Η ενεργειακή μετάβαση καλεί τον τραπεζικό κλάδο να επαναπροσδιορίσει σιωπηρά τον ρόλο του, μετακινούμενος από τη στενή έννοια της «πράσινης χρηματοδότησης» σε μια πολύ πιο σύνθετη λειτουργία: τη διαχείριση των κινδύνων που γεννά η ίδια η μετάβαση. Αυτός ήταν και ο κοινός παρονομαστής των παρεμβάσεων στο συνέδριο «Βιωσιμότητα και Ανθεκτικότητα: Δημιουργώντας αξία μέσα από τη δράση για το κλίμα και τη διαφάνεια», όπου τόσο η πλευρά της κεντρικής τράπεζας όσο και οι εμπορικές τράπεζες συνέκλιναν σε μια σαφή διαπίστωση: τα κλιματικά ρίσκα δεν αποτελούν πλέον περιφερειακή παράμετρο, αλλά ενσωματώνονται στον πυρήνα της χρηματοδότησης και της αξιολόγησης επενδύσεων.

Από τη σκοπιά της Τράπεζας της Ελλάδος, η Θεοδώρα Αντωνακάκη, Σύμβουλος Διοίκησης σε θέματα κλιματικής αλλαγής και βιωσιμότητας στην Τράπεζα της Ελλάδος περιέγραψε αυτή τη μετατόπιση με όρους συστημικού κινδύνου, υπογραμμίζοντας ότι η κλιματική αλλαγή έχει ήδη ενταχθεί στα υφιστάμενα χρηματοπιστωτικά frameworks ως «ένας ακόμη κίνδυνος», με οριζόντιες επιπτώσεις σε όλους τους τομείς της οικονομίας. Οι φυσικοί κίνδυνοι, όπως τα ακραία καιρικά φαινόμενα που διαταράσσουν εφοδιαστικές αλυσίδες και οι κίνδυνοι μετάβασης που απορρέουν από τις πολιτικές απανθρακοποίησης, συνθέτουν ένα νέο πεδίο αβεβαιότητας, το οποίο δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποσπασματικά. Σε αυτό το πλαίσιο, η ίδια έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην ανάγκη τα λεγόμενα transition plans να μετατραπούν ουσιαστικά σε «resilience plans», δηλαδή σε εργαλεία που αποτυπώνουν όχι μόνο την πορεία απανθρακοποίησης, αλλά και την ικανότητα προσαρμογής των επιχειρήσεων σε ένα μεταβαλλόμενο περιβάλλον.

Από την πλευρά, ο Χαράλαμπος Βώβος, Βοηθός Γενικός Διευθυντής Εταιρικής Τραπεζικής της Εθνικής Τράπεζας η εικόνα που σκιαγραφεί είναι αυτή μιας ήδη προχωρημένης ενσωμάτωσης των κλιματικών κινδύνων στις βασικές λειτουργίες του τραπεζικού συστήματος. Όπως επισημάνθηκε, η βιώσιμη χρηματοδότηση δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως ξεχωριστή δραστηριότητα, αλλά ως αναπόσπαστο μέρος του επιχειρηματικού μοντέλου, με τα ESG κριτήρια και τους κλιματικούς κινδύνους να έχουν ενσωματωθεί πλήρως στο πλαίσιο διαχείρισης κινδύνων και στη διαδικασία πιστοδότησης. Κάθε επενδυτικό σχέδιο αξιολογείται πλέον σε δύο επίπεδα: τόσο ως προς τη συνολική ανθεκτικότητα του δανειολήπτη, όσο και ως προς τα ειδικά χαρακτηριστικά της ίδιας της συναλλαγής, εισάγοντας μεγαλύτερη «ανάλυση βάθους» (granularity) στη χρηματοδότηση της μετάβασης.

© energygame.gr

Η σύγκλιση των δύο πλευρών είναι σαφής: η πράσινη μετάβαση δεν είναι απλώς μια επενδυτική ευκαιρία, αλλά μια διαδικασία που απαιτεί συστηματική αποτίμηση και διαχείριση ρίσκου σε όλα τα επίπεδα. Οι τράπεζες καλούνται να χρηματοδοτήσουν όχι μόνο έργα, αλλά και ολόκληρα επιχειρηματικά μοντέλα που βρίσκονται σε μετασχηματισμό, λειτουργώντας ταυτόχρονα ως αξιολογητές, σύμβουλοι και εταίροι των επιχειρήσεων. Η σύγκλιση των δύο πλευρών είναι σαφής: η πράσινη μετάβαση δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μια «θετική» ατζέντα επενδύσεων, αλλά ως ένα σύνθετο πεδίο διαχείρισης κινδύνων. Οι τράπεζες καλούνται να χρηματοδοτήσουν επιχειρήσεις που μετασχηματίζονται, χωρίς όμως να έχουν πλήρη ορατότητα για την εξέλιξη των κινδύνων στο χρόνο. Η διαδικασία, όπως επισημάνθηκε είναι κατεξοχήν συνεργατική, καθώς ούτε οι τράπεζες ούτε οι πελάτες διαθέτουν από μόνοι τους όλα τα δεδομένα και τα εργαλεία που απαιτούνται. 

Ωστόσο, πίσω από αυτή την κοινή κατεύθυνση αναδεικνύονται και κρίσιμες προκλήσεις. Η έλλειψη επαρκών και αξιόπιστων δεδομένων, η ανάγκη ανάπτυξης δεικτών προσαρμοστικότητας και η πολυπλοκότητα των κανονιστικών πλαισίων δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου η αποτίμηση του κινδύνου παραμένει εν μέρει ατελής. Όπως επισημάνθηκε, η παραγωγή και η συστηματοποίηση δεδομένων, μέσω εθνικών και ευρωπαϊκών πρωτοβουλιών, αποτελεί προϋπόθεση για να καταστούν τα κλιματικά ρίσκα μετρήσιμα και, κατ’ επέκταση, διαχειρίσιμα.

Σε αυτό το νέο τοπίο, ο τραπεζικός κλάδος φαίνεται να περνά σε μια επόμενη φάση ωρίμανσης: από τη χρηματοδότηση «πράσινων» έργων στη διαμόρφωση ενός ολοκληρωμένου πλαισίου που αξιολογεί την ανθεκτικότητα της οικονομίας στο σύνολό της. Και ακριβώς σε αυτή τη μετατόπιση εντοπίζεται η κοινή αιχμή των παρεμβάσεων: η ενεργειακή μετάβαση δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς χρηματοδότηση, αλλά η χρηματοδότηση δεν μπορεί πλέον να υπάρξει χωρίς ενσωματωμένη, συστηματική διαχείριση του κλιματικού κινδύνου.

Διαβάστε ακόμη