Οι επόμενες 48 με 72 ώρες αναμένεται να δώσουν μια πιο καθαρή εικόνα για το βάθος και τη διάρκεια της κρίσης που εκτυλίσσεται στη Μέση Ανατολή, με τις αγορές να βρίσκονται σε κατάσταση αυξημένης επιφυλακής και τη μεταβλητότητα στις διεθνείς τιμές του αργού πετρελαίου να λειτουργεί ως βαρόμετρο των εξελίξεων. Μέχρι τότε, η ελληνική αγορά πετρελαιοειδών τηρεί στάση αναμονής, αξιολογώντας διαρκώς τα δεδομένα χωρίς να διαπιστώνει, επί του παρόντος, άμεσο κίνδυνο για την τροφοδοσία των εγχώριων διυλιστηρίων.
«Δεν υπάρχει κανένα άγχος ως προς το κομμάτι του εφοδιασμού», διαμηνύουν στο energygame.gr στελέχη των Motor Oil και Helleniq Energy, επισημαίνοντας ότι τα στρατηγικά αποθέματα καλύπτουν πλήρως την υποχρεωτική περίοδο των 90 ημερών που προβλέπει η νομοθεσία και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την υπερβαίνουν. Παράλληλα, η διαφοροποίηση των πηγών προμήθειας και η μακροχρόνια διασφάλιση εναλλακτικών ροών αργού λειτουργούν ως πρόσθετη δικλείδα ασφαλείας, σε ένα περιβάλλον αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας. Πηγές της Helleniq Energy επισημαίνουν ότι το αμέσως επόμενο διάστημα δεν ήταν προγραμματισμένη παραλαβή φορτίου από τον Περσικό Κόλπο που θα μπορούσε να εγκλωβιστεί λόγω των εξελίξεων, στοιχείο που περιορίζει αισθητά τον βραχυπρόθεσμο κίνδυνο διαταραχής στην τροφοδοσία των διυλιστηρίων.
Χωρίς άμεσο κίνδυνο εφοδιασμού παραμένει, πάντως, συνολικά η ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας, αφού όπως επισημαίνει η Γενική Διεύθυνση Ενέργειας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής η Ένωση διαθέτει πλέον διαφοροποιημένο μείγμα προμηθειών και ενισχυμένα αποθέματα. Σύμφωνα με την Κομισιόν, η τρέχουσα μεταβλητότητα αντανακλά κυρίως τη διεθνή αβεβαιότητα και όχι δομική ευπάθεια της ευρωπαϊκής αγοράς, με τις επιπτώσεις να παραμένουν, επί του παρόντος, περιορισμένες.
Στελέχη του κλάδου τονίζουν ότι είναι ακόμη πρόωρο να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα για τη διάρκεια και το βάθος της κρίσης. Σε ένα σενάριο παρατεταμένης έντασης, εκτιμάται ότι άλλες πετρελαιοπαραγωγές χώρες θα μπορούσαν να αυξήσουν την παραγωγή τους, περιορίζοντας εν μέρει το κενό στην προσφορά.
Πράγματι, ο OPEC+ συμφώνησε κατ’ αρχήν την Κυριακή σε μια περιορισμένη αύξηση της παραγωγής, στον απόηχο του πολέμου ΗΠΑ–Ισραήλ κατά του Ιράν και των ιρανικών αντιποίνων που προκάλεσαν αναταράξεις στις θαλάσσιες μεταφορές πετρελαίου στη Μέση Ανατολή. Σύμφωνα με πέντε πηγές του καρτέλ που επικαλείται το Reuters, η συμμαχία κατέληξε σε αύξηση 206.000 βαρελιών ημερησίως, εξετάζοντας σενάρια που κυμαίνονταν από 137.000 έως 548.000 βαρέλια την ημέρα. Σημειώνεται πως το Ιράν παράγει σήμερα περίπου 3,3 εκατ. βαρέλια πετρελαίου την ημέρα, αυξημένα από τα λιγότερα από 2 εκατ. βαρέλια το 2020, παρά τις συνεχιζόμενες διεθνείς κυρώσεις. Η χώρα έχει καταφέρει να παρακάμψει τους περιορισμούς και εξάγει περίπου 90% της παραγωγής της στην Κίνα, χρησιμοποιώντας έναν στόλο παλαιών δεξαμενόπλοιων που συχνά πλέουν με ανενεργούς ραδιοεντοπιστές για να αποφύγουν την ανίχνευση.
