Οι πιο ανθεκτικές γεωργικές πρακτικές αναδεικνύονται ως κρίσιμο «αντίβαρο» απέναντι στις ολοένα πιο συχνές και έντονες ξηρασίες στην Ευρώπη, σύμφωνα με νέα γαλλική μελέτη που επικαλείται το euronews και καταγράφει σημαντικές διαφορές στις απώλειες παραγωγής ανάλογα με το μοντέλο καλλιέργειας.
Σε ανάλυση περισσότερων από 1.200 αγροκτημάτων στη Γαλλία την περίοδο 2021–2024, τα στοιχεία δείχνουν ότι οι φάρμες που εφαρμόζουν αναγεννητικές πρακτικές κατέγραψαν μείωση αποδόσεων της τάξης του 8% κατά τη διάρκεια της ξηρασίας του 2023, έναντι 22% στις πιο συμβατικές καλλιέργειες. Η διαφορά αυτή αποδίδεται κυρίως στη βελτιωμένη υγεία του εδάφους και στη μεγαλύτερη ικανότητά του να συγκρατεί νερό.
Το έδαφος ως «φυσική ασπίδα» απέναντι στην ξηρασία
Η έρευνα, που πραγματοποιήθηκε από τη Soil Capital σε συνεργασία με το KU Leuven, αναδεικνύει ότι οι αναγεννητικές πρακτικές, όπως η μειωμένη άροση, η αμειψισπορά και η καλλιέργεια καλυπτικών φυτών, ενισχύουν τη δομή του εδάφους και τη βιοποικιλότητα, δημιουργώντας συνθήκες μεγαλύτερης ανθεκτικότητας απέναντι στην έλλειψη νερού.
Όπως επισημαίνουν οι ερευνητές, τα εδάφη με υψηλότερη οργανική ύλη λειτουργούν σαν «σφουγγάρια», αποθηκεύοντας περισσότερη υγρασία και περιορίζοντας τις απώλειες κατά τη διάρκεια παρατεταμένων ξηρών περιόδων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη και μια αύξηση κατά 1% της οργανικής ύλης μπορεί να αυξήσει σημαντικά την ικανότητα συγκράτησης νερού ανά εκτάριο.
Τα ευρήματα είναι ιδιαίτερα κρίσιμα για τα σιτηρά, τα οποία αποτελούν βασικό πυλώνα της ευρωπαϊκής αγροτικής παραγωγής. Σύμφωνα με τη μελέτη, η ευρύτερη υιοθέτηση αναγεννητικών πρακτικών στη Γαλλία θα μπορούσε να προστατεύσει ποσότητες σιταριού ικανές να καλύψουν έως και 17 εβδομάδες λειτουργίας ενός μεγάλου αλευρόμυλου, ή διαφορετικά να αντιστοιχούν στην παραγωγή περίπου 130 εκατομμυρίων μπαγκετών σε συνθήκες ξηρασίας.
Η έρευνα έρχεται σε μια περίοδο που η κλιματική αλλαγή επιβαρύνει ολοένα περισσότερο τη γεωργία στην Ευρώπη, με τις ζημιές από ξηρασίες να εκτιμώνται παγκοσμίως σε εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως. Οι επιστήμονες προειδοποιούν ότι έως το 2050 τα τρία τέταρτα του παγκόσμιου πληθυσμού ενδέχεται να επηρεάζονται από φαινόμενα λειψυδρίας. Την ίδια στιγμή, διεθνείς οργανισμοί όπως τα Ηνωμένα Έθνη υπογραμμίζουν ότι η υποβάθμιση των εδαφών αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την επισιτιστική ασφάλεια και την κλιματική ανθεκτικότητα, ζητώντας πιο συστηματικές πολιτικές αποκατάστασης.
Παρότι το κόστος μετάβασης σε αναγεννητικά μοντέλα παραμένει υψηλότερο για πολλούς παραγωγούς, τα πρώτα δεδομένα δείχνουν ότι τα οφέλη ενδέχεται να υπερκαλύπτουν τις αρχικές επενδύσεις, ιδιαίτερα σε ένα περιβάλλον όπου τα ακραία καιρικά φαινόμενα γίνονται η «νέα κανονικότητα». Το ερώτημα που αναδεικνύεται πλέον δεν αφορά μόνο την παραγωγικότητα, αλλά τη βιωσιμότητα του ίδιου του ευρωπαϊκού αγροτικού μοντέλου απέναντι στην κλιματική αστάθεια.
Διαβάστε ακόμη
