Οι τιμές του πετρελαίου είναι αυξημένες πάνω από 40%, με την τιμή του Brent να βρίσκεται πάνω από τα 100 δολάρια λόγω της διατάραξης του εφοδιασμού. Η σημαντική αυτή αύξηση συνδέεται άμεσα με τις γεωπολιτικές εξελίξεις, οι οποίες επηρεάζουν την παγκόσμια προσφορά πετρελαίου. Το ντίζελ επηρεάζεται ιδιαίτερα από τους περιορισμούς στο εμπόριο, γεγονός που εντείνει τις πιέσεις στις τιμές του συγκεκριμένου καυσίμου. Βασικός παράγοντας για αυτή τη μεταβλητότητα είναι ο κίνδυνος που υπάρχει στα Στενά του Ορμούζ, μέσω των οποίων περνά περίπου το 20% των παγκόσμιων ροών πετρελαίου.
Υψηλόβαθμές πηγές της αγοράς στην Ελλάδα αναφέρουν πως έχει φύγει η δυναμική σε σχέση με τις αυξήσεις στις τιμές. Όμως, το χειρότερο σενάριο είναι να κρατήσει σε διάρκεια η εμπόλεμη κατάσταση για πάνω από 6 μήνες. Αν αποκλιμακωθεί η κατάσταση θα φανεί αυτό γρήγορα στην αγορά. Σε σχέση με την τιμή στην αντλία οι ίδιες πηγές τονίζουν πως τα πρατήρια τιμολογούν με διαφορά 4 ημερών και γι΄ αυτό οι τιμές ανεβαίνουν σταδιακά, ενώ εκτιμούν πως το πλαφόν το οποίο επιβλήθηκε θα λειτουργήσει, το μειονέκτημα ωστόσο είναι ότι συμπεριλαμβάνεται σε αυτό και το ΦΠΑ, ασκώντας έτσι πίεση στο σύστημα. Ένα πρατήριο που είναι υγιές οριακά θα ανταπεξέλθει σε αυτό το μέτρο, προσθέτουν οι ίδιες πηγές.
Υπό αυτά τα δεδομένα και με τον κύκλο των πολεμικών συγκρούσεων που άνοιξε πριν από τρεις εβδομάδες να εκτιμάται ότι δεν θα κλείσει σύντομα, οι επιπτώσεις στις τιμές των υγρών καυσίμων θεωρείται πιθανό να συνεχιστούν. Σύμφωνα με πρατηριούχους με τους οποίους συνομίλησε το Energygame, οι αυξήσεις στις τιμές της αμόλυβδης και του diesel είχαν ως αποτέλεσμα να μειωθεί η ζήτηση κατά 25% τον τελευταίο μήνα. Η μείωση αυτή αποδίδεται κυρίως στο αυξημένο κόστος για τους καταναλωτές, οι οποίοι περιορίζουν την κατανάλωση καυσίμων. Οι χειρότερες επιδόσεις καταγράφονται στα πρατήρια της επαρχίας, όπου η μείωση της ζήτησης είναι ακόμη πιο έντονη.
Γιατί αντιδρούν οι πρατηριούχοι
Οι τιμές αυτές έχουν οδηγήσει πολλούς οδηγούς να περιορίζουν την ποσότητα καυσίμων που αγοράζουν, όπως επισημαίνουν οι πρατηριούχοι. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις τους, εάν συνεχιστεί αυτή η κατάσταση για μεγάλο χρονικό διάστημα, αρκετά πρατήρια καυσίμων στην περιφέρεια ενδέχεται να αντιμετωπίσουν σοβαρά οικονομικά προβλήματα και να αναγκαστούν να κλείσουν. Ήδη πρατηριούχοι στο Ρέθυμνο σχεδιάζουν να προχωρήσουν σε κινητοποιήσεις, ζητώντας τη μείωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης στα καύσιμα. Μάλιστα, εξετάζουν το ενδεχόμενο να κλείσουν τα πρατήριά τους για κάποιες ημέρες, ως μορφή διαμαρτυρίας. Πηγές της αγοράς εκτιμούν ότι το πλαφόν θα έπρεπε να είχε σχεδιαστεί με διαφορετικό τρόπο, ώστε να λαμβάνει υπόψη καλύτερα τις συνθήκες της αγοράς και το λειτουργικό κόστος των πρατηρίων. Υπενθυμίζεται πως οι εταιρείες εμπορίας πετρελαιοειδών απαγορεύεται να επιβάλλουν, επί της τιμής της αμόλυβδης 95 οκτανίων και του πετρελαίου κίνησης (diesel), ποσό μεγαλύτερο των 5 λεπτών του ευρώ ανά λίτρο σε σχέση με την τιμή προμήθειας από τα διυλιστήρια. Τα πρατήρια απαγορεύεται να επιβάλλουν, επί της τιμής προμήθειας από τις εταιρείες εμπορίας πετρελαιοειδών των προϊόντων ποσό μεγαλύτερο των 12 λεπτών του ευρώ ανά λίτρο κατά την πώλησή τους.
Πού θα φτάσουν οι τιμές στην αντλία
Από την αρχή του πολέμου στο Ιράν, η αμόλυβδη στη χώρα μας έχει αυξηθεί κατά περίπου 10%, ενώ ακόμη μεγαλύτερη είναι η αύξηση στο diesel, το οποίο από τις 28 Φεβρουαρίου έχει αυξηθεί κατά 20%. Οι αυξήσεις αυτές επηρεάζουν άμεσα την καθημερινότητα των οδηγών, καθώς το κόστος μετακίνησης γίνεται σημαντικά υψηλότερο σε σχέση με το προηγούμενο διάστημα.
Έτσι, χθες σε πολλά πρατήρια στην Αθήνα τα ταμπλό έγραφαν ότι η τιμή της αμόλυβδης βρισκόταν κοντά στο 1,95 ευρώ. Από σήμερα και μέχρι την Πέμπτη η τιμή εκτιμάται ότι θα φτάσει μια ανάσα από τα δύο ευρώ το λίτρο. Στη νησιωτική χώρα οι τιμές είναι ακόμη πιο αυξημένες, καθώς το κόστος μεταφοράς επηρεάζει επιπλέον την τελική τιμή. Συγκεκριμένα, στον νομό Δωδεκανήσου η τιμή βρίσκεται στο 1,994 ευρώ ανά λίτρο, γεγονός που καταδεικνύει τη σημαντική επιβάρυνση για τους καταναλωτές στις νησιωτικές περιοχές.
Σύμφωνα με αναλυτές, σε μακροοικονομικό επίπεδο, εφόσον συνεχιστεί η κλιμάκωση της ένταση στο Ιράν, αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε αύξηση έως και 1% στον παγκόσμιο πληθωρισμό, ενώ παράλληλα θα αυξηθεί και ο κίνδυνος ύφεσης στην παγκόσμια οικονομία. Η αύξηση του κόστους ενέργειας επηρεάζει άμεσα το κόστος παραγωγής και μεταφοράς προϊόντων, γεγονός που μεταφέρεται σταδιακά στις τιμές των αγαθών και υπηρεσιών. Εκτιμάται ότι στο πλαίσιο αυτό θα υπάρξουν αυξήσεις στους λογαριασμούς ενέργειας και στο συνολικό κόστος διαβίωσης.
Διαβάστε ακόμη
