Η έννοια της ενεργειακής αυτάρκειας μοιάζει, εκ πρώτης όψεως, να έχει κατακτηθεί από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Με την εγχώρια παραγωγή να κινείται σε ιστορικά υψηλά και με το αμερικανικό αργό να κατευθύνεται πλέον μαζικά προς τις διεθνείς αγορές, η εικόνα μιας χώρας που «κολυμπάει» στο πετρέλαιο δείχνει παγιωμένη. Κι όμως, όσο ο χρόνος κυλά στην «πίσω αυλή» της Ουάσιγκτον και οι εξελίξεις διαδέχονται η μία την άλλη με ρυθμό που θυμίζει πολιτικό ντόμινο, ένα φαινομενικά παράδοξο δεδομένο παραμένει σταθερό: τα αμερικανικά διυλιστήρια εξακολουθούν να χρειάζονται βαριά φορτία αργού από το εξωτερικό.

Η αντίφαση δεν είναι συγκυριακή ούτε προϊόν γεωπολιτικών τακτικισμών. Είναι δομική. Και έχει τις ρίζες της όχι στην ποσότητα του πετρελαίου που παράγουν οι ΗΠΑ, αλλά στο είδος του πετρελαίου, που μπορούν και δεν μπορούν, να αξιοποιήσουν οι ίδιες τους οι βιομηχανικές υποδομές. Τα περισσότερα μεγάλα διυλιστήρια των Ηνωμένες Πολιτείες, ιδίως εκείνα του Κόλπου του Μεξικού και των Μεσοδυτικών Πολιτειών, κατασκευάστηκαν ή αναβαθμίστηκαν πριν από δύο και τρεις δεκαετίες, σε μια εποχή όπου η κυρίαρχη πρόβλεψη ήταν ότι τα ελαφρά κοιτάσματα θα εξαντληθούν και ότι η παγκόσμια αγορά θα στηριχθεί σε βαρύ, φθηνό πετρέλαιο από τη Βενεζουέλα, το Μεξικό και τον Καναδά.

Με βάση αυτή την παραδοχή, οι αμερικανικοί όμιλοι επένδυσαν δισεκατομμύρια δολάρια σε μονάδες βαθιάς μετατροπής και cokers, σχεδιασμένες για να «σπάνε» βαριά φορτία και να τα μετατρέπουν σε προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας, όπως το ντίζελ και η άσφαλτος.

Όταν, μετά το 2010, η επανάσταση του shale oil πλημμύρισε την αγορά με ελαφρύ πετρέλαιο, το σύστημα βρέθηκε μπροστά σε μια απροσδόκητη ανατροπή. Τα διυλιστήρια αυτά δεν μπορούσαν και δεν μπορούν να λειτουργήσουν αποδοτικά αποκλειστικά με ελαφρύ αργό. Χρειάζονται τα βαριά μόρια για να γεμίσουν τις μονάδες μετατροπής τους, να αξιοποιήσουν τις επενδύσεις τους και να διατηρήσουν τα περιθώρια κερδοφορίας τους. Έτσι, η αφθονία του αμερικανικού shale δεν μετουσιώθηκε σε πλήρη ενεργειακή αυτάρκεια, αλλά σε μια ιδιότυπη ανταλλαγή ποιοτήτων.

Σύμφωνα με το American Petroleum Institute (API), οι ΗΠΑ εξάγουν το πλεόνασμα του ελαφρού πετρελαίου τους προς την Ευρώπη και την Ασία και, την ίδια στιγμή, εισάγουν βαρύ αργό κυρίως καναδικό WCS, για να τροφοδοτήσουν τα ίδια τους τα διυλιστήρια. Πρόκειται για έναν μηχανισμό ζωτικής σημασίας για τη βιωσιμότητα του αμερικανικού τομέα διύλισης και όχι για ένδειξη ενεργειακής αδυναμίας.

Γιατί η Βενεζουέλα βρίσκεται στο επίκεντρο των ΗΠΑ

Σε αυτό ακριβώς το σημείο, το ενεργειακό παράδοξο αρχίζει να συναντά τη γεωπολιτική. Το βενεζουελάνικο αργό είναι βαρύ/υψηλού θείου, «δύσκολο» πετρέλαιο, που ταιριάζει ακριβώς στις ανάγκες των σύνθετων αμερικανικών διυλιστηρίων, ιδιαίτερα στον Κόλπο του Μεξικού. Τις τελευταίες ημέρες οι εξελίξεις διαδέχθηκαν η μία την άλλη με ρυθμό καταιγιστικό, ενθαρρύνοντας, δια του παραδείγματος τάσεις που δεν είναι βέβαιο ότι θα περιοριστούν γεωγραφικά στην περιοχή της Καραϊβικής.

