Αλλαγές και κρίσιμες αποφάσεις αναμένονται τις επόμενες εβδομάδες στην αγορά της ανακύκλωσης, με το ενδιαφέρον να στρέφεται σε δύο μέτωπα που κινούνται πλέον παράλληλα αλλά με διαφορετική «ταχύτητα»: τα φωτοβολταϊκά πάνελ και τις μπαταρίες αποθήκευσης ενέργειας. Οι παρεμβάσεις του ΕΟΑΝ και οι επικείμενες αποφάσεις για τις εισφορές διαμορφώνουν ένα νέο τοπίο, σε μια συγκυρία κατά την οποία η αγορά καλείται να κάνει το «πέρασμα» στην ουσιαστική διαχείριση των αποβλήτων.
Στο σκέλος των φωτοβολταϊκών, το βάρος πέφτει στην οριστικοποίηση της κατώτατης εισφοράς, η οποία θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό τη βιωσιμότητα του συστήματος ανακύκλωσης. Αντιθέτως, στις μπαταρίες, η αγορά βρίσκεται ακόμη σε εμβρυακό στάδιο, φαίνεται να υιοθετείται μια διαφορετική, πιο ευέλικτη προσέγγιση, με τον ΕΟΑΝ να αποφεύγει τουλάχιστον σε αυτή τη φάση την επιβολή ενιαίας ελάχιστης τιμής.
Στο σκέλος των μπαταριών αποθήκευσης ενέργειας, η εικόνα που διαμορφώνεται είναι διαφορετική και σε μεγάλο βαθμό πιο «προληπτική» σε σχέση με τα φωτοβολταϊκά, καθώς ο ΕΟΑΝ επιχειρεί να ρυθμίσει την αγορά πριν εμφανιστούν οι ίδιες στρεβλώσεις.
Όπως ανέφερε στο πλαίσιο του Renewable Energy Forum, η Διευθύνουσα Σύμβουλος του Οργανισμού, Αλεξάνδρα-Σοφία Τόγια, το επόμενο διάστημα αναμένονται αποφάσεις για το ύψος των εισφορών, με το Διοικητικό Συμβούλιο να καλείται να αξιολογήσει τις προτάσεις που έχουν καταθέσει τα τρία συστήματα εναλλακτικής διαχείρισης – ΑΦΗΣ, COMBATT και RE-Battery. Η αξιολόγηση των επιχειρησιακών σχεδίων έχει ήδη πραγματοποιηθεί σε πρώτο επίπεδο και, σύμφωνα με τις ενδείξεις, η εικόνα που προκύπτει είναι θετική, γεγονός που ανοίγει τον δρόμο για την επικύρωση των εισφορών που προτείνουν τα ίδια τα συστήματα.
Η βασική διαφοροποίηση σε σχέση με τα φωτοβολταϊκά έγκειται στο ότι δεν θα εφαρμοστεί ένα ενιαίο κατώτατο επίπεδο εισφοράς. Αντιθέτως, κάθε σύστημα θα μπορεί να διατηρεί τη δική του εισφορά, εφόσον αυτή τεκμηριώνεται επαρκώς από τα στοιχεία του επιχειρησιακού του σχεδίου. Πρόκειται για μια επιλογή που αποτυπώνει τη βούληση του ΕΟΑΝ να αφήσει περιθώριο ευελιξίας σε μια αγορά που βρίσκεται ακόμη σε φάση διαμόρφωσης και δεν έχει καταλήξει σε σταθερά κοστολογικά δεδομένα.
Ωστόσο, το κρίσιμο ζήτημα που αναδεικνύεται δεν αφορά μόνο το ύψος των εισφορών, αλλά κυρίως τον τρόπο καταβολής τους. Και αυτό διότι, σε αντίθεση με τα φωτοβολταϊκά, τα μεγέθη που διακυβεύονται στην αγορά των μπαταριών είναι ήδη ιδιαίτερα υψηλά. Ενδεικτικά, με βάση τα έργα αποθήκευσης που έχουν προχωρήσει μέσω των διαγωνισμών και βρίσκονται σε φάση υλοποίησης, το συνολικό ύψος των εισφορών εκτιμάται ότι προσεγγίζει τα 30 εκατ. ευρώ.
