Προ των πυλών βρίσκεται η προκήρυξη της μελέτης για τη νέα φάση αναβάθμισης της Ψυττάλειας, σε ένα εγχείρημα που φιλοδοξεί να επανακαθορίσει τον ρόλο του μεγαλύτερου Κέντρου Επεξεργασίας Λυμάτων της χώρας στη διαχείριση των υδάτινων πόρων και στην κυκλική οικονομία.
Η προκήρυξη για το έργο «Ψυττάλεια 3.0» αφορά το στάδιο της τεχνικής τεκμηρίωσης, μέσω του οποίου θα καθοριστούν οι απαιτήσεις, οι τεχνολογικές λύσεις και οι επενδύσεις που θα ανοίξουν τον δρόμο για το πλαίσιο υλοποίησης της τρίτης φάσης αναβάθμισης του Κέντρου, με αιχμή τόσο την ενεργειακή αξιοποίηση όσο και την επαναχρησιμοποίηση των εκροών.
Όπως όλα δείχνουν, τόσο το ΥΠΕΝ όσο και η διοίκηση της ΕΥΔΑΠ αποδίδουν αυξημένη βαρύτητα στη διαχείριση των λυμάτων, με το βασικό στοίχημα όπως επισημαίνουν πηγές στο energygame.gr να είναι η μέγιστη δυνατή αξιοποίηση τόσο των ίδιων των λυμάτων όσο και του ανακτημένου νερού της Ψυττάλειας.
Το Κέντρο Επεξεργασίας Λυμάτων Ψυττάλειας (ΚΕΛΨ) αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες εγκαταστάσεις του είδους του στην Ευρώπη, με δυναμικότητα σχεδιασμού που αντιστοιχεί σε 5.600.000 ισοδύναμου πληθυσμού και μέση ημερήσια παροχή που φτάνει τα 680.000 κυβικά μέτρα αστικών λυμάτων και προεπεξεργασμένων υγρών βιομηχανικών αποβλήτων. Παράλληλα, στο ΚΕΛΨ καταλήγει και μέρος όμβριων υδάτων μέσω του παντορροϊκού δικτύου του ιστορικού κέντρου της Αθήνας.
Πρόκειται για το μεγαλύτερο περιβαλλοντικό έργο της Ελλάδας, το οποίο έχει συμβάλει καθοριστικά στην αποκατάσταση του Σαρωνικού, επιτυγχάνοντας απομάκρυνση οργανικού φορτίου κατά 93% και αζώτου κατά 80%, ενώ ταυτόχρονα μειώνει το αποτύπωμα άνθρακα της ΕΥΔΑΠ μέσω αξιοποίησης βιοστερεών και βιοαερίου για παραγωγή ενέργειας.
Ωστόσο, όπως προκύπτει και από τις τοποθετήσεις της διοίκησης της ΕΥΔΑΠ, το ίδιο το μοντέλο συγκέντρωσης των λυμάτων της Αττικής σε μία κεντρική εγκατάσταση δημιουργεί σήμερα δομικούς περιορισμούς.
Το ζήτημα της αξιοποίησης της συγκεκριμένης υποδομής αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς οι εκροές της εγκατάστασης είναι εξαιρετικά μεγάλες. Η ετήσια ποσότητα επεξεργασμένου νερού εκτιμάται ότι προσεγγίζει τα 300 εκατομμύρια κυβικά μέτρα, μέρος της οποίας σήμερα καταλήγει στη θάλασσα. Όπως σημείωσε ο πρόεδρος της ΕΥΔΑΠ, Γιώργος Στεργίου στο συνέδριο της Deloitte «το νερό που παράγεται εκεί είναι περίπου το 75% ανάλογο των ποσοτήτων νερού που καταναλώνουμε ημερησίως στην κατοικία. Αυτό το νερό εκβάλλεται στη θάλασσα», αναδεικνύοντας το μέγεθος του πόρου που παραμένει ανεκμετάλλευτος.
Παρά τις σημαντικές δυνατότητες που προσφέρει η εγκατάσταση, η επαναχρησιμοποίηση του νερού της Ψυττάλειας παραμένει ένα σύνθετο και τεχνικά απαιτητικό εγχείρημα. Σύμφωνα με πληροφορίες, η βασική πρόκληση εντοπίζεται στη γεωγραφική θέση της εγκατάστασης και στην ανάγκη δημιουργίας νέων υποδομών μεταφοράς. «Μεταφέρουμε τα λύματα από όλη την Αττική στην Ψυττάλεια και μετά θα πρέπει να δημιουργήσουμε ένα καινούργιο δίκτυο για να μεταφέρουμε προς τα πίσω το νερό που παράγεται. Είναι εξαιρετικά δύσκολο, ενεργοβόρο και πιθανότατα δεν θα είναι βιώσιμο», περιγράφοντας το βασικό τεχνικό και οικονομικό εμπόδιο.
