Οι μετοχές των αμερικανικών πετρελαϊκών εταιρειών κατέγραψαν ισχυρά κέρδη τη Δευτέρα, ενισχυμένες από την προοπτική πρόσβασης στα τεράστια αποθέματα πετρελαίου της Βενεζουέλας, μετά τη δήλωση του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες θα αναλάβουν τον έλεγχο της χώρας της Νότιας Αμερικής έπειτα από τη σύλληψη του προέδρου της. Η Βενεζουέλα διαθέτει τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο, ωστόσο η παραγωγή της έχει καταρρεύσει τις τελευταίες δεκαετίες λόγω κακοδιαχείρισης, περιορισμένων ξένων επενδύσεων μετά την εθνικοποίηση της πετρελαϊκής βιομηχανίας και των διεθνών κυρώσεων.

Ο Τραμπ δήλωσε σε δημοσιογράφους εντός του Air Force One την Κυριακή ότι μίλησε με «όλες» τις μεγάλες αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες «πριν και μετά» τη σύλληψη του προέδρου της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, από αμερικανικές δυνάμεις στο Καράκας, σχετικά με τα σχέδιά τους για επενδύσεις στη χώρα. «Θέλουν πάρα πολύ να μπουν», είπε ο Τραμπ, σύμφωνα με το Reuters. «Θα στείλουμε τις μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες και θα φτιάξουν τις υποδομές. Θα επενδύσουν χρήματα. Εμείς δεν πρόκειται να επενδύσουμε τίποτα».

Σύμφωνα με προηγούμενο ρεπορτάζ του Reuters, η κυβέρνηση Τραμπ είχε ενημερώσει τις τελευταίες εβδομάδες στελέχη αμερικανικών πετρελαϊκών εταιρειών ότι, εφόσον επιθυμούν αποζημίωση για περιουσιακά στοιχεία που απαλλοτριώθηκαν από τη Βενεζουέλα πριν από περίπου δύο δεκαετίες, θα πρέπει να επιστρέψουν γρήγορα στη χώρα και να επενδύσουν σημαντικά κεφάλαια για την αναβίωση της κατεστραμμένης πετρελαϊκής βιομηχανίας.

Η μετοχή της Chevron, της μοναδικής μεγάλης αμερικανικής πετρελαϊκής εταιρείας που εξακολουθεί να δραστηριοποιείται στα πετρελαϊκά κοιτάσματα της Βενεζουέλας, σημείωσε άνοδο άνω του 4% στις πρωινές συναλλαγές. Παράλληλα, οι μετοχές των αμερικανικών διυλιστηρίων Marathon Petroleum, Phillips 66, PBF Energy και Valero Energy ενισχύθηκαν μεταξύ 5,7% και 9%. Οι τιμές του πετρελαίου κατέγραψαν άνοδο άνω του 1%, με αναλυτές να επισημαίνουν ότι σε μια παγκόσμια αγορά με άφθονη προσφορά, οποιαδήποτε περαιτέρω διαταραχή στις εξαγωγές της Βενεζουέλας θα είχε περιορισμένο άμεσο αντίκτυπο στις τιμές. Ο Τραμπ έχει δηλώσει ότι το εμπάργκο σε όλες τις εξαγωγές πετρελαίου της Βενεζουέλας θα παραμείνει προς το παρόν πλήρως σε ισχύ.

Μεγάλοι κερδισμένοι τα αμερικανικά διυλιστήρια πετρελαίου και η Chevron

Το βενεζουελάνικο αργό είναι βαρύ και όξινο, με υψηλή περιεκτικότητα σε θείο, γεγονός που το καθιστά κατάλληλο για την παραγωγή ντίζελ και βαρύτερων καυσίμων, αν και με χαμηλότερα περιθώρια κέρδους σε σύγκριση με άλλα είδη αργού, ιδίως εκείνα της Μέσης Ανατολής. Όπως ανέφερε ο Άχμαντ Ασίρι, στρατηγικός αναλυτής της Pepperstone, αυτού του τύπου το αργό ταιριάζει ιδιαίτερα με τη διάρθρωση των διυλιστηρίων της αμερικανικής ακτής του Κόλπου, τα οποία ιστορικά έχουν σχεδιαστεί για να επεξεργάζονται τέτοιες ποιότητες.

Η υφιστάμενη παρουσία της Chevron στη Βενεζουέλα, βάσει ειδικής άδειας των ΗΠΑ, την καθιστά πιθανό πρώιμο ωφελημένο από οποιαδήποτε αλλαγή πολιτικής, ενώ τα διυλιστήρια αναμένεται να επωφεληθούν από τη μεγαλύτερη διαθεσιμότητα βαρέος αργού πιο κοντά στις εγκαταστάσεις τους. Παράλληλα, η αμερικανική παρέμβαση θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για την επιστροφή περιουσιακών στοιχείων που κατασχέθηκαν το 2007 επί προεδρίας Ούγκο Τσάβες. Αναλυτές της J.P. Morgan σημείωσαν ότι οι ConocoPhillips και Exxon Mobil διαθέτουν σημαντικές εκκρεμείς διαιτητικές αποφάσεις, με αυξημένες πιθανότητες ανάκτησης. Συνολικά, οι απαιτήσεις της ConocoPhillips προσεγγίζουν τα 10 δισ. δολάρια, ενώ της Exxon εκτιμώνται περίπου στα 2 δισ. δολάρια.

Οι μετοχές αντανακλούσαν την αισιοδοξία, με την Exxon Mobil να ενισχύεται κατά 5% και την ConocoPhillips κατά 3,4%. Άνοδο κατέγραψαν και οι μετοχές εταιρειών παροχής πετρελαϊκών υπηρεσιών, όπως οι Baker Hughes, Halliburton και SLB, των οποίων η τεχνολογία θα είναι κρίσιμη για την αύξηση της παραγωγής. Παρ’ όλα αυτά, οι αναλυτές προειδοποιούν ότι οποιαδήποτε ουσιαστική ανάκαμψη θα απαιτήσει χρόνο, λόγω πολιτικής αβεβαιότητας, φθαρμένων υποδομών και ετών ανεπαρκών επενδύσεων. Η Βενεζουέλα παρήγαγε έως και 3,5 εκατ. βαρέλια ημερησίως τη δεκαετία του 1970, ποσοστό άνω του 7% της παγκόσμιας παραγωγής, ενώ πέρυσι η παραγωγή διαμορφώθηκε μόλις στα 1,1 εκατ. βαρέλια ημερησίως, περίπου στο 1% της παγκόσμιας προσφοράς.

Διαβάστε ακόμη