Το «πράσινο φως» που έλαβαν και οι 14 φορείς διαχείρισης στερεών αποβλήτων της χώρας δεν ισοδυναμεί με λευκή επιταγή για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί σήμερα το σύστημα. Πίσω από τη θετική πιστοποίηση, η Ρυθμιστική Αρχή Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων καταγράφει έναν εκτενή κατάλογο εκκρεμοτήτων: ανεπαρκώς συγκρίσιμα δεδομένα, ανάγκες μόνιμης στελέχωσης, άδειες λειτουργίας που πρέπει να ανανεωθούν, υποδομές που δεν έχουν ακόμη παραληφθεί από τους νέους φορείς, αλλά και ελλείψεις στον υπολογισμό του χρόνου ζωής και του μελλοντικού κόστους αποκατάστασης των ΧΥΤ.

Η δεύτερη ετήσια Έκθεση Αξιολόγησης Διαχειριστικής Επάρκειας αφορά το 2025 και δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο του 2026. Στο μικροσκόπιο μπήκαν 14 φορείς, εκ των οποίων οι οκτώ λειτουργούν ως ανώνυμες εταιρείες ΟΤΑ και οι έξι ως σύνδεσμοι. Όλοι κρίθηκαν επαρκείς ως προς τα ελάχιστα κριτήρια του νόμου, χωρίς να τεθούν προαπαιτούμενα για την πιστοποίησή τους. Η ίδια η έκθεση, όμως, περιγράφει την τρέχουσα περίοδο ως ακόμη «προσαρμοστική» και ξεκαθαρίζει ότι η συμμόρφωση με το ελάχιστο κανονιστικό όριο δεν σημαίνει πως οι φορείς έχουν φτάσει στο ίδιο επίπεδο οργανωτικής και επιχειρησιακής ωριμότητας.

Το «πέρασαν» και οι 14, αλλά το τεστ μέτρησε κυρίως τα ελάχιστα

Στο καθαρά θεσμικό σκέλος, η εικόνα είναι σαφής. Και οι 14 φορείς καλύπτουν τις ελάχιστες απαιτήσεις στελέχωσης του σχετικού Παραρτήματος Ι, αν και η διατύπωση της ΡΑΑΕΥ έχει ιδιαίτερη σημασία: οι απαιτήσεις καλύπτονται «με κάθε πρόσφορο μέσο». Πρόκειται για μια πιστοποίηση ότι υπάρχει το αναγκαίο ανθρώπινο δυναμικό για τη λειτουργία, όχι κατ’ ανάγκην ότι οι οργανικές θέσεις έχουν καλυφθεί από επαρκές μόνιμο προσωπικό.

Παράλληλα, όλοι οι φορείς κατέθεσαν εγκεκριμένες χρηματοοικονομικές καταστάσεις, συνοδευόμενες από έλεγχο ορκωτών ελεγκτών λογιστών. Όπου η Αρχή το έκρινε αναγκαίο, ζητήθηκε επιπρόσθετα έκθεση συμμόρφωσης. Και οι 14 υπέβαλαν επίσης τους προβλεπόμενους δείκτες για την παρακολούθηση της ποιότητας των υπηρεσιών διαχείρισης αποβλήτων.

Εδώ, ωστόσο, βρίσκεται ένας από τους σημαντικότερους αστερίσκους της έκθεσης. Η ΡΑΑΕΥ εξέτασε μόνο αν οι δείκτες υποβλήθηκαν. Δεν προχώρησε σε κριτική αξιολόγηση των αποτελεσμάτων ούτε της μεθοδολογίας με την οποία υπολογίστηκαν. Οι φορείς χρησιμοποιούν διαφορετικές προσεγγίσεις και ερμηνεύουν με διαφορετικό τρόπο τους ίδιους δείκτες, με αποτέλεσμα τα στοιχεία να μην έχουν κοινή βάση αναφοράς. Συνεπώς, η έκθεση δεν μπορεί ακόμη να απαντήσει στο βασικό ερώτημα: ποιος φορέας παρέχει καλύτερες υπηρεσίες, με χαμηλότερο κόστος και μεγαλύτερη περιβαλλοντική αποτελεσματικότητα.