Το μέγεθος αυτό δημιουργεί μια διπλή πρόκληση. Από τη μία πλευρά, τίθεται ζήτημα δυνατότητας της αγοράς να ανταποκριθεί σε μια τόσο σημαντική χρηματοδοτική υποχρέωση σε πρώιμο στάδιο ανάπτυξης. Από την άλλη, ανακύπτει και το ερώτημα της διαχείρισης αυτών των κεφαλαίων από τα ίδια τα συστήματα εναλλακτικής διαχείρισης, καθώς πρόκειται για ποσά που θα παραμείνουν ανενεργά για μεγάλο χρονικό διάστημα, μέχρι να αρχίσουν να παράγονται σε ουσιαστική κλίμακα τα αντίστοιχα απόβλητα.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο ΕΟΑΝ επιχειρεί να αποφύγει την επανάληψη της εμπειρίας των φωτοβολταϊκών, όπου η επιβολή κατώτατης εισφοράς οδήγησε σε έντονες αντιδράσεις και σε «πάγωμα» της αγοράς. Όπως υπογράμμισε η κα Τόγια, βασική προτεραιότητα είναι να μην «στραγγαλιστεί» η αγορά αποθήκευσης, η οποία αποτελεί κρίσιμο κρίκο της ενεργειακής μετάβασης.
Η κατεύθυνση αυτή οδηγεί στην αναζήτηση πιο ευέλικτων μηχανισμών καταβολής των εισφορών. Μεταξύ αυτών, εξετάζεται η δυνατότητα χρήσης εγγυητικών επιστολών αντί της άμεσης πληρωμής, ώστε να διασφαλίζεται μεν η μελλοντική κάλυψη του κόστους ανακύκλωσης, χωρίς όμως να επιβαρύνονται άμεσα οι επενδυτές με μεγάλα ποσά.
Η προσέγγιση αυτή βρίσκει ανταπόκριση και από την πλευρά της αγοράς. Όπως ανέφερε η Σοφία Χούμα από τη RE-Battery, η αγορά των μπαταριών βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο και χαρακτηρίζεται από υψηλό κόστος διαχείρισης, το οποίο ωστόσο αναμένεται να αποκλιμακωθεί σταδιακά. Η εξέλιξη της τεχνολογίας και η ανάπτυξη υποδομών σε ευρωπαϊκό επίπεδο εκτιμάται ότι θα οδηγήσουν μέσα στα επόμενα δύο έως έξι χρόνια σε εξορθολογισμό των τιμών, γεγονός που καθιστά κρίσιμη τη δυνατότητα προσαρμογής των εισφορών στον χρόνο.
Στο ίδιο μήκος κύματος, οι εκπρόσωποι των συστημάτων διαχείρισης επισημαίνουν ότι η εμπειρία των φωτοβολταϊκών λειτουργεί ήδη ως «μάθημα» για την αγορά. Όπως σημειώθηκε, η έγκαιρη διασφάλιση χρηματοδότησης είναι απαραίτητη, ωστόσο θα πρέπει να γίνει με τρόπο που να μην ανακόπτει την ανάπτυξη ενός κλάδου που βρίσκεται ακόμη σε φάση δυναμικής επέκτασης.
Εξελίξεις στην αγορά φωτοβολταϊκών… τον άλλον μήνα
Εξελίξεις αναμένει και η αγορά των φωτοβολταϊκών, παρά τα «στάσιμα νερά» στα οποία φαίνεται να κινείται το τελευταίο διάστημα, με τους εμπλεκόμενους να βρίσκονται ουσιαστικά σε φάση αναμονής ενόψει των αποφάσεων του ΕΟΑΝ που θα καθορίσουν το επόμενο βήμα.
Η εικόνα που περιγράφεται από την πλευρά της Πολιτείας αποτυπώνει με σαφήνεια το μέγεθος της πρόκλησης. Όπως ανέφερε η Διευθύνουσα Σύμβουλος του ΕΟΑΝ, Αλεξάνδρα-Σοφία Τόγια, μέχρι σήμερα έχουν ανακυκλωθεί μόλις 500 τόνοι φωτοβολταϊκών πάνελ, όταν οι ποσότητες που έχουν ήδη τοποθετηθεί στην αγορά εκτιμώνται σε περίπου 650.000 μονάδες. Με ορίζοντα το 2040, ο όγκος των αποβλήτων που θα πρέπει να διαχειριστεί η χώρα αναμένεται να φτάσει τους 330.000 τόνους, γεγονός που καθιστά επιτακτική τη δημιουργία ενός λειτουργικού και επαρκώς χρηματοδοτημένου συστήματος.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο ΕΟΑΝ προχώρησε το προηγούμενο διάστημα στην επιβολή κατώτατης εισφοράς, επιχειρώντας να καλύψει ένα εμφανές κενό χρηματοδότησης. Ωστόσο, η αξιολόγηση των επιχειρησιακών σχεδίων των συστημάτων ανέδειξε σημαντικές αποκλίσεις, οι οποίες επιβεβαιώνουν τη δυσκολία εξισορρόπησης της αγοράς. Από τη μία πλευρά, το πραγματικό κόστος διαχείρισης υπολογίζεται μεταξύ 290 και 470 ευρώ ανά τόνο· από την άλλη, οι εισφορές που προτάθηκαν κινούνταν αισθητά χαμηλότερα, μεταξύ 80 και 240 ευρώ. Η απόσταση αυτή δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνείας: το υφιστάμενο μοντέλο δεν επαρκεί για να καλύψει το πραγματικό κόστος της ανακύκλωσης.
