Τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη αναμένεται, εκτός απροόπτου, να συνοδεύσει στο Παρίσι ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκος Τσάφος, στο πλαίσιο της διεθνούς συνδιάσκεψης για την πυρηνική ενέργεια (Nuclear Energy Summit) που θα πραγματοποιηθεί την Τρίτη 10 Μαρτίου στη γαλλική πρωτεύουσα. Τη σύνοδο διοργανώνει η γαλλική κυβέρνηση σε συνεργασία με τον Διεθνή Οργανισμό Ατομικής Ενέργειας (IAEA), φιλοδοξώντας να επιταχύνει την ανάπτυξη της πυρηνικής τεχνολογίας στην Ευρώπη και να επανατοποθετήσει τον ρόλο της στο ενεργειακό μείγμα της ηπείρου σε μια περίοδο έντονων γεωπολιτικών και ενεργειακών ανακατατάξεων.

Η ελληνική παρουσία σε μια τέτοια συνάντηση υψηλού επιπέδου αποκτά ιδιαίτερο συμβολισμό. Αν και η Αθήνα δεν έχει ανακοινώσει κάποιον σχεδιασμό για ανάπτυξη πυρηνικών εγκαταστάσεων, η συμμετοχή του πρωθυπουργού και του αρμόδιου υφυπουργού σε αυτή τη συζήτηση ερμηνεύεται από παράγοντες της αγοράς ως ένδειξη ότι η Ελλάδα αρχίζει να παρακολουθεί πιο ενεργά τις ευρωπαϊκές εξελίξεις γύρω από την πιο διχαστική, αλλά και ολοένα πιο στρατηγική, μορφή ενέργειας της ενεργειακής μετάβασης. Με άλλα λόγια, η χώρα φαίνεται να επιλέγει να βρίσκεται στο τραπέζι του ευρωπαϊκού διαλόγου για τις τεχνολογίες που θα διαμορφώσουν το ενεργειακό σύστημα των επόμενων δεκαετιών.

Η συγκυρία δεν είναι τυχαία. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν αντιμετωπίζει πλέον την πυρηνική ενέργεια ως μια τεχνολογία που θα περιμένει στο περιθώριο μέχρι να ωριμάσουν οι μικροί αρθρωτοί αντιδραστήρες (SMRs), ούτε τη μεταθέτει σε ένα αόριστο τεχνολογικό μέλλον. Αντίθετα, σύμφωνα με τη νέα έκθεση του Joint Research Centre για την πυρηνική ενέργεια στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η Κομισιόν επανατοποθετεί την τεχνολογία στον πυρήνα του ευρωπαϊκού ενεργειακού και βιομηχανικού σχεδιασμού, αναγνωρίζοντάς την ως έναν σταθερό πυλώνα χαμηλών εκπομπών, ασφάλειας εφοδιασμού και συστημικής σταθερότητας.

Όπως σημειώνουν παράγοντες της αγοράς, η πυρηνική ενέργεια δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως μια προσωρινή ή μεταβατική λύση μέχρι να αναπτυχθούν άλλες τεχνολογίες. Αντίθετα, θεωρείται στοιχείο που πρέπει να διατηρηθεί, να εκσυγχρονιστεί και να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες της ενεργειακής μετάβασης. Σε μια περίοδο όπου η Ευρώπη αναζητά έναν αξιόπιστο ενεργειακό «στυλοβάτη» για το ηλεκτρικό της σύστημα, η πυρηνική ενέργεια επανέρχεται ως μία από τις λίγες τεχνολογίες που μπορούν να προσφέρουν σταθερή ηλεκτροπαραγωγή χαμηλών εκπομπών σε μεγάλη κλίμακα.

Η «επόμενη ημέρα» της πυρηνικής ενέργειας στην Ευρώπη διαμορφώνεται μέσα από μια ευρύτερη στρατηγική ανασύνταξης σε τρία βασικά μέτωπα. Πρώτον, η Ευρώπη καλείται να αντιμετωπίσει το χρόνιο πρόβλημα κόστους και καθυστερήσεων που χαρακτήρισε μεγάλα πυρηνικά έργα την τελευταία δεκαετία, μέσα από αυστηρότερα κριτήρια ωριμότητας, μεγαλύτερη τυποποίηση τεχνολογιών και σαφέστερα χρονοδιαγράμματα υλοποίησης.

Δεύτερον, υπάρχει ανάγκη ενίσχυσης της ευρωπαϊκής εφοδιαστικής αλυσίδας στον πυρηνικό τομέα, από τον εξοπλισμό πυρηνικής ποιότητας έως το καύσιμο νέας γενιάς, προκειμένου να μειωθούν στρατηγικές εξαρτήσεις και να ενισχυθεί η ευρωπαϊκή βιομηχανική βάση.