Η κίνηση εντάσσεται στην πάγια πρακτική του σχήματος να παρεμβαίνει όταν η αγορά κλονίζεται. Ωστόσο, αναλυτές επισημαίνουν ότι τα περιθώρια είναι περιορισμένα. Η ουσιαστική πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα εντοπίζεται κυρίως στη Σαουδική Αραβία και στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, τα οποία επίσης εξαρτώνται από την ομαλή ναυσιπλοΐα στον Κόλπο για να διοχετεύσουν πρόσθετους όγκους στην αγορά. Χωρίς αποκατάσταση της διέλευσης μέσω των Στενών του Ορμούζ, η αύξηση παραγωγής από μόνη της δεν αρκεί. Το Ριάντ, σύμφωνα το Reuters, είχε ήδη αυξήσει παραγωγή και εξαγωγές τις τελευταίες εβδομάδες, προετοιμαζόμενο για ενδεχόμενα αμερικανικά πλήγματα κατά του Ιράν.
Οι επιπτώσεις στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου
Οι ραγδαίες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, που ακολούθησαν την επιχείρηση «Επική Οργή» του Ντόναλντ Τραμπ κατά του Ιράν, δεν αιφνιδίασαν πλήρως τις διεθνείς αγορές, όπως επισημαίνουν αναλυτές στο energygame.gr. Το ενδεχόμενο ενός νέου ενεργειακού σοκ είχε ήδη αρχίσει να προεξοφλείται τις προηγούμενες ημέρες, με τη γεωπολιτική ένταση να ενσωματώνεται σταδιακά στις αποτιμήσεις πετρελαίου και φυσικού αερίου, ενόψει του κινδύνου διαταραχών στις ροές από τη στρατηγικής σημασίας περιοχή του Περσικού Κόλπου. Η ένταση, ωστόσο, είναι που ανεβάζει πλέον τον πήχη της αβεβαιότητας, μετατρέποντας τον «λανθάνοντα» φόβο σε μετρήσιμο premium στις τιμές και επαναφέροντας στο προσκήνιο τον πιο κρίσιμο παράγοντα: τη διάρκεια και την έκταση της διαταραχής στις ροές πετρελαίου και φυσικού αερίου από τον Κόλπο.
Τα Στενά του Ορμούζ και η σημασία τους
Στο επίκεντρο της κουβέντας για άλλη μία φορά βρίσκονται τα Στενά του Ορμούζ. «Είναι ένα πέρασμα που λειτουργεί ως άσσος στο μανίκι για τους Ιρανούς, τονίζουν πηγές στο energygame.gr. Αυτή τη στιγμή τουλάχιστον 150 δεξαμενόπλοια, συμπεριλαμβανομένων πλοίων μεταφοράς αργού πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου, έριξαν άγκυρα σε ανοιχτά νερά του Κόλπου. Από το συγκεκριμένο πέρασμα διακινείται καθημερινά πάνω από το ένα πέμπτο της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου, περί τα 20 εκατ. βαρέλια αργού και προϊόντων, καθώς και σημαντικό μέρος των παγκόσμιων εξαγωγών υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), σύμφωνα με στοιχεία της εταιρείας ανάλυσης Vortexa.
Χθες αργά τη νύχτα μάλιστα οι Φρουροί της Επανάστασης ανακοίνωσαν πως τα Στενά του Ορμούζ κλείνουν. Το Στενό, που εκτείνεται μεταξύ Ομάν και Ιράν, συνδέει τον Περσικό Κόλπο με τον Κόλπο του Ομάν και κατ’ επέκταση με τον Ινδικό Ωκεανό. Στο στενότερο σημείο του έχει πλάτος μόλις 33 χιλιόμετρα, ενώ η λωρίδα ναυσιπλοΐας περιορίζεται σε περίπου 3 χιλιόμετρα ανά κατεύθυνση, γεγονός που καθιστά το πέρασμα εξαιρετικά ευάλωτο σε στρατιωτικές ή γεωπολιτικές παρεμβολές. Η Wood Mackenzie επιμένει ότι το κλειδί είναι η διάρκεια της διακοπής, όχι απλώς το εάν «πάγωσαν» προσωρινά οι διελεύσεις.
Αρκετοί αναλυτές εκτιμούν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα παρέμβουν εάν οι ροές δεξαμενόπλοιων παραμείνουν διαταραγμένες. Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει επανειλημμένα ζητήσει χαμηλότερες τιμές πετρελαίου, και μια απότομη άνοδος του κόστους καυσίμων θα ενίσχυε την πολιτική πίεση στο εσωτερικό. Πάντως, η πρώτη αντίδραση των τιμών αποτύπωσε τη μετάβαση από το «από θεωρητικό γεωπολιτικό ρίσκο σε απτή διαταραχή στη ναυσιπλοΐα και στις εξαγωγές». Σύμφωνα με το Reuters, το Brent κινήθηκε ενδοσυνεδριακά έως τα 82,37 δολάρια/βαρέλι πριν περιορίσει μέρος των κερδών, ενώ το αμερικανικό WTI ακολούθησε αντίστοιχη ανοδική τροχιά.
