Η ένταση στη Μέση Ανατολή έχει επαναφέρει τη νευρικότητα στις διεθνείς ενεργειακές αγορές, ωστόσο η εικόνα που διαμορφώνεται προς το παρόν χαρακτηρίζεται περισσότερο από αυξημένη μεταβλητότητα παρά από πραγματική κρίση εφοδιασμού. Οι τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου αντιδρούν σε κάθε εξέλιξη στο πεδίο της σύγκρουσης, ενώ η διαταραχή στις μεταφορές μέσω των Στενών του Ορμούζ έχει ενισχύσει την αβεβαιότητα για τις επόμενες εβδομάδες.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιχειρεί να καθησυχάσει τις αγορές, τονίζοντας ότι δεν υπάρχει επί του παρόντος πρόβλημα ασφάλειας εφοδιασμού. Σύμφωνα με το Reuters, η ΕΕ διαθέτει σημαντική αποθηκευτική ικανότητα φυσικού αερίου, που φτάνει τα 100 δισ. κυβικά μέτρα, ενώ η δυναμικότητα επαναεριοποίησης LNG έχει ενισχυθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, αγγίζοντας τα 250 bcm. Παράλληλα, οι προμήθειες πετρελαίου και φυσικού αερίου προέρχονται από ένα ευρύ φάσμα αγορών, γεγονός που περιορίζει την εξάρτηση από μία μόνο γεωγραφική περιοχή. Στο πλαίσιο αυτό, οι Βρυξέλλες παρακολουθούν στενά την κατάσταση σε συνεργασία με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας και τις κυβερνήσεις των κρατών-μελών.
Την ίδια στιγμή, ωστόσο, αναλυτές της αγοράς επισημαίνουν ότι το βασικό ρίσκο βρίσκεται μπροστά. Σύμφωνα με το δημοσίευμα του Reuters, η Ευρώπη αντιμετωπίζει ήδη μια ιδιαίτερα απαιτητική πρόκληση: την αναπλήρωση των αποθεμάτων φυσικού αερίου για τον επόμενο χειμώνα. Μετά από έναν ψυχρό χειμώνα, τα αποθέματα αναμένεται να κλείσουν τη χειμερινή περίοδο σε χαμηλότερα επίπεδα από τα συνήθη, γεγονός που σημαίνει ότι η Ευρώπη θα πρέπει να αγοράσει μεγαλύτερες ποσότητες LNG κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού. Εάν η γεωπολιτική κρίση συνεχίσει να επηρεάζει την παραγωγή ή τις μεταφορές LNG, η διαδικασία πλήρωσης των αποθηκών θα μπορούσε να γίνει πιο ακριβή και πιο δύσκολη.
Από ελληνικής πλευράς, ο υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Νίκος Τσάφος υπογράμμισε ότι η σημερινή άνοδος των τιμών παραμένει διαχειρίσιμη και απέχει σημαντικά από τα επίπεδα της ενεργειακής κρίσης του 2022. Όπως σημείωσε, το πετρέλαιο Brent κινείται γύρω στα 85 δολάρια το βαρέλι, από περίπου 70 δολάρια πριν από λίγους μήνες, ενώ στο ευρωπαϊκό χρηματιστήριο φυσικού αερίου TTF η τιμή έχει αυξηθεί από περίπου 30 ευρώ/MWh σε επίπεδα κοντά στα 50 ευρώ/MWh, αγγίζοντας πρόσκαιρα και τα 60 ευρώ.
Παρά την άνοδο, τα επίπεδα αυτά παραμένουν πολύ χαμηλότερα από εκείνα του 2022, όταν το φυσικό αέριο είχε εκτοξευθεί έως και τα 350 ευρώ/MWh, γεγονός που δείχνει ότι οι αγορές αντιδρούν περισσότερο στην αβεβαιότητα παρά σε πραγματική έλλειψη προσφοράς. Σύμφωνα με τον ίδιο, το βασικό ρίσκο αυτή τη στιγμή αφορά κυρίως τη δυναμική των διεθνών τιμών και όχι την επάρκεια προϊόντων, καθώς η Ελλάδα διαθέτει εναλλακτικές πηγές προμήθειας και τα διυλιστήρια μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες της αγοράς.