Τέσσερις κοινές εκκρεμότητες σε ολόκληρη τη χώρα

Το εύρος του προβλήματος αποτυπώνεται στις προτάσεις βελτίωσης που συνοδεύουν τις επιμέρους αξιολογήσεις. Παρότι όλοι οι φορείς πιστοποιούνται θετικά, η ΡΑΑΕΥ επαναλαμβάνει και στους 14 την ανάγκη να προχωρήσουν σε τέσσερις βασικές κατευθύνσεις.

Η πρώτη αφορά την υλοποίηση ή αναθεώρηση των Περιφερειακών Σχεδίων Διαχείρισης Αποβλήτων, ώστε να εναρμονιστούν καλύτερα με τους εθνικούς και ευρωπαϊκούς στόχους. Η δεύτερη είναι η αύξηση των ποσοστών ανακύκλωσης, με συνεχή παρακολούθηση και αξιολόγηση των αποτελεσμάτων. Η τρίτη αφορά τη μείωση της υγειονομικής ταφής με βάση τους στόχους του Εθνικού Σχεδίου Διαχείρισης Αποβλήτων 2020-2030. Η τέταρτη είναι η ανάπτυξη και ενίσχυση των δικτύων χωριστής συλλογής βιοαποβλήτων σε συνεργασία με τους δήμους.

Το γεγονός ότι οι ίδιες συστάσεις επαναλαμβάνονται οριζόντια σε όλες τις περιφέρειες είναι εύγλωττο. Οι φορείς μπορεί να διαθέτουν τη διοικητική επάρκεια που απαιτεί ο νόμος, όμως το επιχειρησιακό σύστημα εξακολουθεί να απέχει από τη μετάβαση που έχει σχεδιαστεί: λιγότερη ταφή, περισσότερη χωριστή συλλογή, καλύτερη ανάκτηση υλικών και ουσιαστική εφαρμογή των περιφερειακών σχεδίων.

Σε εννέα φορείς παραμένει ανοιχτό το μέτωπο της μόνιμης στελέχωσης

Η στελέχωση αποτελεί μία από τις πιο συγκεκριμένες αδυναμίες που αναδεικνύει η αξιολόγηση. Σε εννέα από τους 14 φορείς η ΡΑΑΕΥ προτείνει ρητά δράσεις για την ενίσχυση του μόνιμου προσωπικού. Η σύσταση αφορά τους φορείς Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, Στερεάς Ελλάδας, Δυτικής Ελλάδας, Ηπείρου και Πελοποννήσου, καθώς και τους φορείς Ιονίων Νήσων, Βορείου και Νοτίου Αιγαίου και τον ΕΣΔΑΚ στην Κρήτη.

Η εικόνα αυτή εξηγεί γιατί η κάλυψη των ελάχιστων απαιτήσεων «με κάθε πρόσφορο μέσο» δεν αρκεί για να θεωρηθεί λυμένο το πρόβλημα. Η λειτουργία ΧΥΤΑ, μονάδων επεξεργασίας αποβλήτων και βιοαποβλήτων, σταθμών μεταφόρτωσης και δικτύων χωριστής συλλογής απαιτεί εξειδικευμένους μηχανικούς, περιβαλλοντολόγους, οικονομολόγους και τεχνικό προσωπικό με διαρκή παρουσία. Η εξάρτηση από συμβάσεις περιορισμένης διάρκειας ή εξωτερικούς συνεργάτες μπορεί να καλύπτει την τρέχουσα λειτουργία, δεν διασφαλίζει όμως τη διατήρηση της τεχνογνωσίας μέσα στον οργανισμό.

