Ένα νέο εργαλείο τεχνητής ανάλυσης δεδομένων αποτυπώνει τον αντίκτυπο της κλιματικής αλλαγής στη γεωργική παραγωγή παγκοσμίως, προβλέποντας ποιες περιοχές κινδυνεύουν να αντιμετωπίσουν σημαντική μείωση της παραγωγικότητάς τους έως το τέλος του αιώνα.

Η πλατφόρμα CADI (Climate-Induced Agricultural Decline Index) αναπτύχθηκε από ερευνητική ομάδα του Ινστιτούτου Οικονομικής Ανάλυσης (IAE) του ισπανικού Εθνικού Συμβουλίου Έρευνας (CSIC) στη Βαρκελώνη και προσφέρει προβλέψεις υψηλής χωρικής ανάλυσης, σε πλέγμα περίπου 9,3 επί 9,3 χιλιομέτρων, για την εξέλιξη της αγροτικής παραγωγικότητας υπό διαφορετικά κλιματικά σενάρια έως το 2100.

Όπως μεταδίδει το Reuters, το μοντέλο εξετάζει πώς θα μεταβληθεί η παραγωγική ικανότητα των καλλιεργήσιμων εκτάσεων εξαιτίας αποκλειστικά των κλιματικών αλλαγών, διατηρώντας σταθερά τα είδη καλλιεργειών που υπήρχαν το 2020. Με αυτόν τον τρόπο απομονώνεται η επίδραση του κλίματος, χωρίς να συνυπολογίζονται πιθανές προσαρμογές των αγροτών, όπως η αλλαγή καλλιεργειών ή η χρήση νέων τεχνολογιών.

Πώς λειτουργεί το μοντέλο

Για τη δημιουργία του CADI αξιοποιήθηκαν ιστορικά δεδομένα αγροτικών αποδόσεων από τον Οργανισμό Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ (FAO), καθώς και κλιματικά δεδομένα από το ευρωπαϊκό πρόγραμμα Copernicus.

Οι ερευνητές συνέκριναν τις μεταβολές που σημειώθηκαν στις περιόδους 1981-2000 και 2001-2020 και στη συνέχεια χρησιμοποίησαν τα κλιματικά σενάρια της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Κλιματική Αλλαγή (IPCC), ώστε να προβλέψουν την πορεία της αγροτικής παραγωγικότητας μέχρι το τέλος του αιώνα.

Η βασική παραδοχή του μοντέλου είναι ότι δεν εφαρμόζονται μέτρα προσαρμογής. Στόχος είναι να αποτυπωθεί τι θα συμβεί εάν αλλάξει μόνο το κλίμα, ενώ όλες οι υπόλοιπες παράμετροι παραμείνουν αμετάβλητες.

Ένας κόσμος με «κερδισμένους» και «χαμένους»

Τα στοιχεία που έχουν ήδη καταγραφεί δείχνουν ότι περίπου μία στις έξι καλλιεργήσιμες εκτάσεις παγκοσμίως έχει χάσει πάνω από 10% της δυνητικής παραγωγικότητάς της τις τελευταίες δύο δεκαετίες σε σύγκριση με την προηγούμενη περίοδο.

Οι απώλειες δεν κατανέμονται ομοιόμορφα. Οι τροπικές περιοχές εμφανίζουν τις μεγαλύτερες πιέσεις, ενώ ορισμένες περιοχές υψηλών γεωγραφικών πλατών, όπως τμήματα της βόρειας Ευρώπης, ενδέχεται να εμφανίσουν βελτίωση των συνθηκών καλλιέργειας.

Ωστόσο, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι τα πιθανά οφέλη στις βόρειες περιοχές ξεκινούν από χαμηλά επίπεδα παραγωγής και δεν αντισταθμίζουν τις μεγάλες απώλειες στις πιο ευάλωτες περιοχές.