Η Wood Mackenzie υπογραμμίζει ότι ακόμη και σε ένα αισιόδοξο σενάριο αποκλιμάκωσης, είναι ρεαλιστικό να απαιτηθούν εβδομάδες μέχρι να αποκατασταθούν πλήρως οι ροές, με τις τιμές να έχουν «ασύμμετρο» ανοδικό κίνδυνο σε αυτό το μεσοδιάστημα. Θυμίζει, μάλιστα, πως στις πρώτες ημέρες της κρίσης Ρωσίας–Ουκρανίας, ο φόβος απώλειας περίπου 3 εκατ. βαρελιών/ημέρα ρωσικών εξαγωγών οδήγησε το πετρέλαιο από τα 80 δολάρια σε πάνω από 125 δολάρια/βαρέλι, πριν ξεκαθαρίσει ότι οι ροές δεν είχαν ουσιαστικά διακοπεί. Στην τωρινή κρίση, σημειώνει, τα διακυβεύματα είναι μεγαλύτερα, καθώς τίθενται υπό απειλή έως και 15 εκατ. βαρέλια/ημέρα αργού και προϊόντων από τον Κόλπο: αν δεν αποκατασταθούν γρήγορα οι διελεύσεις, το Brent μπορεί να κινηθεί πάνω από τα 100 δολάρια/βαρέλι.
Γιατί ανεβαίνουν οι τιμές
Σύμφωνα με εκτιμήσεις και αναλύσεις του BloombergNEF, οι τιμές του πετρελαίου ανεβαίνουν στην παρούσα συγκυρία κυρίως λόγω του γεωπολιτικού «risk premium» που έχει ήδη ενσωματωθεί στις αγορές και της ανησυχίας για διαταραχές στην προσφορά από τη Μέση Ανατολή. To Bloomberg NEF υπογραμμίζει ότι, ακόμη κι αν δεν έχει υπάρξει άμεση και πλήρης απώλεια παραγωγής, οι αγορές τιμολογούν μια πιθανότητα σημαντικών διακοπών εξαγωγών και ροών – ειδικά μέσω των Στενών του Ορμούζ, όπου η ναυσιπλοΐα έχει περιοριστεί, και των υποδομών της περιοχής. Αυτή η προσαύξηση τιμής λόγω εμπόλεμης αβεβαιότητας λειτουργεί ως πρόσθετο κόστος στις τιμές του Brent και των συμβολαίων αργού, και σε ακραία σενάρια υπό συνεχιζόμενη διαταραχή θα μπορούσε να οδηγήσει σε πολύ υψηλότερα επίπεδα, πλησιάζοντας ακόμη και τα 90–100 δολάρια το βαρέλι έως το τέλος του έτους.
Σύμφωνα με το Bloomberg, η απότομη άνοδος των τιμών πετρελαίου λόγω γεωπολιτικών γεγονότων συμπιέζει αρχικά τα περιθώρια διύλισης, καθώς το κόστος της πρώτης ύλης αυξάνεται ταχύτερα από τις τιμές των τελικών προϊόντων. Η ζήτηση βενζίνης στις ΗΠΑ, ένα από τα πλέον ευαίσθητα σε τιμές καύσιμα, επηρεάζεται άμεσα, με τον καταναλωτή να «βλέπει» την άνοδο στην αντλία. Παράλληλα, η Μέση Ανατολή αποτελεί βασικό εξαγωγέα μεσαίων αποσταγμάτων, κυρίως ντίζελ και καυσίμων αεροπορίας, προς τη διεθνή αγορά και ιδίως προς την Ευρώπη.
Η ενδεχόμενη απώλεια αυτών των ροών δύσκολα θα αντισταθμιστεί από μείωση της πολιτικής αεροπορίας, με αποτέλεσμα να ενισχυθεί το premium των προϊόντων αυτών έναντι του αργού. Ένα σοκ στις τιμές πετρελαίου πλήττει επίσης τον πετροχημικό κλάδο, αποδυναμώνοντας την αξία πρώτων υλών όπως η νάφθα, ενώ οι παρακάμψεις θαλάσσιων διαδρομών αυξάνουν τη ζήτηση για καύσιμα πλοίων. Σε αυτό το περιβάλλον, τα περιθώρια διύλισης ενδέχεται να σταθεροποιηθούν σε υψηλότερα επίπεδα, καθώς το εναπομείναν διυλιστικό σύστημα καλείται να λειτουργήσει εντατικότερα, όπως συνέβη στην έναρξη της κρίσης Ρωσίας–Ουκρανίας, μέχρι η υψηλή τιμή του αργού να οδηγήσει τελικά σε κάμψη της ζήτησης.