Στα Ιόνια Νησιά η επισήμανση γίνεται ακόμη πιο συγκεκριμένη. Η ΡΑΑΕΥ ζητεί ακριβή προγραμματισμό και χρονοδιάγραμμα προσλήψεων μόνιμου και ορισμένου χρόνου προσωπικού, καθώς και στοιχεία για αναθέσεις σε εξωτερικούς συνεργάτες, ώστε να τεκμηριώνεται ότι οι ανάγκες θα καλυφθούν πλήρως μέσα στην επόμενη τριετία.

Υποδομές χωρίς ολοκληρωμένη παραλαβή και άδειες που πρέπει να ανανεωθούν

Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτούν οι εκκρεμότητες που συνδέονται με τις υποδομές και την περιβαλλοντική τους αδειοδότηση. Σε Θεσσαλία, Ιόνια Νησιά, Βόρειο και Νότιο Αιγαίο η Αρχή ζητεί να ολοκληρωθεί η παραλαβή όλων των εγκαταστάσεων που εμπίπτουν στη γεωγραφική αρμοδιότητα των νέων φορέων.

Μαζί με τη διοικητική μεταβίβαση των υποδομών πρέπει να κινηθούν οι διαδικασίες για την έκδοση ή ανανέωση Αποφάσεων Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων και αδειών λειτουργίας, ιδίως για εγκαταστάσεις που βρίσκονται ήδη σε λειτουργία αλλά τα σχετικά έγγραφά τους έχουν λήξει. Στα Ιόνια Νησιά ζητείται επιπλέον να ολοκληρωθεί η παράδοση και παραλαβή των περιουσιακών στοιχείων των καταργούμενων συνδέσμων διαχείρισης αποβλήτων.

Η εκκρεμότητα δεν είναι τυπική. Μέχρι να ολοκληρωθεί η μεταβίβαση μιας εγκατάστασης, να αποσαφηνιστεί ποιος έχει τη διοικητική και οικονομική ευθύνη της και να επικαιροποιηθούν οι άδειές της, ο περιφερειακός σχεδιασμός παραμένει κατακερματισμένος. Αυτό δυσχεραίνει όχι μόνο την καθημερινή λειτουργία αλλά και τον προγραμματισμό επενδύσεων, συντηρήσεων και νέων έργων.

Το άγνωστο κόστος που αφήνουν πίσω τους οι ΧΥΤΑ

Ένα ακόμη κρίσιμο κεφάλαιο αφορά το τέλος της λειτουργικής ζωής των εγκαταστάσεων. Σε 11 από τους 14 φορείς η ΡΑΑΕΥ ζητεί επικαιροποίηση των στοιχείων, των παραμέτρων και των μελετών για την αποκατάσταση και τη μεταφροντίδα των υποδομών.

Η υποχρέωση αυτή αφορά κυρίως τους ΧΥΤΑ, οι οποίοι εξακολουθούν να δημιουργούν σοβαρές περιβαλλοντικές και οικονομικές υποχρεώσεις ακόμη και όταν σταματήσουν να δέχονται απορρίμματα. Απαιτούνται έργα αποκατάστασης, παρακολούθηση στραγγισμάτων και βιοαερίου, έλεγχος της ποιότητας των υπόγειων υδάτων και πολυετής συντήρηση. Χωρίς επικαιροποιημένες μελέτες και επαρκείς προβλέψεις, το μελλοντικό κόστος κινδυνεύει να μεταφερθεί στους δήμους και τελικά στους πολίτες.

Στην Αττική η επισήμανση είναι ακόμη πιο αιχμηρή: η ΡΑΑΕΥ απαιτεί ακριβή και τεκμηριωμένο υπολογισμό του δείκτη «υπολειπόμενος χρόνος ζωής ΧΥΤ» και όχι προσέγγιση κατ’ εκτίμηση. Αντίστοιχος υπολογισμός ζητείται για τη Δυτική Ελλάδα και τα Ιόνια Νησιά. Το πόσος διαθέσιμος χώρος απομένει δεν είναι ένας δευτερεύων τεχνικός δείκτης· καθορίζει πόσο χρόνο διαθέτει κάθε περιοχή για να δημιουργήσει νέες υποδομές και να μειώσει τις ποσότητες που οδηγούνται σε ταφή.