Η νέα φάση ανάπτυξης της εγκατάστασης επιχειρεί να απαντήσει ακριβώς σε αυτό το δίλημμα. Η μελέτη που προκηρύσσεται θα ενσωματώσει τις απαιτήσεις της νέας ευρωπαϊκής Οδηγίας για τα αστικά λύματα, θα αποτυπώσει τη σημερινή λειτουργία της εγκατάστασης και θα διερευνήσει τις βέλτιστες τεχνολογικές λύσεις για τη μείωση του λειτουργικού κόστους, την ενεργειακή βελτιστοποίηση και κυρίως τη στοχευμένη αξιοποίηση των εκροών. Όπως επισημαίνεται στο energygame.gr στόχος είναι να διαμορφωθεί ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο που θα καθορίζει ποιες ποσότητες μπορούν να κατευθυνθούν σε βιομηχανικές χρήσεις, ποιες στην άρδευση και ποιες σε άλλες αστικές εφαρμογές, με βάση τις τεχνικές προδιαγραφές και το κόστος.
Γι΄ αυτόν τον λόγο βρίσκεται ήδη σύμφωνα με πληροφορίες της αγοράς, σε εξέλιξη η εκπόνηση ενός ολοκληρωμένου master plan για τις ανάγκες ανακτημένου νερού στην Αττική. Το σχέδιο αυτό θα καταγράψει με ακρίβεια τις πραγματικές ανάγκες και θα αποσαφηνίσει το μείγμα χρήσεων, θέτοντας τη βάση για την ασφαλή και στοχευμένη αξιοποίηση του ανακτημένου νερού.
Στο τεχνικό σκέλος, η υφιστάμενη υποδομή της Ψυττάλειας αναπτύσσεται σε τέσσερα βασικά σημεία, Αγία Άννα, Ακροκέραμος, Κυνόσουρα και νήσος Ψυττάλεια και περιλαμβάνει έξι δεξαμενές πρωτοβάθμιας καθίζησης όγκου 36.000 κυβικών μέτρων, δώδεκα βιοαντιδραστήρες όγκου 298.000 κυβικών μέτρων και εξήντα τέσσερις δεξαμενές τελικής καθίζησης επιφάνειας 52.096 τετραγωνικών μέτρων. Η παροχή αέρα φτάνει τα 550.000 κυβικά μέτρα την ώρα, ενώ μέρος των λυμάτων υφίσταται περαιτέρω επεξεργασία μέσω φίλτρων άμμου, μεμβρανών υπερδιήθησης και απολύμανσης με υπεριώδη ακτινοβολία, ώστε να επαναχρησιμοποιείται εντός της εγκατάστασης.
Παράλληλα, στο τραπέζι βρίσκονται εναλλακτικές λύσεις αξιοποίησης των εκροών που δεν προϋποθέτουν την ανάπτυξη εκτεταμένων και ενεργοβόρων δικτύων μεταφοράς. Σε αυτό το πλαίσιο, εξετάζεται η δυνατότητα διοχέτευσης του επεξεργασμένου νερού απευθείας στον υδροφόρο ορίζοντα της Αττικής, ως μέσο ενίσχυσης και αποκατάστασής του. Όπως σημείωσε ο πρόεδρος της ΕΥΔΑΠ, Γιώργος Στεργίου, «μια ιδέα που έχει πέσει στο τραπέζι είναι να ενισχύσουμε τον υδροφόρο ορίζοντα της Αττικής να επιστρέφει στον υδροφόρο ορίζοντα που είναι ιδιαίτερα ταπεινωμένος και επιμολυσμένος».
Σε κάθε περίπτωση, η «Ψυττάλεια 3.0» δεν αντιμετωπίζεται ως απομονωμένο έργο, αλλά ως μέρος ενός ευρύτερου σχεδιασμού για την επαναχρησιμοποίηση νερού στην Αττική. Ήδη, όπως επισημαίνεται και σε επίπεδο πολιτικής, προωθείται η ανάπτυξη αποκεντρωμένων μονάδων επεξεργασίας λυμάτων σε περιοχές όπως το Κορωπί, η Ραφήνα, ο Μαραθώνας και ο Ωρωπός, οι οποίες, λόγω της εγγύτητάς τους στις περιοχές κατανάλωσης, μπορούν να συμβάλουν πιο άμεσα στην άρδευση και στις τοπικές ανάγκες.
Με τον τρόπο αυτό επιχειρείται να γεφυρωθεί το βασικό «παράδοξο» της Ψυττάλειας: από τη μία πλευρά, ένα έργο-ορόσημο για την περιβαλλοντική προστασία της Αττικής και, από την άλλη, μια υποδομή που καλείται σήμερα να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της, ώστε να μετατραπεί από κέντρο επεξεργασίας λυμάτων σε κόμβο ανάκτησης πόρων και παραγωγής ενέργειας και νερού.
Διαβάστε ακόμη