Ο κ. Τσάφος εκτίμησε επίσης ότι ο πραγματικός «συναγερμός» για τις αγορές θα ξεκινήσει εάν το πετρέλαιο κινηθεί πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι ή εάν το φυσικό αέριο ξεπεράσει σταθερά τα 60 ευρώ/MWh, επίπεδα που θα μπορούσαν να μεταφραστούν σε ισχυρότερες πιέσεις για τις ευρωπαϊκές οικονομίες και τις τιμές ενέργειας.
Τα 3 σενάρια για το πετρέλαιο
Οι αναλυτές του Bloomberg υπολογίζουν ότι κάθε μείωση της παγκόσμιας προσφοράς κατά 1% οδηγεί σε αύξηση των τιμών πετρελαίου περίπου κατά 4%, γεγονός που εντείνει την πίεση. Στο πιο δυσμενές σενάριο, όπου η σύγκρουση παρατείνεται και οι επιθέσεις επηρεάζουν ενεργειακές υποδομές στον Περσικό Κόλπο ή διατηρούν τα Στενά του Ορμούζ ουσιαστικά εκτός λειτουργίας, η Bloomberg εκτιμά ότι οι τιμές πετρελαίου θα μπορούσαν να αυξηθούν περίπου κατά 80% σε σχέση με τα προπολεμικά επίπεδα, φτάνοντας περίπου τα 108 δολάρια ανά βαρέλι και παραμένοντας κοντά σε αυτά τα επίπεδα τουλάχιστον μέχρι το τέταρτο τρίμηνο του έτους. Σε αυτό το σενάριο, το ενεργειακό σοκ θα μεταφραζόταν άμεσα σε πληθωριστικές πιέσεις και επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας. Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, για παράδειγμα, τιμή πετρελαίου στα 108 δολάρια θα μπορούσε να προσθέσει περίπου 0,8 ποσοστιαίες μονάδες στον πληθωρισμό έως το τέλος του έτους, ανεβάζοντάς τον πάνω από το 3%, δηλαδή σημαντικά υψηλότερα από τον στόχο του 2% της Fed.
Οι επιπτώσεις θα ήταν ακόμη πιο έντονες στην Ευρώπη, η οποία παραμένει καθαρός εισαγωγέας ενέργειας. Σύμφωνα με τα μοντέλα της Bloomberg Economics, ένα τέτοιο ενεργειακό σοκ θα μπορούσε να μειώσει το ΑΕΠ της ευρωζώνης κατά περίπου 0,6% και του Ηνωμένου Βασιλείου κατά 0,5%, ενώ ο πληθωρισμός θα αυξανόταν περίπου κατά 1,1 ποσοστιαία μονάδα.
Στο ενδιάμεσο σενάριο, όπου οι συγκρούσεις συνεχίζονται αλλά χωρίς σοβαρές ζημιές σε ενεργειακές υποδομές και χωρίς πλήρη διακοπή της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, οι τιμές πετρελαίου εκτιμάται ότι θα σταθεροποιηθούν περίπου στα 80 δολάρια ανά βαρέλι. Σε αυτή την περίπτωση, οι επιπτώσεις στον πληθωρισμό θα είναι σαφώς πιο περιορισμένες: περίπου +0,3 ποσοστιαίες μονάδες στις ΗΠΑ και περίπου +0,5 ποσοστιαίες μονάδες σε Ευρωζώνη και Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ η οικονομική ανάπτυξη θα επηρεαστεί αλλά χωρίς να οδηγηθεί σε βαθιά ύφεση.
Τέλος, στο θετικό σενάριο αποκλιμάκωσης, εάν Ουάσιγκτον και Τεχεράνη οδηγηθούν σε κατάπαυση πυρός και αποκατασταθεί η ομαλή λειτουργία των ενεργειακών ροών, οι τιμές πετρελαίου θα μπορούσαν να επιστρέψουν κοντά στα 65 δολάρια ανά βαρέλι, δηλαδή στα επίπεδα που επικρατούσαν πριν από την κλιμάκωση της κρίσης. Σε μια τέτοια εξέλιξη, οι πληθωριστικές πιέσεις θα υποχωρούσαν και οι κεντρικές τράπεζες θα μπορούσαν να συνεχίσουν την πορεία χαλάρωσης της νομισματικής πολιτικής.