Η οικονομική κλίμακα της υποχρέωσης αποτυπώνεται στο παράδειγμα της Κεντρικής Μακεδονίας. Η έκθεση καταγράφει πρόβλεψη 8,33 εκατ. ευρώ για την αποκατάσταση ΧΥΤΑ και επιπλέον 13,385 εκατ. ευρώ για τη μεταφροντίδα τους. Για το 2024 η αναπόσβεστη αξία των αντίστοιχων υποχρεώσεων διαμορφωνόταν σε περίπου 4,01 εκατ. και 11,13 εκατ. ευρώ.

Ο εκτενέστερος κατάλογος παρεμβάσεων στη Δυτική Ελλάδα

Στη Δυτική Ελλάδα η έκθεση δεν περιορίζεται στις οριζόντιες συστάσεις, αλλά καταγράφει έναν από τους μεγαλύτερους καταλόγους απαιτούμενων παρεμβάσεων. Η ΡΑΑΕΥ προτείνει τη δημιουργία μόνιμων και εξειδικευμένων ομάδων έργου, με συμμετοχή επιστημόνων και επαγγελματιών του κλάδου και συνεργασίες με ελληνικά και ξένα επιστημονικά ιδρύματα.

Ζητεί ακόμη την ανάπτυξη ψηφιακών εργαλείων για την παρακολούθηση των ροών αποβλήτων και των οικονομικών δεδομένων, την ενίσχυση της διαφάνειας, αλλά και τον συνολικό ψηφιακό και τεχνολογικό εκσυγχρονισμό των λειτουργιών. Στο ίδιο πακέτο περιλαμβάνεται η εισαγωγή μεταβλητών τελών με βάση την αρχή «Πληρώνω όσο Πετάω», η ανάπτυξη μονάδων διαλογής, κομποστοποίησης και ενεργειακής ανάκτησης, καθώς και η συστηματική ενημέρωση πολιτών και επιχειρήσεων για τη μείωση των αποβλήτων και την ορθή απόρριψή τους.

Η περίπτωση της Δυτικής Ελλάδας αποτυπώνει καθαρά τη διαφορά ανάμεσα στη διαχειριστική πιστοποίηση και την πραγματική επιχειρησιακή ωριμότητα. Ο φορέας περνά το ελάχιστο θεσμικό κατώφλι, αλλά καλείται να δημιουργήσει σχεδόν από την αρχή κρίσιμα εργαλεία τεχνογνωσίας, οικονομικής παρακολούθησης και εφαρμογής σύγχρονων συστημάτων χρέωσης.

Το μεγάλο κενό των δεδομένων

Η ΡΑΑΕΥ αναγνωρίζει ευθέως ότι τα στοιχεία που υποβάλλουν οι φορείς δεν μπορούν ακόμη να υποστηρίξουν αξιόπιστη συγκριτική αξιολόγηση. Οι δείκτες παράγονται με διαφορετικές μεθοδολογίες, διαφορετική κατανόηση των εννοιών και διαφορετικές πηγές δεδομένων. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι πληροφορίες πρέπει να συγκεντρωθούν από δήμους, εργολάβους ή διαχειριστές εγκαταστάσεων και στη συνέχεια να διασταυρωθούν με επίσημα στοιχεία.

Για τον λόγο αυτό η Αρχή ζητεί οργανωμένη και δομημένη ροή δεδομένων, επαλήθευση των πληροφοριών και καταχώρισή τους σε εύχρηστα πληροφοριακά συστήματα. Χωρίς ενιαίες κατευθυντήριες γραμμές, κοινές παραμέτρους και σταθερούς κανόνες μέτρησης, η αξιολόγηση περιορίζεται στην πληρότητα του φακέλου. Δεν μπορεί ακόμη να αποδείξει ποιος ανακυκλώνει περισσότερο, ποιος θάβει λιγότερο, ποιος λειτουργεί με χαμηλότερο κόστος ή ποιος αξιοποιεί αποτελεσματικότερα τις υποδομές του.

