Λίγες μέρες μετά την ανατροπή του προέδρου της Βενεζουέλας Νικολά Μαδούρο από τις αμερικανικές δυνάμεις, ο Λευκός Οίκος φιλοξένησε μια συνάντηση με τους CEO των πετρελαϊκών κολοσσών των ΗΠΑ. Ο Ντόναλντ Τραμπ, υποστηρίζοντας για ακόμη μια φορά, το γνωστό σύνθημα “Drill, baby, drill” προέτρεψε τις εταιρείες να επενδύσουν 100 δισεκατομμύρια δολάρια για την ανοικοδόμηση της πετρελαϊκής βιομηχανίας της Βενεζουέλας και την αύξηση της παραγωγής. Ωστόσο, οι αντιδράσεις των στελεχών υπήρξαν συγκρατημένες και προσεκτικές, καθώς η εμπειρία και η ιστορία έχει οδηγήσει ορισμένες από αυτές να αμφιταλαντεύονται σχετικά με το εάν είναι βιώσιμες ή όχι οι επενδύσεις στην περιοχή.

Τη μεγαλύτερη αντίθεση φάνηκε να εξέφρασε ο διευθύνων σύμβουλος της Exxon Mobil, Ντάρεν Γουντς, ο οποίος χαρακτήρισε αρχικά τη χώρα «μη επενδύσιμη», ξεκαθαρίζοντας στον Τραμπ ότι κάθε επένδυση έχει «ορίζοντα δεκαετιών» και βασίζεται σε ένα σενάριο Win-Win-Win, όπου επωφελούνται η εταιρεία, η κυβέρνηση και ο πληθυσμός της χώρας-στόχου. «Ήμασταν στη Βενεζουέλα από τη δεκαετία του 1940 και έχουμε ήδη απαλλοτριωθεί εκεί δύο φορές», εξήγησε, προσθέτοντας ότι πριν επιστρέψουν χρειάζονται θεμελιώδεις αλλαγές στη νομοθεσία και στα μέτρα προστασίας των επενδύσεων. Ο Τραμπ, από την πλευρά του, αντέδρασε αμέσως στην αναφορά αυτή του CEO της Exxon, προειδοποιώντας ότι ενδέχεται να εμποδίσει την Exxon Mobil να επενδύσει στη Βενεζουέλα. «Δεν μου άρεσε η απάντηση της Exxon», δήλωσε χαρακτηριστικά ο πρόεδρος των ΗΠΑ στους δημοσιογράφους στο Air Force One κατά την επιστροφή του στην Ουάσιγκτον την Κυριακή. «Πιθανότατα θα προτιμήσω να αποκλείσω την Exxon. Δεν μου άρεσε η απάντησή τους. Παίζουν πολύ έξυπνα».

Γιατί ορισμένες πετρελαϊκές διστάζουν να επενδύσουν;

Αξίζει σε αυτό το σημείο, όμως, να εξεταστεί το γιατί ο Ντάρεν Γουντς προέβη σε μια τέτοια δήλωση. Σύμφωνα με δημοσίευμα στη Die Welt, η ιστορία έχει αποδείξει ότι οι πολιτικές αναταράξεις συνδέονται άμεσα με τις επενδύσεις στον πετρελαϊκό τομέα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ConocoPhillips, η οποία αναγκάστηκε να διαγράψει επενδύσεις ύψους 12 δισεκατομμυρίων δολαρίων όταν η Βενεζουέλα κρατικοποίησε τη βιομηχανία της μεταξύ 2004 και 2007 υπό τον Ούγκο Τσάβες. Η Exxon και η ConocoPhillips διεκδικούν σήμερα συνολικά πάνω από 13 δισεκατομμύρια δολάρια για προηγούμενες απαλλοτριώσεις. Επιπλέον, στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα, οι επτά μεγαλύτερες πετρελαϊκές εταιρείες, οι γνωστές «Επτά Αδελφές» (Exxon, Mobil, Chevron, Texaco, Gulf, BP και Shell), κυριαρχούσαν στις διεθνείς αγορές και εκμεταλλεύονταν κοιτάσματα σε αποικιακές ή οιονεί αποικιακές περιοχές της Μέσης Ανατολής, της Βόρειας Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής. Τα κέρδη και ο έλεγχος των υποδομών ήταν σχεδόν αποκλειστικά στα χέρια των δυτικών ομίλων. Από τη δεκαετία του 1960 όμως, η άνοδος των αντιαποικιακών κινημάτων οδήγησε τα κράτη παραγωγής πετρελαίου να διεκδικήσουν μεγαλύτερο έλεγχο. Ο ΟΠΕΚ ιδρύθηκε το 1960 ως αντίβαρο στην υπεροχή των δυτικών ομίλων, ενώ σχεδόν όλα τα μεγάλα πετρελαϊκά κράτη προχώρησαν σε κρατικοποιήσεις τη δεκαετία του 1970, από την Αλγερία και τη Λιβύη έως το Ιράκ, το Ιράν, τη Σαουδική Αραβία και τη Βενεζουέλα. Οι διεθνείς εταιρείες περιορίστηκαν σε κοινοπραξίες ή στον ρόλο μειοψηφικού μετόχου, χάνoντας άμεσο έλεγχο στις ποσότητες, στις τιμές και στις υποδομές.

