Το NORSI, το τέταρτο μεγαλύτερο διυλιστήριο πετρελαίου της Ρωσίας, ανέστειλε τη λειτουργία του στις 5 Απριλίου έπειτα από επίθεση ουκρανικών drones, σύμφωνα με δύο πηγές του κλάδου που μίλησαν στο Reuters την Τρίτη. Η προσωρινή διακοπή λειτουργίας του διυλιστηρίου αναμένεται να προσθέσει περαιτέρω αβεβαιότητα στον ενεργειακό τομέα της Ρωσίας, ο οποίος έχει ήδη πληγεί από συνεχείς ουκρανικές επιθέσεις. Οι επιθέσεις αυτές περιλαμβάνουν και πλήγματα σε βασικούς τερματικούς σταθμούς εξαγωγής πετρελαίου, τόσο στη Μαύρη Θάλασσα όσο και στη Βαλτική Θάλασσα, επιβαρύνοντας σημαντικά τις ενεργειακές υποδομές της χώρας.

Οι ρωσικές αρχές ανακοίνωσαν την Κυριακή ότι το διυλιστήριο NORSI τυλίχθηκε στις φλόγες μετά από επίθεση με drones. Ο κυβερνήτης της περιφέρειας Νίζνι Νόβγκοροντ, Γκλεμπ Νικίτιν, δήλωσε ότι δύο εγκαταστάσεις του εργοστασίου επλήγησαν, ενώ κατά τη διάρκεια της επίθεσης υπέστησαν ζημιές και ένας σταθμός παραγωγής ενέργειας, καθώς και αρκετές κατοικίες στην ευρύτερη περιοχή.

Σύμφωνα με το Διεθνές Χρηματιστήριο Εμπορευμάτων της Αγίας Πετρούπολης, η εταιρεία Lukoil δεν έχει προσφέρει προς πώληση βενζίνη, ντίζελ ή μαζούτ από το συγκεκριμένο διυλιστήριο, το οποίο βρίσκεται περίπου 450 χιλιόμετρα ανατολικά της Μόσχας. Πηγές του κλάδου ανέφεραν την Τρίτη στο Reuters ότι οι προμήθειες ενδέχεται να παραμείνουν σε αναστολή μέχρι το τέλος του μήνα, γεγονός που θα μπορούσε να επηρεάσει την εγχώρια αγορά καυσίμων αλλά και τις εξαγωγές της Ρωσίας. Η Lukoil δεν απάντησε άμεσα σε αίτημα για σχόλιο σχετικά με την κατάσταση.

Η σημασία του διυλιστηρίου NORSI για την Ρωσία

Το NORSI, το οποίο αποτελεί επίσης τον δεύτερο μεγαλύτερο παραγωγό βενζίνης στη Ρωσία, έχει τη δυνατότητα να επεξεργάζεται έως και 16 εκατομμύρια μετρικούς τόνους πετρελαίου ετησίως, δηλαδή περίπου 320.000 βαρέλια την ημέρα. Η σημασία του για την ενεργειακή επάρκεια της χώρας είναι ιδιαίτερα μεγάλη, καθώς καλύπτει σημαντικό μέρος της εγχώριας ζήτησης σε καύσιμα.

Η διακοπή λειτουργίας ενός τόσο μεγάλου διυλιστηρίου ενδέχεται να έχει αλυσιδωτές επιπτώσεις τόσο στην εσωτερική αγορά όσο και στις διεθνείς τιμές ενέργειας, ιδιαίτερα σε μια περίοδο αυξημένης γεωπολιτικής έντασης και αβεβαιότητας.

Διαβάστε ακόμη