Η μετάβαση σε ένα πραγματικά βιώσιμο και ανθεκτικό μοντέλο διαχείρισης απορριμμάτων δεν είναι ζήτημα μόνο τεχνολογίας ή στόχων πολιτικής, αλλά κυρίως ζήτημα κινήτρων, δεδομένων και στρατηγικής κατεύθυνσης. Αυτό αποτέλεσε τον κοινό παρονομαστή των παρεμβάσεων του Δρ. Κωνσταντίνου Αραβώση και του Αντώνη Μαυρόπουλου στην εκδήλωση της Deloitte με θέμα «Sustainability & Resilience: Creating Value Through Climate Action & Transparency», όπου η συζήτηση εστίασε στην ουσία της κυκλικής οικονομίας και στα πραγματικά εμπόδια που εξακολουθούν να καθυστερούν τη μετάβαση.
Ο Δρ. Κωνσταντίνος Αραβώσης, από τη θέση του ως Αντιπρόεδρος του Κλάδου Αποβλήτων, έθεσε με σαφήνεια το ζήτημα της αποτελεσματικότητας των πολιτικών εργαλείων, υπογραμμίζοντας ότι οι δεσμευτικοί στόχοι από μόνοι τους δεν αρκούν για να οδηγήσουν σε ουσιαστική πρόοδο. Όπως σημείωσε, η εμπειρία δείχνει ότι χωρίς την ύπαρξη ισχυρών οικονομικών κινήτρων, οι στόχοι αυτοί παραμένουν δύσκολα επιτεύξιμοι.
Σε αυτό το πλαίσιο, ανέδειξε τη σημασία εργαλείων όπως ο φόρος ταφής, ο οποίος μπορεί να ανατρέψει τη σημερινή οικονομική ισορροπία που καθιστά την ταφή αποβλήτων την φθηνότερη επιλογή. Με την αύξηση του κόστους της ταφής, δημιουργείται αυτόματα χώρος για την ανάπτυξη πιο προηγμένων τεχνολογιών διαχείρισης, όπως η ανακύκλωση και η ενεργειακή αξιοποίηση, οι οποίες, αν και απαιτούν επενδύσεις, συμβάλλουν στην επίτευξη των περιβαλλοντικών στόχων.
Παράλληλα, στάθηκε ιδιαίτερα στην αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» και στην ενίσχυση της διευρυμένης ευθύνης του παραγωγού, επισημαίνοντας ότι η μετακύλιση της ευθύνης διαχείρισης αποβλήτων στους ίδιους τους παραγωγούς προϊόντων αποτελεί κρίσιμο βήμα για τη λειτουργία της κυκλικής οικονομίας. Στο ίδιο πνεύμα, ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο σύστημα «πληρώνω όσο πετάω», το οποίο, όπως εξήγησε, αναμένεται να αποτελέσει βασικό ρυθμιστικό εργαλείο, επιβραβεύοντας τους πολίτες και τις επιχειρήσεις που μειώνουν τα απόβλητα ή συμμετέχουν ενεργά στην ανακύκλωση.
Κεντρικό στοιχείο της παρέμβασής του αποτέλεσε και η ανάγκη για συστηματική παρακολούθηση και ανάλυση δεδομένων. Ο ίδιος ανέδειξε την έλλειψη αξιόπιστων και συγκρίσιμων στοιχείων ως βασικό εμπόδιο για τη λήψη αποτελεσματικών αποφάσεων, επισημαίνοντας ότι η καταγραφή του πραγματικού κόστους διαχείρισης αποβλήτων ανά ρεύμα και ανά κρίκο της αλυσίδας, από τον πολίτη έως τις μονάδες επεξεργασίας είναι προϋπόθεση για την εφαρμογή ορθών πολιτικών. Στο πλαίσιο αυτό, προανήγγειλε τη δημοσίευση αναλυτικής έκθεσης με ποσοτικά και ποιοτικά δεδομένα, η οποία θα επιτρέψει συγκρίσεις μεταξύ φορέων και θα λειτουργήσει ως μοχλός βελτίωσης επιδόσεων.
Από την πλευρά του, ο Αντώνης Μαυρόπουλος επιχείρησε να μετατοπίσει τη συζήτηση πέρα από τα στενά όρια της διαχείρισης αστικών αποβλήτων. Όπως τόνισε, τα δημοτικά απόβλητα αντιστοιχούν σε λιγότερο από το 10% του συνολικού όγκου αποβλήτων που παράγεται στην Ευρώπη, ενώ το υπόλοιπο 90% αφορά βιομηχανικά, εμπορικά, κατασκευαστικά και άλλα ρεύματα, τα οποία παραμένουν σε μεγάλο βαθμό εκτός του δημόσιου διαλόγου. Όπως εξήγησε, κάθε Ευρωπαίος παράγει ετησίως περίπου 5 έως 5,5 τόνους αποβλήτων, γεγονός που αναδεικνύει το μέγεθος του προβλήματος αλλά και τη στρέβλωση της συζήτησης, η οποία εξακολουθεί να εστιάζει στο μικρότερο τμήμα του.
