Σε καθεστώς ουσιαστικής ρύθμισης εισέρχεται για πρώτη φορά ο τομέας των υπηρεσιών ύδατος στην Ελλάδα, καθώς η Ρυθμιστική Αρχή Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων (ΡΑΑΕΥ) θέτει σε δημόσια διαβούλευση τον Οδηγό για την κατάρτιση Φακέλου Διαχειριστικής Επάρκειας των παρόχων. Πρόκειται για ένα εκτενές και τεχνικά απαιτητικό πλαίσιο, που μεταβάλλει τον τρόπο αξιολόγησης και εποπτείας των φορέων ύδρευσης και αποχέτευσης, εισάγοντας ενιαία κριτήρια λειτουργίας, στελέχωσης, απόδοσης και οικονομικής βιωσιμότητας.

Παράλληλα, ωστόσο, στην αγορά επικρατεί ένα εμφανές «μούδιασμα», όπως επισημαίνουν στο energygame.gr πηγές της τοπικής αυτοδιοίκησης. Εκπρόσωποι των Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης (ΔΕΥΑ) κρατούν αποστάσεις από σενάρια συγκεντροποίησης, υποστηρίζοντας ότι το βασικό πρόβλημα δεν είναι η θεσμική τους μορφή, αλλά οι πραγματικές συνθήκες λειτουργίας τους στην περιφέρεια. Όπως σημειώνουν, η συζήτηση περί συγχωνεύσεων ή επέκτασης μεγάλων οργανισμών, όπως η ΕΥΔΑΠ, δεν ανταποκρίνεται στις τοπικές ιδιαιτερότητες. Σε αρκετές περιπτώσεις, υποστηρίζουν, οι ΔΕΥΑ είναι λειτουργικά επαρκείς και αποδοτικές, γεγονός που καθιστά αμφίβολη τη σκοπιμότητα απορρόφησής τους.

Η συζήτηση αυτή γίνεται με φόντο τις πληροφορίες που θέλουν να δρομολογείται η γεωγραφική και λειτουργική επέκταση της ΕΥΔΑΠ, με στόχο την ανάληψη της ύδρευσης και αποχέτευσης σε ευρύτερες περιοχές της Στερεάς Ελλάδας. Η επέκταση αναμένεται να ξεκινήσει από την πλήρη κάλυψη της Αττικής και να προχωρήσει σταδιακά, με την εταιρεία να αναλαμβάνει τη διαχείριση ΔΕΥΑ σε περιοχές όπως η Βοιωτία και η Εύβοια. Παράλληλα, προβλέπεται συνεργασία με ΓΟΕΒ και ΤΟΕΒ, ώστε να επιτευχθεί πιο ολοκληρωμένη διαχείριση των υδατικών πόρων, συμπεριλαμβανομένης της άρδευσης.

Οι εκπρόσωποι του κλάδου, πάντως, μετατοπίζουν τη συζήτηση στα δομικά προβλήματα: υψηλό ενεργειακό κόστος, ελλείψεις προσωπικού και δυσκολία προσέλκυσης εξειδικευμένων επιστημόνων. Όπως τονίζουν, η διαχείριση του νερού έχει πλέον έντονα τεχνοκρατικά χαρακτηριστικά και απαιτεί τεχνική επάρκεια που οι υφιστάμενες δομές δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στις ανισότητες μεταξύ αστικών και περιφερειακών συστημάτων, με τις ΔΕΥΑ να καλούνται να διαχειριστούν εκτεταμένα και συχνά ανομοιογενή δίκτυα, με υψηλό κόστος λειτουργίας και υδροληψίας. «Δεν μπορούν να συγκρίνονται ανόμοια πράγματα», σημειώνουν χαρακτηριστικά.

Σε καθεστώς ουσιαστικής ρύθμισης εισέρχεται για πρώτη φορά ο τομέας των υπηρεσιών ύδατος στην Ελλάδα, καθώς η Ρυθμιστική Αρχή Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων (ΡΑΑΕΥ) θέτει σε δημόσια διαβούλευση τον Οδηγό για την κατάρτιση Φακέλου Διαχειριστικής Επάρκειας των παρόχων. Πρόκειται για ένα εκτενές και τεχνικά απαιτητικό πλαίσιο, το οποίο μεταβάλλει τον τρόπο αξιολόγησης και εποπτείας των φορέων ύδρευσης και αποχέτευσης, εισάγοντας για πρώτη φορά ενιαία και μετρήσιμα κριτήρια λειτουργίας, στελέχωσης, απόδοσης και οικονομικής βιωσιμότητας.