Τρίτον, η πυρηνική πολιτική συνδέεται πλέον άμεσα με το ανθρώπινο κεφάλαιο και τη χρηματοδότηση. Η Ευρώπη θα χρειαστεί περίπου 250.000 νέους επιστήμονες και μηχανικούς έως τα μέσα του αιώνα, ενώ οι επενδύσεις στον τομέα εκτιμάται ότι θα ξεπεράσουν τα 240 δισ. ευρώ μέχρι το 2050. Η πυρηνική ενέργεια, επομένως, παύει να αποτελεί απλώς τεχνικό ζήτημα ενεργειακής πολιτικής και μετατρέπεται σε κρίσιμο πυλώνα βιομηχανικής στρατηγικής, ανταγωνιστικότητας και στρατηγικής αυτονομίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Σήμερα, η πυρηνική ενέργεια καλύπτει περίπου το 23% της ηλεκτροπαραγωγής στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με περισσότερους από 100 ενεργούς αντιδραστήρες. Το πραγματικό ερώτημα για τις ευρωπαϊκές πολιτικές δεν είναι αν η πυρηνική ενέργεια «επιστρέφει», αλλά πώς θα αποφευχθεί η σταδιακή απομείωση του υφιστάμενου στόλου τις επόμενες δεκαετίες και πώς θα διασφαλιστεί η συνέχειά του έως και μετά το 2050.

Σε αυτό το πλαίσιο, η παράταση ζωής των υφιστάμενων πυρηνικών μονάδων αναδεικνύεται σε κρίσιμη επιλογή. Δεν αποτελεί μόνο την πιο οικονομικά αποδοτική λύση χαμηλών εκπομπών, αλλά λειτουργεί και ως αναγκαία γέφυρα για το ενεργειακό σύστημα της Ευρώπης: διατηρεί την ισχύ βάσης όσο ωριμάζουν οι νέες επενδύσεις και οι επόμενες τεχνολογικές γενιές αντιδραστήρων. Χωρίς αυτή τη γέφυρα, το κενό ισχύος που δημιουργείται δεν μπορεί να καλυφθεί ούτε τεχνικά ούτε χρονικά.

Ο ρόλος της Ελλάδας

Μέσα σε αυτή τη νέα ευρωπαϊκή πραγματικότητα, η Ελλάδα φαίνεται να παρακολουθεί προσεκτικά τις εξελίξεις. Χωρίς ακόμη να ανοίγει επισήμως τον φάκελο της πυρηνικής ενέργειας, η Αθήνα δείχνει να επιβιβάζεται, διακριτικά αλλά συνειδητά, στο ευρωπαϊκό «πυρηνικό βαγόνι».

η Ελλάδα βρίσκεται σε φάση πολιτικής διερεύνησης και θεσμικής προετοιμασίας, όχι λήψης αποφάσεων. Δεν διαθέτει ενεργό πυρηνικό πρόγραμμα, αλλά η χώρα έχει δηλώσει «το παρών» στις εργασίες της Πυρηνικής Συμμαχίας με καθεστώς παρατηρητή, αποκτώντας πρόσβαση στον διάλογο, στα τεχνικά δεδομένα και στις πολιτικές ζυμώσεις, χωρίς όμως να αναλαμβάνει δεσμεύσεις ή να συγκαταλέγεται ακόμη στον «σκληρό πυρήνα» των χωρών που προωθούν ενεργά πυρηνικά έργα.

Για να μπορέσει η Ελλάδα να ανοίξει με αξιώσεις τον φάκελο της πυρηνικής ενέργειας, απαιτείται πρώτα η θεσμική συγκρότηση ενός ενιαίου εθνικού κέντρου συντονισμού, που θα αναλάβει τον συνολικό σχεδιασμό και τη διακυβέρνηση του εγχειρήματος. Δεύτερον, η ένταξη της πυρηνικής ενέργειας, έστω σεναριακά, στο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα, ώστε η συζήτηση να αποκτήσει θεσμικό έρεισμα και να πάψει να κινείται εκτός επίσημου ενεργειακού σχεδιασμού. Τρίτον, η δημιουργία ενός αξιόπιστου πλαισίου διαχείρισης πυρηνικών αποβλήτων, με σαφή κατανομή αρμοδιοτήτων και διεθνείς συνεργασίες για τα χρησιμοποιημένα καύσιμα. Τέταρτον, η σύναψη διακρατικών συμφωνιών με χώρες πυρηνικής τεχνογνωσίας, που θα εξασφαλίζουν πρόσβαση σε ώριμη τεχνολογία, αδειοδοτημένα σχέδια και τεχνική υποστήριξη. Και πέμπτον, η οικοδόμηση κοινωνικής αποδοχής, μέσα από ισχυρή, ανεξάρτητη ρυθμιστική εποπτεία, διαφάνεια και μακροπρόθεσμη δέσμευση στην ασφάλεια.

Με άλλα λόγια, η Ελλάδα δεν είναι πια εκτός συζήτησης, αλλά ούτε και εντός στρατηγικού σχεδιασμού: παρακολουθεί, χαρτογραφεί και προετοιμάζεται, σε μια συγκυρία όπου οι ευρωπαϊκές αποφάσεις επιταχύνονται και το περιθώριο αδράνειας στενεύει. Αυτό το ενδιάμεσο στάδιο της παρατήρησης χωρίς θεσμική ενσωμάτωση είναι και το κρίσιμο σημείο καμπής για το αν η χώρα θα περάσει εγκαίρως από τον ρόλο του θεατή σε εκείνον του συνδιαμορφωτή.

Διαβάστε ακόμη