Την ίδια στιγμή, οι εξελίξεις στο πεδίο της σύγκρουσης συνεχίζουν να τροφοδοτούν τη νευρικότητα στις αγορές πετρελαίου. Μάλιστα, μόλις την Πέμπτη οι τιμές κατέγραψαν νέο άλμα, καθώς οι συνεχιζόμενες ιρανικές επιθέσεις σε δεξαμενόπλοια και ενεργειακές εγκαταστάσεις της περιοχής ενίσχυσαν τις ανησυχίες για περαιτέρω διαταραχές στην προσφορά.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία των αγορών, τα συμβόλαια Brent παράδοσης Μαΐου εκτινάχθηκαν κατά περίπου 5% φτάνοντας τα 85,5 δολάρια το βαρέλι, ενώ το αμερικανικό αργό WTI ξεπέρασε τα 80 δολάρια, καταγράφοντας άνοδο άνω του 8%. Μετά το πενθήμερο ανοδικό ράλι, τα συνολικά κέρδη για τον «μαύρο χρυσό» ξεπερνούν πλέον το 17%, αντανακλώντας την έντονη γεωπολιτική αβεβαιότητα.
Η νέα άνοδος των τιμών συνδέεται άμεσα με τα τελευταία περιστατικά στην περιοχή. Σύμφωνα με ιρανικά κρατικά μέσα ενημέρωσης, η Τεχεράνη επιτέθηκε με πύραυλο σε δεξαμενόπλοιο, ενώ παράλληλα ιρανικό drone έπληξε τη βιομηχανική ζώνη Μααμέρ στο Μπαχρέιν, όπου βρίσκονται κρίσιμες πετρελαϊκές υποδομές της χώρας, συμπεριλαμβανομένου του μεγάλου διυλιστηρίου της Σίτρα.
Ο αντίκτυπος στη ναυτιλία
Η ένταση στη Μέση Ανατολή έχει ήδη αρχίσει να επηρεάζει και τη ναυτιλία ενέργειας, προκαλώντας σημαντικές ανακατατάξεις στις διεθνείς μεταφορές πετρελαίου και LNG. Η κυκλοφορία εμπορικών πλοίων στα Στενά του Ορμούζ κατέρρευσε τις τελευταίες ημέρες, καθώς οι συγκρούσεις στην περιοχή οδήγησαν τις ασφαλιστικές εταιρείες και τις μεγάλες ναυτιλιακές σε άμεση αναθεώρηση των δρομολογίων τους.
Σύμφωνα με στοιχεία της πλατφόρμας παρακολούθησης πλοίων Windward, μόλις τέσσερα πλοία διέσχισαν τα Στενά στις 3 Μαρτίου, αριθμός που αντιστοιχεί σε πτώση περίπου 90% σε σχέση με τον μέσο όρο της προηγούμενης εβδομάδας, όταν το πέρασμα εξυπηρετούσε περίπου 138 πλοία ημερησίως. Παρόμοια πτώση καταγράφηκε και στη διέλευση δεξαμενόπλοιων, σύμφωνα με δεδομένα της MarineTraffic.
Η δραματική μείωση της κυκλοφορίας οφείλεται στην απόφαση μεγάλων ναυτιλιακών εταιρειών να αποφύγουν την περιοχή μετά την απότομη αύξηση του κινδύνου. Το UK Maritime Trade Operations (UKMTO) αναβάθμισε το επίπεδο απειλής για τη ναυσιπλοΐα σε «κρίσιμο», ενώ πολλές ασφαλιστικές εταιρείες ανέστειλαν την παροχή πολεμικής ασφάλισης για πλοία που δραστηριοποιούνται στον Περσικό Κόλπο.
Οι μεγαλύτεροι παίκτες της παγκόσμιας ναυτιλίας, μεταξύ αυτών οι Maersk, CMA CGM και Hapag-Lloyd ανακοίνωσαν ότι αναστέλλουν τις διελεύσεις από την περιοχή και ανακατευθύνουν τα πλοία τους γύρω από το Ακρωτήριο της Καλής Ελπίδας στη Νότια Αφρική. Η αλλαγή αυτή αυξάνει τη διάρκεια των ταξιδιών κατά 10 έως 20 ημέρες, ενώ παράλληλα ανεβάζει σημαντικά το κόστος μεταφοράς. Τα στοιχεία δείχνουν ήδη την αλλαγή στις εμπορικές ροές. Στις 3 Μαρτίου 94 πλοία πέρασαν από τη διαδρομή του Ακρωτηρίου της Καλής Ελπίδας, αριθμός αυξημένος κατά περίπου 35% σε σχέση με τον μέσο όρο της προηγούμενης εβδομάδας.