Παράλληλα, ωστόσο, στην αγορά επικρατεί ένα εμφανές «μούδιασμα», όπως επισημαίνουν στο energygame.gr πηγές της τοπικής αυτοδιοίκησης. Εκπρόσωποι των Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης (ΔΕΥΑ) κρατούν σαφείς αποστάσεις από σενάρια συγκεντροποίησης, υποστηρίζοντας ότι το βασικό πρόβλημα δεν είναι η θεσμική τους μορφή, αλλά οι πραγματικές συνθήκες λειτουργίας τους στην περιφέρεια. Όπως σημειώνουν, η συζήτηση περί συγχωνεύσεων ή επέκτασης μεγάλων οργανισμών, όπως η ΕΥΔΑΠ, δεν ανταποκρίνεται στις τοπικές ιδιαιτερότητες, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις οι ΔΕΥΑ θεωρούνται λειτουργικά επαρκείς και αποδοτικές.

Η συζήτηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα υπό το πρίσμα των πληροφοριών που θέλουν να δρομολογείται η γεωγραφική και λειτουργική επέκταση της ΕΥΔΑΠ, με στόχο την ανάληψη της ύδρευσης και αποχέτευσης σε ευρύτερες περιοχές της Στερεάς Ελλάδας. Η επέκταση αναμένεται να ξεκινήσει από την πλήρη κάλυψη της Αττικής και να προχωρήσει σταδιακά, με την εταιρεία να αναλαμβάνει τη διαχείριση ΔΕΥΑ σε περιοχές όπως η Βοιωτία και η Εύβοια. Παράλληλα, προβλέπεται συνεργασία με ΓΟΕΒ και ΤΟΕΒ, ώστε να επιτευχθεί πιο ολοκληρωμένη διαχείριση των υδατικών πόρων, συμπεριλαμβανομένης και της άρδευσης.

Απέναντι σε αυτό το ενδεχόμενο, οι εκπρόσωποι του κλάδου μετατοπίζουν τη συζήτηση στα δομικά προβλήματα: υψηλό ενεργειακό κόστος, ελλείψεις προσωπικού και δυσκολία προσέλκυσης εξειδικευμένων επιστημόνων. Όπως τονίζουν, η διαχείριση του νερού έχει πλέον έντονα τεχνοκρατικά χαρακτηριστικά και απαιτεί τεχνική επάρκεια που οι υφιστάμενες δομές δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στις ανισότητες μεταξύ αστικών και περιφερειακών συστημάτων, με τις ΔΕΥΑ να καλούνται να διαχειριστούν εκτεταμένα και συχνά ανομοιογενή δίκτυα, με υψηλό κόστος λειτουργίας και υδροληψίας. «Δεν μπορούν να συγκρίνονται ανόμοια πράγματα», σημειώνουν χαρακτηριστικά.

Σε αυτό το περιβάλλον, ο Οδηγός της ΡΑΑΕΥ εισάγει μια ουσιαστική τομή: η διαχειριστική επάρκεια παύει να αποτελεί μια γενική διοικητική έννοια και μετατρέπεται σε ένα συγκεκριμένο και μετρήσιμο σύνολο υποχρεώσεων. Οι πάροχοι καλούνται πλέον να αποδείξουν, με τεκμηριωμένα στοιχεία, ότι διαθέτουν την οργανωτική, τεχνική και οικονομική ικανότητα να παρέχουν αξιόπιστες υπηρεσίες ύδατος. Η εποπτεία, με άλλα λόγια, μετατοπίζεται από τη δήλωση στην απόδειξη.

Στο πεδίο της οργάνωσης και της στελέχωσης, ο Οδηγός απαιτεί την κατάθεση επικαιροποιημένου και εγκεκριμένου οργανογράμματος, το οποίο αποτυπώνει όχι μόνο τη διοικητική δομή, αλλά και τις βασικές λειτουργίες που σχετίζονται με τη διαχείριση του νερού. Για τους ΟΤΑ, μάλιστα, ζητείται λεπτομερής καταγραφή των αρμοδιοτήτων που αφορούν ύδρευση, αποχέτευση, όμβρια και άρδευση, τόσο σε επίπεδο διοίκησης όσο και σε επίπεδο λειτουργίας και συντήρησης υποδομών. Παράλληλα, οι πάροχοι οφείλουν να τεκμηριώσουν τις διαδικασίες λειτουργίας τους μέσω κανονισμών, οργανισμών εσωτερικής υπηρεσίας ή, όπου αυτά δεν υπάρχουν, μέσω αναλυτικών περιγραφών.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και το κριτήριο της επαρκούς στελέχωσης, με τον Οδηγό να θέτει ως ελάχιστο όριο το 80% κάλυψης των οργανικών θέσεων. Στον υπολογισμό αυτό μπορούν να συνυπολογιστούν, υπό προϋποθέσεις, και εξωτερικοί συνεργάτες, εφόσον καλύπτουν ουσιώδεις λειτουργίες, όπως τεχνική υποστήριξη ή λειτουργία εγκαταστάσεων. Ωστόσο, η ΡΑΑΕΥ διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια να αξιολογεί κατά πόσο οι συνεργασίες αυτές ανταποκρίνονται σε πραγματικές ανάγκες. Η τεκμηρίωση της στελέχωσης συνοδεύεται από πίνακες προσωπικού, συμβάσεων και προγραμματισμού προσλήψεων, γεγονός που δείχνει ότι η Αρχή δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στη βιωσιμότητα της λειτουργίας σε βάθος χρόνου.

