Η κρίση στη Μέση Ανατολή έχει οδηγήσει σε σημαντική άνοδο των τιμών της κηροζίνης αεροπορίας, εντείνοντας τις πιέσεις σε έναν ήδη ευάλωτο ενεργειακό κλάδο. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας, οι παραγωγοί βιοκαυσίμων επιχειρούν να αξιοποιήσουν τη συγκυρία, βλέποντας ένα «παράθυρο ευκαιρίας» για την ενίσχυση της θέσης τους και την επιτάχυνση της παραγωγής βιώσιμων καυσίμων αεροπορίας (SAF).

Η γεωπολιτική ένταση στον Κόλπο έχει αναζωπυρώσει τη συζήτηση γύρω από την ενεργειακή ασφάλεια, ιδιαίτερα στην Ευρώπη, όπου πριν από την κρίση σχεδόν το μισό της κηροζίνης προερχόταν από χώρες της περιοχής. Όπως σημειώνουν παράγοντες της αγοράς που επικαλείται η Les Echos, η έντονη εξάρτηση από τις εισαγωγές καυσίμων κατέστησε την ευρωπαϊκή αεροπορία ευάλωτη σε διαταραχές, ενώ ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας (IEA) είχε φτάσει στο σημείο να προειδοποιήσει τον Απρίλιο ότι, τα διαθέσιμα αποθέματα θα μπορούσαν να επαρκούν μόλις για περίπου έξι εβδομάδες. Βέβαια, ο επίτροπος Βιώσιμων Μεταφορών και Τουρισμού της ΕΕ, Απόστολος Τζιτζικώστας, μιλώντας στο πρόσφατο συνέδριο που πραγματοποίησαν το Powergame.gr και ο Economist, εμφανίστηκε πιο αισιόδοξος, στέλνοντας ξεκάθαρο μήνυμα: «Η Ευρώπη δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα έλλειψης αεροπορικών καυσίμων. Όσοι επιθυμούν να εκφράζονται δημόσια οφείλουν να το κάνουν με σοβαρότητα και υπευθυνότητα».

Στο μεταξύ, η Κομισιόν έχει ενεργοποιήσει εναλλακτικές ροές εφοδιασμού, όπως το καύσιμο Jet-A που παράγεται στις ΗΠΑ και έχει παρόμοιες τεχνικές προδιαγραφές με την κηροζίνη, αν και με μικρότερη ενεργειακή απόδοση, αποτελώντας μια βραχυπρόθεσμη και όχι οριστική λύση.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, τα βιώσιμα καύσιμα αεροπορίας επανέρχονται στο προσκήνιο ως μια στρατηγική επιλογή για να αποκτήσουν οι χώρες ενεργειακή και γεωπολιτική αυτονομία. «Πολλοί από εμάς συνειδητοποιήσαμε τη νέα ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης από τους υδρογονάνθρακες», ανέφερε η Muriel Assouline, γενική διευθύντρια της Air Caraïbes, υπογραμμίζοντας ότι η κρίση λειτούργησε ως «καμπανάκι» για τον κλάδο. Στο ίδιο μήκος κύματος, οργανώσεις όπως η Transport & Environment επισημαίνουν ότι η εξάρτηση της αεροπορίας από τα ορυκτά καύσιμα δεν αποτελεί μόνο περιβαλλοντικό ζήτημα, αλλά και κρίσιμο γεωπολιτικό ρίσκο. Ωστόσο, οι ενώσεις του κλάδου προειδοποιούν ότι οι τρέχουσες επενδύσεις παραμένουν ανεπαρκείς σε σχέση με τους φιλόδοξους ευρωπαϊκούς στόχους μείωσης εκπομπών, που φτάνουν έως και 70% μέχρι το 2050.

