Το Ιράν βιώνει μια από τις πιο σοβαρές εσωτερικές κρίσεις των τελευταίων δεκαετιών στην ιστορία του. Από τις 28 Δεκεμβρίου 2025, εκατομμύρια πολίτες βγαίνουν στους δρόμους, διαμαρτυρόμενοι για την ακρίβεια και την οικονομική εξαθλίωση που βιώνουν, αλλά και αμφισβητώντας ευθέως τη θεοκρατική ηγεσία του Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ. Οι συγκρούσεις έχουν προκαλέσει εκατοντάδες θανάτους, χιλιάδες συλλήψεις και σχεδόν ολικό μπλακάουτ στο διαδίκτυο. Την ίδια στιγμή, η αμερικανική κυβέρνηση επανέφερε αυστηρές κυρώσεις, ενώ αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο στρατιωτικής παρέμβασης. Στο πλαίσιο αυτό, η αγορά πετρελαίου, η οποία παραδοσιακά ανταποκρίνεται ακόμα και στις απειλές πριν συμβούν, έχει ήδη αρχίσει να «τιμολογεί» τον κίνδυνο, προκαλώντας μεταβολές που έχουν σημαντικές συνέπειες για κυβερνήσεις, εταιρείες και καταναλωτές σε όλο τον κόσμο.
Ο αντίκτυπος στις αγορές πετρελαίου
Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με το WION, το αργό West Texas Intermediate (WTI) αυξήθηκε σχεδόν 3% την εβδομάδα που μας πέρασε, φτάνοντας τα 59 δολάρια το βαρέλι, καθώς οι επενδυτές προσθέτουν «πριμ κινδύνου» (risk premium) για την πιθανότητα περαιτέρω κυρώσεων ή διακοπών στην παραγωγή. Ένας βασικός παράγοντας της ανησυχίας είναι τα Στενά του Ορμούζ, το κρίσιμο πέρασμα ανάμεσα στον Περσικό Κόλπο και τον Κόλπο του Ομάν. Μέσω αυτού του στενού μεταφέρονται περίπου 20 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου ημερησίως, δηλαδή το 20% της παγκόσμιας κατανάλωσης υγρών καυσίμων. Ιδιαίτερα εκτεθειμένες είναι οι μεγάλες ασιατικές οικονομίες: η Κίνα εισάγει περίπου 5,4 εκατ. βαρέλια την ημέρα μέσω των στενών, ενώ η Ινδία περίπου 2,1 εκατ. βαρέλια την ημέρα. Μια διακοπή της ροής σε αυτήν τη διαδρομή θα μπορούσε να αυξήσει σημαντικά το κόστος εισαγωγών για τις χώρες αυτές, με σοβαρές επιπτώσεις στις αγορές ενέργειας και την ηλεκτροπαραγωγή. Πέρα από το πετρέλαιο, τα στενά του Ορμούζ είναι ζωτικής σημασίας και για το υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG), καθώς μέσω αυτών, διακινείται το 20% του παγκόσμιου εμπορίου. Το Κατάρ, ένας σημαντικός εξαγωγέας, στέλνει σχεδόν όλο το LNG του μέσω αυτής της θαλάσσιας οδού, πράγμα που σημαίνει ότι μια σύγκρουση θα μπορούσε να προκαλέσει κρίση ηλεκτρικής ενέργειας σε αγορές όπως η Ινδία και η Ευρώπη.
Παρά τους γεωπολιτικούς κινδύνους, ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (IEA) προβλέπει ένα τεράστιο παγκόσμιο πλεόνασμα πετρελαίου ύψους 3,8 εκατομμυρίων βαρελιών την ημέρα το 2026. Αυτό το ρεκόρ υπερπροσφοράς, που οφείλεται στην παραγωγή εκτός ΟΠΕΚ, λειτουργεί επί του παρόντος ως ισχυρό προστατευτικό «φράγμα» έναντι μιας δραματικής αύξησης των τιμών.
Η σύνδεση με τη Βενεζουέλα και η «America First» πολιτική
Παράλληλα, όπως γράφει το Forbes, η κρίση στη Βενεζουέλα επηρεάζει επίσης την παγκόσμια αγορά πετρελαίου. Η κατάληψη στρατιωτικών εγκαταστάσεων και η σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο από τις αμερικανικές δυνάμεις στις 3 Ιανουαρίου 2026 έχουν αφήσει τη χώρα εκτεθειμένη σε πολιτική αστάθεια, με την προσωρινή πρόεδρο Ντελσί Ροντρίγκες να αναμένεται στην Ουάσιγκτον στις 13 Ιανουαρίου για διαβουλεύσεις σχετικά με την αντιμετώπιση της κρίσης. Η παραγωγή πετρελαίου έχει καταρρεύσει σε μόλις 335.000 βαρέλια την ημέρα, παρά τα αποθέματα που ξεπερνούν τα 300 δισεκατομμύρια βαρέλια – δηλαδή το 17% του παγκόσμιου συνόλου. Ο τομέας έχει υποστεί δεκαετίες υποεπενδύσεων και πολιτικής κακοδιαχείρισης, με φθαρμένη υποδομή, έλλειψη τεχνογνωσίας και περιορισμένη δυνατότητα συντήρησης, ενώ μεγάλο μέρος της παραγωγής απαιτεί εισαγωγή ειδικών διαλυτών από το Ιράν και τεχνική βοήθεια από Κούβα και Κίνα.
Παρά τη φημολογία ότι η επανεκκίνηση των εξαγωγών στη Βενεζουέλα θα μπορούσε να προσφέρει νέα προσφορά στην αγορά, στην πραγματικότητα η χώρα δεν διαθέτει την απαραίτητη ευελιξία για ταχεία ανάκαμψη. Οι εξαγωγές της το 2024 έφτασαν μόλις τα 314.000 βαρέλια ημερησίως προς την Κίνα και 232.000 προς τις ΗΠΑ, με συμφωνίες τύπου «oil-for-loans» που δεσμεύουν μεγάλο μέρος της παραγωγής, δηλαδή το πετρέλαιο χρησιμοποιείται ως εγγύηση για δάνεια ή χρηματοδότηση, περιορίζοντας έτσι την ποσότητα που μπορεί να διατεθεί ελεύθερα στην παγκόσμια αγορά. Ακόμη και η λειτουργική ικανότητα διύλισης, που ονομαστικά φτάνει τα 2 εκατ. βαρέλια ημερησίως, περιορίζεται στην πράξη λόγω τεχνικών περιορισμών.
Η πολιτική «America First» του Τραμπ προτάσσει την προστασία της εγχώριας παραγωγής, δίνοντας πρόσβαση και ευνοϊκούς όρους σε αμερικανικές εταιρείες για την ανάπτυξη υδρογονανθράκων σε ξένες χώρες. Σε αντίθεση με τη Βενεζουέλα, το Ιράν διατηρεί παραγωγική ικανότητα και εξαγωγική ευελιξία και θα μπορούσε να επιστρέψει περίπου 500.000 βαρέλια την ημέρα στην παγκόσμια αγορά μέσα σε έναν χρόνο εάν αρθούν οι κυρώσεις, γεγονός που τονίζει τη στρατηγική σημασία της τρέχουσας κρίσης για τις διεθνείς αγορές.
Διαβάστε ακόμη
