Η εικόνα της κλιματικής μεταβολής στην Ελλάδα αποτυπώνεται πλέον με συγκεκριμένα, μετρήσιμα δεδομένα, τα οποία καταγράφουν σαφή επιδείνωση τόσο στη θερμική επιβάρυνση όσο και στη μορφή των ακραίων φαινομένων. Ο Δρ. Κωνσταντίνος Λαγουβάρδος παρουσίασε στοιχεία που δείχνουν ότι η αλλαγή δεν είναι θεωρητική, αλλά αποτυπώνεται σε αριθμούς που μεταβάλλονται με ταχύ ρυθμό τα τελευταία χρόνια.
Στα καλοκαίρια της περιόδου 1960–2025, η μέση θερμοκρασία εμφανίζει σταθερή άνοδο, με την πιο έντονη επιτάχυνση μετά το 2010. Το 2024 καταγράφεται ως το θερμότερο καλοκαίρι της χρονοσειράς, με μέση θερμοκρασία περίπου 26,1°C, ενώ το 2025 ακολουθεί πολύ κοντά, επιβεβαιώνοντας ότι τα ακραία θερμά καλοκαίρια δεν αποτελούν πλέον εξαίρεση αλλά τείνουν να γίνουν κανόνας.
Ακόμη πιο αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία για τους καύσωνες. Τα τελευταία χρόνια, τα επεισόδια μεγάλης διάρκειας, άνω των 10 έως 12 ημερών έχουν αυξηθεί σημαντικά. Σε αρκετές περιπτώσεις, οι καύσωνες διαρκούν έως και 15–16 ημέρες συνεχόμενα, κάτι που στο παρελθόν ήταν εξαιρετικά σπάνιο. Ειδικά την περίοδο 2021–2025, σχεδόν κάθε καλοκαίρι καταγράφει τουλάχιστον ένα τέτοιο επεισόδιο, με εξαίρεση μεμονωμένες χρονιές.
Στα μεγάλα αστικά κέντρα, η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο πιεστική. Οι ελάχιστες θερμοκρασίες τη νύχτα δεν πέφτουν πλέον κάτω από τους 28–30°C σε πολλές περιοχές, γεγονός που σημαίνει ότι ο οργανισμός δεν προλαβαίνει να «ανακάμψει» από τη θερμική καταπόνηση της ημέρας. Το φαινόμενο αυτό, που συνδέεται με την αστική θερμική νησίδα, αυξάνει κατακόρυφα τη ζήτηση για ψύξη και επιβαρύνει τα δίκτυα ενέργειας.
Στο σκέλος των βροχοπτώσεων, τα στοιχεία δείχνουν ότι η συνολική ποσότητα βροχής δεν μεταβάλλεται δραστικά σε ετήσια βάση. Ωστόσο, αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο κατανέμεται μέσα στον χρόνο. Βρέχει λιγότερες ημέρες, αλλά όταν εκδηλώνονται φαινόμενα, αυτά είναι πιο έντονα. Αυτό σημαίνει μεγαλύτερους όγκους νερού σε μικρό χρονικό διάστημα, αυξάνοντας τον κίνδυνο πλημμυρών.
Η μεταβολή αυτή συνδέεται με τη θερμοκρασία της θάλασσας, η οποία ανεβαίνει, ενισχύοντας την εξάτμιση και την ποσότητα υδρατμών στην ατμόσφαιρα. Όταν οι συνθήκες ευνοήσουν την εκδήλωση βροχής, η ένταση είναι σαφώς μεγαλύτερη. Πρόκειται για έναν μηχανισμό που εξηγεί γιατί παρατηρούνται ολοένα και συχνότερα φαινόμενα έντονων καταιγίδων, ακόμη και σε περιοχές όπου η συνολική ετήσια βροχόπτωση δεν έχει αυξηθεί.
Συνολικά, τα δεδομένα δείχνουν μια διπλή μετατόπιση: από τη μία πλευρά, τα καλοκαίρια γίνονται θερμότερα κατά περίπου 1–1,5°C σε σχέση με τις παλαιότερες δεκαετίες, και από την άλλη, τα ακραία φαινόμενα, είτε πρόκειται για καύσωνες είτε για έντονες βροχοπτώσεις, γίνονται πιο συχνά και πιο έντονα. Η τάση αυτή δεν είναι συγκυριακή, αλλά επαναλαμβανόμενη, με σαφή ενίσχυση την τελευταία δεκαετία.
Διαβάστε ακόμη