Φιλόδοξοι στόχοι.. περιορισμένη παραγωγή

Σύμφωνα με τον ευρωπαϊκό κανονισμό ReFuelEU Aviation, τα καύσιμα που διατίθενται στα ευρωπαϊκά αεροδρόμια πρέπει να περιλαμβάνουν ολοένα και μεγαλύτερο ποσοστό SAF: από 2% σήμερα, στο 6% έως το 2030, στο 20% το 2035 και στο 70% το 2050, εκ των οποίων σημαντικό μέρος θα αφορά συνθετικά καύσιμα (e-SAF) που παράγονται με χρήση υδρογόνου. Παρά τις δεσμεύσεις αυτές, η παγκόσμια παραγωγή SAF το 2024 αντιστοιχούσε μόλις στο 0,53% της συνολικής κατανάλωσης καυσίμων αεροπορίας, γεγονός που σημαίνει ότι μέχρι το 2030 η παραγωγή θα πρέπει να αυξηθεί σχεδόν δέκα φορές για να καλύψει τη ζήτηση.

Σήμερα, η πλειονότητα των SAF παράγεται από χρησιμοποιημένα μαγειρικά έλαια, τα οποία εισάγονται κυρίως από την Ασία και στη συνέχεια επεξεργάζονται από μεγάλες ενεργειακές εταιρείες, όπως η TotalEnergies ή η φινλανδική Neste. Το κόστος παραγωγής παραμένει υψηλό, ενώ δεν λείπουν και οι ανησυχίες για την ιχνηλασιμότητα των πρώτων υλών και τον κίνδυνο πρακτικών «πράσινης απάτης».

Καθώς τα διαθέσιμα χρησιμοποιημένα έλαια εκτιμάται ότι δεν επαρκούν μακροπρόθεσμα, ο κλάδος στρέφεται σε νέες λύσεις, όπως οι λεγόμενες ενδιάμεσες καλλιέργειες. Πρόκειται για καλλιέργειες φυτών όπως ηλίανθος ή ελαιοκράμβη μεταξύ δύο βασικών καλλιεργητικών κύκλων, από τις οποίες μπορούν να παραχθούν έλαια για βιοκαύσιμα. Ήδη εταιρείες όπως η Corteva και η BP επιχειρούν να αναπτύξουν αυτό το μοντέλο, προσφέροντας στους αγρότες νέα επιχειρηματικά εργαλεία. Ωστόσο, η αβεβαιότητα γύρω από το ευρωπαϊκό ρυθμιστικό πλαίσιο και τον ακριβή ορισμό των ενδιάμεσων καλλιεργειών δημιουργεί καθυστερήσεις στην ανάπτυξη της αγοράς. Από την πλευρά των περιβαλλοντικών οργανώσεων, εκφράζονται επιφυλάξεις για το κατά πόσο οι νέες αυτές πρακτικές μπορούν να προσφέρουν ουσιαστική λύση, με το επιχείρημα ότι το περιορισμένο γεωργικό δυναμικό της Ευρώπης δεν επαρκεί για να καλύψει τη μελλοντική ζήτηση, ενώ η αυξημένη χρήση λιπασμάτων ενδέχεται να μειώσει τα περιβαλλοντικά οφέλη.

Το κρίσιμο ορόσημο του 2035

Ο αεροπορικός κλάδος θεωρεί ότι η επόμενη δεκαετία θα είναι καθοριστική, καθώς, όπως προαναφέρθηκε, με βάση τα ευρωπαϊκά χρονοδιαγράμματα, το ποσοστό SAF θα πρέπει να φτάσει το 20% έως το 2035, γεγονός που θα πιέσει έντονα την εφοδιαστική αλυσίδα και τις τιμές.

Ήδη οι αεροπορικές εταιρείες εκφράζουν ανησυχίες για το κόστος, καθώς τα βιοκαύσιμα που παράγονται από ευρωπαϊκές πρώτες ύλες εκτιμάται ότι θα είναι ακριβότερα από τις σημερινές εναλλακτικές. Σε αυτό το μεταβατικό στάδιο, τα βιοκαύσιμα παρουσιάζονται από πολλούς ως «μικρότερο κακό»: όχι η τέλεια λύση, αλλά ένα αναγκαίο βήμα σε έναν τομέα όπου η πλήρης αποδέσμευση από τα ορυκτά καύσιμα παραμένει ο τελικός στόχος.

Διαβάστε ακόμη