Η σημασία των Στενών για την αγορά ενέργειας
Η σημασία των Στενών του Ορμούζ για την παγκόσμια αγορά ενέργειας είναι τεράστια. Από το συγκεκριμένο πέρασμα διακινούνται καθημερινά περίπου 20 εκατ. βαρέλια πετρελαίου και πετρελαιοειδών, ποσότητα που αντιστοιχεί σε περίπου ένα τρίτο του θαλάσσιου εμπορίου αργού πετρελαίου. Μεγάλοι εισαγωγείς όπως η Κίνα, η Ινδία, η Ιαπωνία και η Νότια Κορέα εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις ροές αυτές.
Αντίστοιχα, σημαντικό μέρος των εξαγωγών πετρελαίου της Μέσης Ανατολής διέρχεται από το ίδιο πέρασμα: περίπου 5,1 εκατ. βαρέλια ημερησίως από τη Σαουδική Αραβία, 3,3 εκατ. από το Ιράκ, 2,6 εκατ. από τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, ενώ μικρότερες ποσότητες εξάγονται από το Ιράν και το Κουβέιτ.
Η αναστάτωση έχει ήδη αρχίσει να επηρεάζει και την παραγωγή. Δεξαμενόπλοια εκτρέπονται προς το λιμάνι Yanbu στη δυτική ακτή της Σαουδικής Αραβίας, όπου οι φορτώσεις αυξήθηκαν σε περίπου 2,44 εκατ. βαρέλια ημερησίως, επίπεδο πολλαπλάσιο από τον μέσο όρο των τελευταίων μηνών. Την ίδια στιγμή, το Ιράκ αναγκάστηκε να διακόψει προσωρινά την παραγωγή σε εγκαταστάσεις στη Βασόρα, καθώς τα δεξαμενόπλοια δεν μπορούσαν να προσεγγίσουν τον Περσικό Κόλπο.
Αναλυτές της JPMorgan προειδοποιούν ότι εάν οι διαταραχές στα Στενά του Ορμούζ διαρκέσουν περισσότερο από τρεις εβδομάδες, ορισμένοι παραγωγοί πετρελαίου της περιοχής ενδέχεται να αναγκαστούν να μειώσουν ή ακόμη και να σταματήσουν την παραγωγή τους.
Την ίδια στιγμή, η κατάσταση επηρεάζει και την παγκόσμια αγορά LNG. Η προσωρινή αναστολή παραγωγής σε εγκαταστάσεις στο Κατάρ και στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα έχει ενισχύσει τις ανησυχίες για περιορισμό της προσφοράς. Σύμφωνα με τον Ross Wyeno της S&P Global, η παγκόσμια αγορά υγροποιημένου φυσικού αερίου δεν διαθέτει επαρκή πλεονάζουσα προσφορά για να καλύψει άμεσα τις απώλειες παραγωγής.
Μία νέα μορφή ανταγωνισμού
Το αποτέλεσμα είναι να εντείνεται ο ανταγωνισμός μεταξύ Ευρώπης και Ασίας για τα διαθέσιμα φορτία LNG. Οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν τη μεγαλύτερη ευέλικτη προσφορά LNG στον κόσμο, όμως τα φορτία κατευθύνονται συνήθως προς τις αγορές όπου οι τιμές είναι υψηλότερες, δηλαδή προς την Ασία. Ήδη ένα δεξαμενόπλοιο LNG που είχε αρχικά προορισμό την Ευρώπη άλλαξε πορεία τις τελευταίες ημέρες και κατευθύνθηκε προς ασιατικό λιμάνι λόγω των υψηλότερων τιμών. Ωστόσο, πηγές τονίζουν στο energygame.gr πως «το ζήτημα δεν είναι ότι η Ευρώπη εξαρτάται κρίσιμα από το καταριανό LNG είναι ότι, αν η Ασία χάσει τις ροές της από το Κατάρ, τότε Ευρωπαίοι και Ασιάτες θα διεκδικήσουν τα ίδια διαθέσιμα φορτία».
Η εξέλιξη αυτή ενισχύει τους φόβους ότι η Ευρώπη μπορεί να αντιμετωπίσει μεγαλύτερη δυσκολία στην προσπάθειά της να γεμίσει τις αποθήκες φυσικού αερίου πριν από τον επόμενο χειμώνα, σε μια περίοδο όπου οι ενεργειακές αγορές παραμένουν εξαιρετικά ευαίσθητες στις γεωπολιτικές εξελίξεις.
Διαβάστε ακόμη