Μέσα σε λίγους μόλις μήνες, η διοίκηση του Ντόναλντ Τραμπ κλιμάκωσε εντυπωσιακά την πίεση προς το Καράκας: διπλασίασε το ποσό της αμοιβής για τη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο, ξεκίνησε επιχειρήσεις βύθισης πλοίων που είχαν αποπλεύσει από τη Βενεζουέλα στην Καραϊβική, προχώρησε σε πλήγματα κατά χερσαίων στόχων επί βενεζουελανικού εδάφους και, τελικά, στην απαγωγή του ίδιου του Βενεζουελάνου ηγέτη, ο οποίος πλέον αναμένεται να δικαστεί με την κατηγορία του «ναρκοτρομοκράτη».

Το βαρύ βενεζουελάνικο αργό, παρά τις τεχνικές δυσκολίες και το πολιτικό κόστος, παραμένει κρίσιμο κομμάτι μιας εξίσωσης που καθορίζεται πρώτα από τη χημεία του πετρελαίου και τη δομή της διύλισης και έπειτα από τη ρητορική της εξωτερικής πολιτικής. Εκεί ακριβώς εδράζεται το γεωπολιτικό παράδοξο: μια υπερδύναμη που παράγει άφθονο πετρέλαιο, αλλά εξακολουθεί να χρειάζεται και να διεκδικεί με κάθε μέσο ένα άλλο είδος πετρελαίου.

Σύμφωνα με το Reuters, τα αποδεδειγμένα αποθέματα της χώρας εκτιμώνται περίπου στα 303 δισ. βαρέλια, δηλαδή κοντά στο 17% των παγκόσμιων αποθεμάτων, μέγεθος που από μόνο του εξηγεί γιατί η Βενεζουελάνικη «δεξαμενή» επιστρέφει διαρκώς στις αμερικανικές εξισώσεις ισχύος. Όμως η παραγωγική κατάρρευση ήταν τέτοια, ώστε η «υπόσχεση» των αποθεμάτων δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε βαρέλια. Η παραγωγή μειώθηκε δραματικά μετά το 2013, σε μια περίοδο που σημαδεύτηκε από υποεπενδύσεις, κακοδιαχείριση και διεθνή απομόνωση, και σήμερα κινείται γύρω στα 800.000 βαρέλια ημερησίως — ένα κλάσμα των ιστορικών επιπέδων.

Στον αντίποδα, οι ΗΠΑ παράγουν πλέον σε επίπεδα ρεκόρ, περίπου 13,4 εκατ. βαρέλια την ημέρα, ποσότητα που είναι υπερδεκαπλάσια της βενεζουελάνικης παραγωγής. Κι όμως, ακόμη και αυτή η «υπερπαραγωγή» δεν μηδενίζει την ανάγκη του αμερικανικού συστήματος για εισαγωγές: τα αμερικανικά διυλιστήρια, για να διατηρούν τα σημερινά επίπεδα λειτουργίας, χρειάζονται περίπου 16,5 εκατ. βαρέλια ημερησίως, γεγονός που εξηγεί γιατί οι ΗΠΑ εξακολουθούν να εισάγουν περίπου 6 εκατ. βαρέλια την ημέρα, την ώρα που ταυτόχρονα εξάγουν πάνω από 4 εκατ. βαρέλια ημερησίως. Η εικόνα αυτή δεν παραπέμπει σε «έλλειμμα» πετρελαίου, αλλά σε δομική ανταλλαγή ποιοτήτων: ελαφρύ αμερικανικό αργό προς τις διεθνείς αγορές και βαρύτερα φορτία προς τα διυλιστήρια που τα έχουν ανάγκη. Σε αυτό το πλαίσιο, αναλυτές της αγοράς εκτιμούν όπως λέει το Foreign Policy ότι τα διυλιστήρια των ΗΠΑ θα μπορούσαν να απορροφήσουν άνετα έως και 1 εκατ. επιπλέον βαρέλια/ημέρα βαρύ αργό, εξέλιξη που —υπό προϋποθέσεις— θα μείωνε σταδιακά και το “βάρος” της καναδικής τροφοδοσίας.»

Οι Ηνωμένες Πολιτείες εμφανίζονται να προωθούν πλέον ανοιχτά μια αλλαγή καθεστώτος (regime change) στη Βενεζουέλα. Το φαινόμενο δεν είναι πρωτόγνωρο, όμως η ένταση και η ευθύτητα των κινήσεων παραπέμπουν σε πρακτικές άλλων δεκαετιών. Τελευταίο ανάλογο προηγούμενο θεωρείται η εισβολή των ΗΠΑ στον Παναμά, τον Δεκέμβριο του 1989, όταν η κυβέρνηση του Τζορτζ Μπους παρενέβη στρατιωτικά για τη σύλληψη του Μανουέλ Νοριέγκα με κατηγορίες για διακίνηση ναρκωτικών.

Τότε, η επιχείρηση είχε δικαιολογηθεί με επίκληση της προστασίας Αμερικανών πολιτών, της υπεράσπισης της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της καταπολέμησης των ναρκωτικών δικτύων και της διασφάλισης της ουδετερότητας της Διώρυγας του Παναμά.