Αυξήσεις στις τιμές της βενζίνης στην Ελλάδα
Πάντως, με το σενάριο του Brent στα επίπεδα των 80 δολαρίων το βαρέλι, η επίδραση στις λιανικές τιμές καυσίμων στην Ελλάδα αναμένεται να αποτυπωθεί σταδιακά μέσα στην εβδομάδα. Παράγοντες της αγοράς εκτιμούν ότι η αμόλυβδη βενζίνη θα κινηθεί ανοδικά κατά 3 έως 5 λεπτά το λίτρο, γεγονός που μεταφράζεται σε μέση τιμή αντλίας από τα περίπου 1,75 ευρώ προς τα 1,80 ευρώ εντός τριών έως τεσσάρων ημερών, καθώς οι νέες τιμές διυλιστηρίου θα περάσουν στα πρατήρια. Πιο έντονες διαφαίνονται οι πιέσεις στο πετρέλαιο κίνησης, όπου η διεθνής στενότητα στα μεσαία αποστάγματα και ιδίως στο diesel ενισχύει τις ανοδικές τάσεις, με την αύξηση να εκτιμάται άνω των 6 λεπτών το λίτρο. Η περιορισμένη διαθεσιμότητα φορτίων και το αυξημένο premium του diesel έναντι του αργού δημιουργούν περιβάλλον μεγαλύτερης μεταβλητότητας, με την αγορά να προεξοφλεί ότι το πετρέλαιο κίνησης θα δεχθεί ισχυρότερη πίεση σε σχέση με τη βενζίνη, εφόσον η διεθνής ένταση παραμείνει.
Στο σκέλος των «αντιστάσεων» του συστήματος, η Wood Mackenzie αναγνωρίζει μεν εναλλακτικές διαδρομές εξαγωγής, αλλά τις αξιολογεί ως μερική ανακούφιση και όχι ως πραγματικό υποκατάστατο των ροών μέσω Ορμούζ. Η Σαουδική Αραβία μπορεί να αυξήσει τις αποστολές μέσω του αγωγού East–West προς την Ερυθρά Θάλασσα, ο οποίος διαθέτει εφεδρική δυναμικότητα 1–2 εκατ. βαρελιών ημερησίως, ενώ το Ιράκ μπορεί να διοχετεύσει πρόσθετους όγκους προς τη Μεσόγειο. Ωστόσο, οι δυνατότητες αυτές υπολείπονται σημαντικά των περίπου 15–20 εκατ. βαρελιών ημερησίως που διακινούνται μέσω Ορμούζ. Με άλλα λόγια, πρόκειται για «βαλβίδες εκτόνωσης», όχι για πλήρη αναπλήρωση.
Η αύξηση παραγωγής αλλού δεν λειτουργεί ως άμεσος μηχανισμός εξισορρόπησης. Οι υψηλές τιμές πράγματι ενθαρρύνουν τους παραγωγούς να μεγιστοποιήσουν την άντληση, να αναβάλουν συντηρήσεις και να επιταχύνουν γεωτρήσεις. Όμως η προσθήκη ουσιαστικών όγκων απαιτεί χρόνο. Στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, απαιτούνται 6–12 μήνες ώστε να προστεθούν περισσότεροι από μερικές εκατοντάδες χιλιάδες βαρέλια ημερησίως. Ακόμη και αν ενεργοποιηθούν όλοι οι διαθέσιμοι μοχλοί διεθνώς, μια συνολική αύξηση 1–2 εκατ. βαρελιών ημερησίως σε ορίζοντα μηνών δεν επαρκεί για να καλύψει ένα παρατεταμένο κενό εξαγωγών από τον Κόλπο. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι η αγορά δεν έχει τη δυνατότητα να «αντικαταστήσει» γρήγορα τις ποσότητες που ενδεχομένως χαθούν από τον Κόλπο. Ακόμη κι αν οι τιμές εκτοξευθούν και δώσουν ισχυρό κίνητρο σε παραγωγούς σε ΗΠΑ, Λατινική Αμερική ή Αφρική να αυξήσουν την άντληση, η επιπλέον παραγωγή δεν μπορεί να εμφανιστεί μέσα σε ημέρες ή εβδομάδες.
Διαβάστε ακόμη