Η διαχειριστική επάρκεια συνδέεται, όμως, και με την εξυπηρέτηση των πολιτών. Ο Οδηγός θέτει ως βασικές προϋποθέσεις την ύπαρξη ηλεκτρονικής ενημέρωσης, τηλεφωνικής εξυπηρέτησης και μηχανισμού άμεσης απόκρισης σε βλάβες, εντάσσοντας για πρώτη φορά την ποιότητα εξυπηρέτησης στον πυρήνα της αξιολόγησης.
Το πιο απαιτητικό σκέλος αφορά τη λειτουργική επίδοση των παρόχων. Η ΡΑΑΕΥ ζητά ουσιαστικά μια πλήρη τεχνική αποτύπωση του κύκλου του νερού, μέσα από στοιχεία όπως το υδατικό ισοζύγιο, τα επίπεδα διαρροών, η ποιότητα του πόσιμου νερού, η περιβαλλοντική συμμόρφωση και η διαχείριση λυμάτων και λυματολάσπης. Στην πράξη, οι πάροχοι καλούνται να αποδείξουν ότι γνωρίζουν πού καταλήγει κάθε κυβικό νερού, ποιες είναι οι απώλειες και αν οι υποδομές τους λειτουργούν νόμιμα και αποτελεσματικά. Πρόκειται για ένα εκτεταμένο τεχνικό audit που υπερβαίνει κατά πολύ τις μέχρι σήμερα πρακτικές.

Παράλληλα, εισάγεται και η διάσταση του στρατηγικού σχεδιασμού, με υποχρέωση κατάθεσης επιχειρησιακών σχεδίων, ετήσιων προγραμμάτων και εκθέσεων ανθρακικού αποτυπώματος. Η Αρχή επιχειρεί να συνδέσει τη σημερινή λειτουργία με την ικανότητα σχεδιασμού του μέλλοντος, ενσωματώνοντας και την κλιματική διάσταση. Στο οικονομικό σκέλος, η αξιολόγηση επεκτείνεται στην ανάκτηση κόστους και τη συνολική οικονομική βιωσιμότητα των παρόχων, ενώ για το 2026 προβλέπεται εξέταση στοιχείων δύο ετών, γεγονός που ενισχύει τη συγκρισιμότητα των δεδομένων.

Η διαδικασία αξιολόγησης οργανώνεται σε διαδοχικά στάδια, με δυνατότητα αιτημάτων συμπλήρωσης στοιχείων, ωστόσο το αυστηρότερο σημείο του Οδηγού είναι η πρόβλεψη για την απώλεια πιστοποίησης. Πάροχοι που δεν υποβάλλουν εγκαίρως ή επαρκώς τα απαιτούμενα στοιχεία δεν πιστοποιούνται, ενώ ακόμη και ήδη πιστοποιημένοι φορείς μπορεί να χάσουν την πιστοποίησή τους εάν δεν συμμορφωθούν. Η πιστοποίηση, συνεπώς, μετατρέπεται σε ένα ανακλητό καθεστώς υπό συνεχή εποπτεία.

Συνολικά, ο Οδηγός της ΡΑΑΕΥ επιχειρεί να επιβάλει μια νέα λογική στον τομέα του νερού: από την αποσπασματική λειτουργία σε ένα ενιαίο, μετρήσιμο και συγκρίσιμο σύστημα. Το αν αυτό θα οδηγήσει σε ουσιαστική βελτίωση των υπηρεσιών ή σε αναδιάταξη του χάρτη των παρόχων θα φανεί στην πράξη. Σε κάθε περίπτωση, το μήνυμα είναι σαφές: η εποπτεία παύει να είναι τυπική και αποκτά πλέον ουσιαστικό, και δυνητικά παρεμβατικό, χαρακτήρα.

Διαβάστε ακόμη