Οι παίκτες που διεκδικούν τη μερίδα του λέοντος

Στην περίπτωση της Βενεζουέλας, το ενεργειακό υπόβαθρο είναι πολύ πιο εμφανές και πολύ πιο κρίσιμο για την οικονομία των ΗΠΑ. Ωστόσο, όπως επισημαίνει το Bloomberg, η προσπάθεια επαναφοράς σε λειτουργία της παραπαίουσας πετρελαϊκής βιομηχανίας της χώρας υπό αμερικανική καθοδήγηση συνιστά μια εξαιρετικά σύνθετη και μακροχρόνια πρόκληση, με το συνολικό κόστος να εκτιμάται ότι θα ξεπεράσει τα 100 δισ. δολάρια.

Η αγορά συγκλίνει στο ότι η ανασυγκρότηση δεν μπορεί να γίνει γρήγορα ούτε φθηνά. Χρόνια διαφθοράς, υποεπενδύσεων, κακοδιαχείρισης, πυρκαγιών και κλοπών έχουν αφήσει τις πετρελαϊκές υποδομές της χώρας σε κατάσταση εκτεταμένης φθοράς. Σύμφωνα με τον Francisco Monaldi, διευθυντή ενεργειακής πολιτικής για τη Λατινική Αμερική στο Baker Institute του Πανεπιστημίου Rice, η επιστροφή της παραγωγής στα επίπεδα των δεκαετιών ακμής θα απαιτούσε από μεγάλους ενεργειακούς ομίλους, όπως η Chevron, η Exxonmobil και η ConocoPhillips επενδύσεις της τάξης των 10 δισ. δολαρίων ετησίως για τουλάχιστον μία δεκαετία, ενώ μια ταχύτερη ανάκαμψη θα απαιτούσε ακόμη υψηλότερες δαπάνες.

Παρά το γεγονός ότι η Βενεζουέλα διαθέτει τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο, η παραγωγή της κατέρρευσε τα χρόνια της διακυβέρνησης του Νικολάς Μαδούρο. Σήμερα κινείται γύρω στο 1 εκατ. βαρέλια ημερησίως, έναντι σχεδόν 4 εκατ. βαρελιών την ημέρα το 1974, γεγονός που υπογραμμίζει το μέγεθος της αποσύνθεσης του κλάδου.

Σε αυτό το περιβάλλον, η αγορά θεωρεί σχεδόν αυτονόητο ότι οποιαδήποτε ουσιαστική ανάκαμψη θα περάσει πρώτα από τη Chevron. Η αμερικανική εταιρεία, με έδρα το Χιούστον, είναι σήμερα η μόνη μεγάλη δυτική πετρελαϊκή που εξακολουθεί να δραστηριοποιείται στη Βενεζουέλα, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 25% της συνολικής παραγωγής της χώρας. Λειτουργεί με ειδικές άδειες, σε σύμπραξη με την κρατική PDVSA, και αποτελεί τον βασικό παράγοντα που συγκρατεί την παραγωγή από ακόμη χαμηλότερα επίπεδα.

Αντίθετα, η ExxonMobil και η ConocoPhillips παρότι θεωρούνται από αναλυτές οι μόνες εταιρείες με το μέγεθος και την τεχνογνωσία για να συμβάλουν αποφασιστικά στην ανοικοδόμηση του κλάδου παραμένουν επιφυλακτικές, έχοντας αποχωρήσει μετά τις εθνικοποιήσεις της περιόδου Ούγκο Τσάβες. Η Exxon έχει καταστήσει σαφές ότι θα εξέταζε επιστροφή μόνο υπό «κατάλληλες συνθήκες», με θεσμικές εγγυήσεις και σταθερό πολιτικό πλαίσιο.

Η Chevron, σε πρόσφατη ανακοίνωσή της, περιορίστηκε να τονίσει ότι προτεραιότητά της παραμένει η ασφάλεια των εργαζομένων και η ακεραιότητα των περιουσιακών της στοιχείων, υπογραμμίζοντας ότι συνεχίζει να λειτουργεί σε πλήρη συμμόρφωση με το ισχύον κανονιστικό πλαίσιο. Πίσω από αυτή τη διατύπωση, ωστόσο, η αγορά διαβάζει κάτι σαφές: χωρίς πολιτική σταθερότητα, άρση βασικών περιορισμών και επαρκείς οικονομικές αποδόσεις, οι μεγάλες επενδύσεις που απαιτούνται για την αναγέννηση της βενεζουελανικής πετρελαϊκής βιομηχανίας θα παραμείνουν σχέδιο επί χάρτου.

Πάντως, ακόμη κι έτσι, η βραχυπρόθεσμη επίδραση στην παγκόσμια αγορά είναι περιορισμένη: με παραγωγή κάτω από 1 εκατ. βαρέλια ημερησίως, η Βενεζουέλα δύσκολα αλλάζει άμεσα τις ισορροπίες. Το πραγματικό διακύβευμα είναι αν και με ποιους θεσμικούς όρους, μπορεί να επιστρέψει σε σταθερή ανοδική πορεία παραγωγής μέσα στα επόμενα χρόνια, ώστε να αποτελέσει αξιόπιστη πηγή βαρύ αργού για τα διυλιστήρια του Κόλπου.

Διαβάστε ακόμη