Η Ευρώπη χωρίζεται σε Βορρά και Νότο

Στην Ευρώπη επαναλαμβάνεται το γνωστό μοτίβο ενός αυξανόμενου κλιματικού χάσματος μεταξύ βορρά και νότου.

Χώρες όπως η Σκανδιναβία, η Σκωτία και περιοχές των Άλπεων εμφανίζουν προοπτικές ενίσχυσης της αγροτικής παραγωγικότητας, ενώ ο ευρωπαϊκός Νότος αναμένεται να αντιμετωπίσει μεγαλύτερες πιέσεις.

Η Ισπανία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της ανισορροπίας. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα του μοντέλου, η ακτογραμμή της Κανταβρίας, η Γαλικία και τα Πυρηναία ενδέχεται να παρουσιάσουν βελτιωμένες συνθήκες, ενώ μεγάλο μέρος της ενδοχώρας και της ανατολικής-κεντρικής Ιβηρικής χερσονήσου αναμένεται να καταγράψει σημαντικές απώλειες.

Σήμερα, περίπου το 15% του παγκόσμιου πληθυσμού ζει ήδη σε περιοχές όπου η αγροτική παραγωγική ικανότητα έχει μειωθεί τουλάχιστον κατά 5%.

Εάν η παγκόσμια θερμοκρασία ακολουθήσει ένα μεσαίο προς υψηλό σενάριο αύξησης, με επιπλέον άνοδο περίπου 2,1 βαθμών Κελσίου έως τα μέσα του αιώνα, το ποσοστό αυτό θα μπορούσε να αυξηθεί σχεδόν στο μισό του παγκόσμιου πληθυσμού κατά την περίοδο 2041-2060.

Οι απώλειες αναμένεται να είναι ιδιαίτερα συγκεντρωμένες γεωγραφικά. Σύμφωνα με το μοντέλο, μόλις το 5% των τροπικών εκτάσεων ευθύνεται ήδη για περίπου το 35% των καταγεγραμμένων απωλειών, ενώ περίπου το ένα τέταρτο των χωρών ενδέχεται να επωμιστεί το 85%-90% των παγκόσμιων επιπτώσεων έως τα μέσα του αιώνα.

Η πρόκληση της προσαρμογής

Οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι ακόμη και οι περιοχές που ενδέχεται να ωφεληθούν από την κλιματική αλλαγή δεν θα μείνουν χωρίς προκλήσεις. Η μετατόπιση της παραγωγής προς νέες περιοχές μπορεί να δημιουργήσει ανταγωνισμό για γη, νερό και επενδύσεις, προκαλώντας νέες οικονομικές και κοινωνικές εντάσεις.

Παράλληλα, αναδεικνύεται μια σημαντική διάσταση κλιματικής δικαιοσύνης: πολλές από τις χώρες που έχουν συμβάλει λιγότερο ιστορικά στις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου είναι εκείνες που αντιμετωπίζουν τις μεγαλύτερες απώλειες στην αγροτική παραγωγή.

Οι δημιουργοί του CADI επισημαίνουν ότι η αξία του εργαλείου δεν περιορίζεται στην καταγραφή του προβλήματος, αλλά στην έγκαιρη προετοιμασία για την αντιμετώπισή του. Ο χάρτης μπορεί να βοηθήσει στον σχεδιασμό πολιτικών προσαρμογής, στην επιλογή νέων καλλιεργειών, στην αξιοποίηση τεχνολογιών και στη διοχέτευση πόρων πριν οι μειωμένες αποδόσεις οδηγήσουν σε απώλεια αγροτικού εισοδήματος, ενίσχυση της επισιτιστικής ανασφάλειας ή μετακινήσεις πληθυσμών.

Το CADI προσφέρει δύο τύπους προβολών, ανά εικοσαετία από το 2020 έως το 2100, παρουσιάζοντας τόσο την εξέλιξη της αγροτικής παραγωγικότητας όσο και τις αναμενόμενες κλιματικές μεταβολές ανά περιοχή.

Διαβάστε ακόμη