Η παρέμβαση του ΕΟΑΝ με τον προσωρινό προσδιορισμό της ελάχιστης τιμής στα 300 ευρώ ανά τόνο ήρθε να λειτουργήσει ως «γέφυρα», ωστόσο είχε άμεσες επιπτώσεις στη λειτουργία της αγοράς. Σήμερα, η εικόνα που περιγράφεται από τους φορείς είναι αυτή μιας «παγωμένης» δραστηριότητας, με περιορισμένη συμμόρφωση των υπόχρεων παραγωγών και έντονη επιφυλακτικότητα ως προς την καταβολή των εισφορών.
Το πρόβλημα, όπως αναδεικνύεται και από την πλευρά της αγοράς, δεν είναι μόνο θεσμικό αλλά και βαθιά δομικό. Ο Δημήτρης Χριστογιαννόπουλος από τη ΦΩΤΟΚΥΚΛΩΣΗ υπογράμμισε ότι, ενώ υπάρχουν ήδη περίπου 2.500 τόνοι αποβλήτων που χρήζουν άμεσης διαχείρισης, οι ποσότητες που έχουν τελικά ανακυκλωθεί παραμένουν εξαιρετικά περιορισμένες. Η βασική αιτία εντοπίζεται στο γεγονός ότι το κόστος της ανακύκλωσης δεν είχε ενσωματωθεί στον αρχικό σχεδιασμό των έργων, με αποτέλεσμα σήμερα πολλοί υπόχρεοι να αδυνατούν –ή να αποφεύγουν– να ανταποκριθούν.
Η κατάσταση αυτή οδηγεί, σε αρκετές περιπτώσεις, σε λύσεις εκτός πλαισίου: από προσωρινή αποθήκευση εξοπλισμού μέχρι ανεξέλεγκτη διάθεση, επιτείνοντας το περιβαλλοντικό και θεσμικό έλλειμμα. Παράλληλα, μέχρι πρόσφατα η χώρα δεν διέθετε επαρκείς εγχώριες υποδομές για την επεξεργασία φωτοβολταϊκών πάνελ, γεγονός που οδηγούσε στην εξαγωγή των αποβλήτων στο εξωτερικό με υψηλό κόστος. Σήμερα λειτουργούν τρεις σχετικές μονάδες, ωστόσο η ανάπτυξη υποδομών δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχη ενεργοποίηση της αγοράς.
Από την πλευρά της COMBATT, ο Διονύσιος Μπουντουβάς προσέγγισε το ζήτημα σε πιο στρατηγικό επίπεδο, επισημαίνοντας ότι η διαχείριση αποβλήτων αποτελεί βασικό πυλώνα της κυκλικής οικονομίας και όχι απλώς μια επιπλέον υποχρέωση κόστους. Όπως προειδοποίησε, οι αδυναμίες που καταγράφηκαν στα φωτοβολταϊκά δεν θα πρέπει να επαναληφθούν σε άλλους τομείς, όπως οι μπαταρίες, όπου το κόστος και η πολυπλοκότητα αναμένεται να είναι ακόμη μεγαλύτερα.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται, επίσης, στο ζήτημα της συμμόρφωσης. Παρά τα βήματα που έχουν γίνει όπως η διασύνδεση του Εθνικού Μητρώου Παραγωγών με το ΓΕΜΗ εκτιμάται ότι απαιτούνται πρόσθετα εργαλεία και αυστηρότεροι έλεγχοι, ακόμη και σε επίπεδο εισαγωγών, ώστε να περιοριστεί το φαινόμενο της μη καταβολής εισφορών.
Συνολικά, η αγορά των φωτοβολταϊκών φαίνεται να βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σημείο καμπής. Από τη μία πλευρά, η ταχεία ανάπτυξη των εγκαταστάσεων δημιουργεί μια μελλοντική «δεξαμενή» αποβλήτων σημαντικού μεγέθους. Από την άλλη, το σύστημα ανακύκλωσης δεν έχει ακόμη αποκτήσει τα αναγκαία χαρακτηριστικά ωριμότητας. Οι αποφάσεις που αναμένονται το επόμενο διάστημα από τον ΕΟΑΝ για το ύψος της εισφοράς και το τελικό μοντέλο λειτουργίας εκτιμάται ότι θα καθορίσουν εάν η αγορά θα περάσει σε φάση εξομάλυνσης ή θα παραμείνει εγκλωβισμένη σε ένα καθεστώς αβεβαιότητας.
Διαβάστε ακόμη