Ορισμένες κρατικές εταιρείες, όπως η Aramco στη Σαουδική Αραβία, θεωρούνται παγκόσμια σύμβολα επιτυχίας, ενώ άλλες, όπως η PDVSA στη Βενεζουέλα, υπέστησαν κακοδιαχείριση και οδηγήθηκαν σε παρακμή. Σημαντικές ανατροπές περιλαμβάνουν το Ιράν το 1953, όταν η CIA και η MI6 ανέτρεψαν τον πρωθυπουργό Μοσαντέκ μετά τη κρατικοποίηση της Anglo-Iranian Oil Company, το Ιράκ το 2003 με την ανατροπή του Σαντάμ Χουσεΐν, και τη Λιβύη το 2011 μετά την πτώση του Καντάφι. Κάθε μία από αυτές τις περιπτώσεις έδειξε ότι η βιαστική ανάληψη δραστηριοτήτων σε πολιτικά ασταθείς χώρες συχνά οδηγεί σε δεκαετίες καθυστερήσεων και σοβαρές οικονομικές απώλειες. Ο κίνδυνος απαλλοτρίωσης δεν είναι η μόνη ανησυχία, καθώς οι μεγάλες αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες αντιμετωπίζουν, επίσης, νομικούς και πιστωτικούς περιορισμούς. Ορισμένοι νομικοί σύμβουλοι τις έχουν αποθαρρύνει από τις πρώτες αποστολές πετρελαίου, φοβούμενοι ότι πιστωτές της Βενεζουέλας θα μπορούσαν να κατάσχουν τα έσοδα. Για να το αντιμετωπιστεί αυτό, ο Τραμπ, έδρασε με ταχείς ρυθμούς την περασμένη Παρασκευή και υπέγραψε εκτελεστικό διάταγμα που εμποδίζει τα δικαστήρια και τους πιστωτές να κατάσχουν τα έσοδα από πωλήσεις πετρελαίου σε λογαριασμούς του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ.

Η Exxon Mobil δεν ”παραιτείται” από τη Βενεζουέλα

Παρά τις προκλήσεις και τις προειδοποιήσεις του Τραμπ που προαναφέρθηκαν, η Exxon Mobil εξετάζει ακόμη τη Βενεζουέλα και προγραμματίζει να στείλει μια τεχνική ομάδα αξιολόγησης εντός των επόμενων εβδομάδων για να εκτιμήσει τις υποδομές και τα ενεργειακά περιουσιακά στοιχεία, σύμφωνα με δημοσίευμα του Reuters. Η ConocoPhillips ζητά επίσης την αναδιάρθρωση του χρέους και μεταρρυθμίσεις στο ενεργειακό σύστημα της χώρας. Η Chevron, που διατηρεί κοινοπραξίες με την κρατική PDVSA, παραμένει σε πιο ισχυρή θέση, έχοντας δυνατότητα επέκτασης των υπαρχουσών δραστηριοτήτων της. Σύμφωνα μάλιστα με τον αναλυτή της TD Cowen, Τζέισον Γκέιμπελμαν «οι κινήσεις της εταιρείας θα μπορούσαν να προσθέσουν από 400 έως 700 εκατ. δολάρια ετησίως, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 1% έως 2% των λειτουργικών ταμειακών ροών της Chevron».

Eν τω μεταξύ, η Vitol και η Trafigura εξασφάλισαν τις πρώτες συμφωνίες στον αγώνα για τον έλεγχο των ροών αργού πετρελαίου της Βενεζουέλας, ξεπερνώντας τις μεγάλες αμερικανικές εταιρείες λόγω της μεγαλύτερης αντοχής τους στον κίνδυνο και της ευελιξίας τους στη διαχείριση logistics, χρηματοδότησης και εξαγωγών. Μάλιστα, η Trafigura προγραμματίζει να φορτώσει το πρώτο της φορτίο μέσα στην εβδομάδα, ενώ η Vitol διαθέτει μακρά εμπειρία σε πολύπλοκες διεθνείς συναλλαγές. Οι traders κρίθηκαν πιο κατάλληλοι για να επαναφέρουν γρήγορα τις εξαγωγές της Βενεζουέλας, εξασφαλίζοντας έσοδα που θα χρηματοδοτήσουν την προσωρινή κυβέρνηση της Delcy Rodriguez στο Καράκας. Το σχέδιο της Ουάσιγκτον για 50 εκατομμύρια βαρέλια αργού πετρελαίου και συμφωνία αξίας 2 δισεκατομμυρίων δολαρίων δείχνει τη στρατηγική προτεραιότητα για έλεγχο των εσόδων, πριν ξεκινήσει η πλήρης ανοικοδόμηση της χώρας.

Η Βενεζουέλα διαθέτει τα μεγαλύτερα αποθέματα αργού πετρελαίου στον κόσμο, αλλά η αξιοποίησή τους κάθε άλλο παρά εύκολη υπόθεση είναι. Η εμπειρία του παρελθόντος, οι νομικές εκκρεμότητες και οι πολιτικές αβεβαιότητες περιορίζουν τη δραστηριοποίηση των μεγάλων αμερικανικών πετρελαϊκών, ενώ οι ευέλικτοι traders, όπως η Vitol και η Trafigura, μπορούν να κινηθούν πιο γρήγορα, αξιοποιώντας την κερδοφορία και τη δυναμική των αγορών. Η βραχυπρόθεσμη προοπτική του Τραμπ συγκρούεται με την ανάγκη για μακροπρόθεσμη στρατηγική που προβάλλουν οι πετρελαϊκοί όμιλοι, αναδεικνύοντας μια «ψευδαίσθηση γρήγορης πετρελαϊκής επανάστασης» που συχνά συντρίβεται πάνω στην πραγματικότητα των πολιτικών και νομικών περιορισμών.

Διαβάστε ακόμη