξε ο κ. Τσάφος.

Διαβάστε ακόμα