Οι καλές πρακτικές που δείχνουν τον δρόμο

Μέσα σε αυτή την ανομοιογενή εικόνα, η έκθεση αναδεικνύει και πρακτικές που μπορούν να λειτουργήσουν ως πρότυπο. Ο φορέας Στερεάς Ελλάδας χρησιμοποιεί την εντοπιότητα ως κριτήριο στελέχωσης, επιχειρώντας να περιορίσει τη φυγή εκπαιδευμένου προσωπικού και να διατηρήσει την τεχνογνωσία στις εγκαταστάσεις του.

Στην Πελοπόννησο πραγματοποιούνται εκπαιδευτικές παρουσιάσεις, επισκέψεις μαθητών σε μονάδες επεξεργασίας και δράσεις βιωματικής μάθησης γύρω από την ανακύκλωση και την κυκλική οικονομία. Στα Χανιά, η ΔΕΔΙΣΑ επεξεργάζεται προδιαλεγμένα οργανικά και πράσινα απόβλητα στο ΕΜΑΚ και παράγει συσκευασμένα εδαφοβελτιωτικά και φυτοχώματα, τα οποία διαθέτει μέσω οργανωμένου δικτύου πωλήσεων.

Στην Κεντρική Μακεδονία, το REPper HUB προωθεί την επισκευή και συντήρηση προϊόντων, στηρίζοντας μικρομεσαίες επιχειρήσεις, νεοφυείς εταιρείες και επαγγελματίες της επιδιόρθωσης. Στη Δυτική Μακεδονία, η ΔΙΑΔΥΜΑ έχει εγκαταστήσει ειδικά απορριμματοκιβώτια για ηλεκτρικό και ηλεκτρονικό εξοπλισμό, αλλά και κάδους για επικίνδυνα οικιακά απόβλητα, όπως χλωρίνες, μελάνια εκτυπωτών και θερμόμετρα.

Οι πρακτικές αυτές έχουν διαφορετικό αντικείμενο, αλλά κοινή κατεύθυνση: απομάκρυνση από το μοντέλο της απλής συλλογής και ταφής και μετάβαση στην πρόληψη, την επισκευή, τη χωριστή συλλογή και την παραγωγή νέων προϊόντων από τα απόβλητα.

Από την πληρότητα του φακέλου στη μέτρηση της πραγματικής απόδοσης

Το βασικό συμπέρασμα της έκθεσης είναι διπλό. Από τη μία πλευρά, όλοι οι φορείς έχουν πλέον κατορθώσει να ανταποκριθούν στις ελάχιστες απαιτήσεις του νέου πλαισίου, υποβάλλοντας οικονομικές καταστάσεις, στοιχεία στελέχωσης και δείκτες ποιότητας. Από την άλλη, οι ίδιες οι προτάσεις της ΡΑΑΕΥ δείχνουν ότι η χώρα βρίσκεται ακόμη στο ενδιάμεσο στάδιο μεταξύ της θεσμικής συμμόρφωσης και της πραγματικής επιχειρησιακής αποτελεσματικότητας.

Το επόμενο βήμα δεν είναι απλώς να επαναληφθεί η ίδια διαδικασία με πληρέστερους φακέλους. Είναι να δημιουργηθούν κοινά και επαληθεύσιμα δεδομένα, να καλυφθούν οι ανάγκες μόνιμης στελέχωσης, να κλείσουν οι αδειοδοτικές και διοικητικές εκκρεμότητες, να υπολογιστεί με ακρίβεια το κόστος και ο χρόνος ζωής των υποδομών και, κυρίως, να μετρηθεί στην πράξη εάν μειώνεται η ταφή και αυξάνεται η ανάκτηση υλικών. Μέχρι τότε, η θετική πιστοποίηση αποτελεί ένα αναγκαίο πρώτο βήμα — όχι την τελική απόδειξη ότι το σύστημα διαχείρισης απορριμμάτων λειτουργεί όπως πρέπει.

Διαβάστε ακόμη