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι μεγαλύτερες ευκαιρίες μείωσης εκπομπών και περιβαλλοντικού αποτυπώματος βρίσκονται ακριβώς σε αυτούς τους τομείς. Ενδεικτικά ανέφερε ότι η εφαρμογή αρχών κυκλικής οικονομίας στον κατασκευαστικό κλάδο μπορεί να οδηγήσει σε μείωση εκπομπών έως και 15% μέσα στην επόμενη δεκαετία, ενώ παρεμβάσεις σε τομείς όπως τα data centers εκτιμάται ότι μπορούν να συμβάλουν κατά 6%–7% έως το 2030. Την ίδια στιγμή, ακόμη και η πλήρης επίτευξη των στόχων για τα δημοτικά απόβλητα θα μείωνε το αποτύπωμα μόλις από περίπου 5% σε 2% των συνολικών εκπομπών, αναδεικνύοντας το περιορισμένο εύρος της σημερινής εστίασης.
Γιατί η τεχνολογία από μόνη της δεν αρκεί
Σε ό,τι αφορά τον ρόλο της τεχνητής νοημοσύνης, ο Αντώνης Μαυρόπουλος υιοθέτησε μια πιο ρεαλιστική και σε ορισμένα σημεία επιφυλακτική – προσέγγιση. Αναγνώρισε ότι, παρά τις προσδοκίες, η εφαρμογή της AI στον δημόσιο τομέα και ειδικά στη διαχείριση αποβλήτων παραμένει περιορισμένη, με λίγα παραδείγματα πραγματικά επιτυχημένης αξιοποίησης.
Αντίθετα, όπως εξήγησε, τα πιο ώριμα και αποτελεσματικά παραδείγματα εντοπίζονται στη βιομηχανία, όπου η τεχνητή νοημοσύνη χρησιμοποιείται κυρίως για τη βελτιστοποίηση επιχειρηματικών μοντέλων, με την ανακύκλωση και την ανάκτηση πόρων να αποτελούν συχνά δευτερογενή αλλά σημαντικά οφέλη. Η διαφορά αυτή αποδίδεται κυρίως στην ποιότητα και τη διαθεσιμότητα δεδομένων, καθώς και στην ύπαρξη σαφούς στρατηγικής στόχευσης, στοιχεία που απουσιάζουν σε μεγάλο βαθμό από τον δημόσιο τομέα.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο πρόβλημα του κατακερματισμού των δεδομένων, της έλλειψης διαλειτουργικότητας και της απουσίας πλαισίου διακυβέρνησης, τα οποία, όπως σημείωσε, καθιστούν εξαιρετικά δύσκολη την αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης σε επίπεδο δήμων και δημόσιων φορέων. Παράλληλα, προειδοποίησε ότι οι επιτυχημένες εφαρμογές της AI εξακολουθούν να αποτελούν «νησίδες επιτυχίας σε έναν ωκεανό αποτυχιών», επισημαίνοντας ότι η τεχνολογία από μόνη της δεν αρκεί χωρίς σαφή καθορισμό στόχων και ρόλων.
Κλείνοντας, υπογράμμισε την ανάγκη «ενορχήστρωσης» της τεχνητής νοημοσύνης, δηλαδή της στοχευμένης ενσωμάτωσής της σε συγκεκριμένες λειτουργίες και στρατηγικές, τονίζοντας ότι η ευθύνη για τον καθορισμό αυτής της κατεύθυνσης παραμένει πρωτίστως ανθρώπινη.
Η εικόνα που προκύπτει είναι σαφής: όσο η πολιτική και ο δημόσιος διάλογος παραμένουν εγκλωβισμένοι στο πιο ορατό αλλά μικρότερο τμήμα του προβλήματος, χωρίς ισχυρά οικονομικά κίνητρα, αξιόπιστα δεδομένα και σαφή στρατηγική στόχευση, η μετάβαση στην κυκλική οικονομία θα συνεχίσει να κινείται με βραδείς ρυθμούς. Η πρόκληση δεν είναι μόνο τεχνική είναι βαθιά δομική και αφορά τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται συνολικά το οικονομικό και παραγωγικό μοντέλο.
Διαβάστε ακόμη
