Μέχρι τον Ιούνιο αναμένεται να ολοκληρωθεί η πέμπτη και τελευταία, με βάση τον τρέχοντα σχεδιασμό φάση του προγράμματος Antinero, του «εθνικού σχεδίου αντιπλημμυρικής και δασικής προστασίας», όπως το παρουσίασε στο πάνελ ο Γενικός Γραμματέας Δασών του ΥΠΕΝ, Στάθης Σταθόπουλος. Και η χρονική αυτή στόχευση δεν ειπώθηκε ως μια γενική υπόσχεση: τη συνέδεσε ρητά με το επιχειρησιακό ζητούμενο να έχει «κλείσει» το βασικό πακέτο των προληπτικών παρεμβάσεων πριν από την έναρξη/κορύφωση της επόμενης αντιπυρικής περιόδου, ώστε οι ορεινοί όγκοι να μπουν στο καλοκαίρι με μειωμένο φορτίο καύσιμης ύλης και καλύτερη προσβασιμότητα.

Στην τοποθέτησή του, ο κ. Σταθόπουλος ξεκίνησε βάζοντας το πλαίσιο «πριν» και «μετά» το 2022. Μέχρι τότε, όπως είπε, οι πόροι που μπορούσε να διαθέσει το ελληνικό κράτος στη δασική υπηρεσία για έργα καθαρισμού δασών, δηλαδή για απομάκρυνση υπερβάλλουσας βιομάζας, κλαδιών, φύλλων, κατεστραμμένων δέντρων και γενικά υλικού που λειτουργεί ως καύσιμη ύλη κυμαίνονταν από 4 έως 20 εκατ. ευρώ τον χρόνο για όλη τη χώρα, με ένα μικρό μέρος να κατευθύνεται στην Αττική. Από τις αρχές του 2022, περιέγραψε μια κλιμακωτή εφαρμογή πέντε φάσεων μέσω του Antinero, υποστηρίζοντας ότι στους βασικούς ορεινούς όγκους της Αττικής (Πάρνηθα, Πεντέλη, Υμηττός) διοχετεύθηκαν πλέον πόροι πολλαπλάσιοι σε σχέση με το παρελθόν, σε βαθμό που «μέσα σε πέντε χρόνια έχουν δοθεί όσα χρήματα δεν είχαν δοθεί αθροιστικά τα προηγούμενα τριάντα» .

Το περιεχόμενο των παρεμβάσεων που εντάσσει στο Antinero το περιέγραψε με έμφαση στην «πρακτική» πλευρά, δηλαδή σε εργασίες που αλλάζουν τις συνθήκες στο πεδίο πριν ξεσπάσει μια φωτιά. Μίλησε για καθαρισμούς δασών (καύσιμη ύλη, ξερά/κατεστραμμένα δέντρα, συσσωρευμένο οργανικό υλικό), για διάνοιξη δασικών δρόμων εκεί όπου είχαν «σκεπαστεί» από υπερβάλλουσα βιομάζα ή είχαν καταστεί δυσλειτουργικοί λόγω κατολισθήσεων ή «κακής διαχείρισης», αλλά και για διάνοιξη νέων δρόμων όπου κρίθηκε αναγκαίο. Ειδικά για την Αττική, έδωσε μέγεθος: στους τρεις μεγάλους ορεινούς όγκους, είπε ότι τα τελευταία τέσσερα χρόνια έχουν διανοιχθεί τουλάχιστον πενήντα τέτοιοι δρόμοι . Είναι μια λεπτομέρεια που «γράφει» δημοσιογραφικά, γιατί μεταφράζει την πρόληψη σε μετρήσιμο επιχειρησιακό αποτέλεσμα: ταχύτητα πρόσβασης, σημεία ανάπτυξης δυνάμεων, δυνατότητα ελιγμών, δυνατότητα να μην «κόβεται» το δίκτυο σε μια κρίσιμη ώρα.

Ταυτόχρονα, ο Γενικός Γραμματέας δεν άφησε την εικόνα να γίνει θριαμβολογία. Έβαλε στο κάδρο τα δύο «σκληρά» εμπόδια που, όπως είπε, διαμορφώνουν τα πραγματικά όρια του συστήματος: υποστελέχωση και θεσμικά χρονοδιαγράμματα. Στο πρώτο, υπενθύμισε ότι χρειάστηκαν 22 χρόνια για να έρθει νέος υπάλληλος στη δασική υπηρεσία: οι τελευταίες προσλήψεις έγιναν στα τέλη του 2002, ενώ οι πρώτοι νέοι υπάλληλοι με κυβερνητική πρωτοβουλία το 2023 ήρθαν στα τέλη του 2024. Στο δεύτερο, εξήγησε γιατί δεν «κόβονται» δρόμοι με ευχές: η διαδικασία προσλήψεων έχει την εγγύηση του ΑΣΕΠ, ενώ οι προμήθειες και οι διαγωνισμοί κινούνται με τον νόμο δημοσίων συμβάσεων (ν. 4412) και τους χρόνους του, με πιθανές ενστάσεις και νομικές διαδικασίες, άρα όπως είπε δεν είναι ρεαλιστικό να απαιτεί κανείς «την άλλη βδομάδα περισσότερα οχήματα» ή «τον άλλο μήνα περισσότερο κόσμο», ακόμη κι όταν υπάρχει πολιτική βούληση. Με αυτή τη συλλογιστική, «έδεσε» και το Antinero: ως πρόγραμμα που επιχειρεί να λειτουργήσει μέσα στους πραγματικούς χρόνους του κράτους, αλλά με μεγαλύτερη ένταση και χρηματοδότηση σε σχέση με το παρελθόν.

Στο κομμάτι «τι έρχεται» πέρα από την ολοκλήρωση της πέμπτης φάσης έως τον Ιούνιο, συνέδεσε την πρόληψη με ένα ευρύτερο πακέτο ενίσχυσης της πολιτικής προστασίας. Αναφέρθηκε στο πρόγραμμα «ΑΙΓΙΣ» του Υπουργείου Πολιτικής Προστασίας ως «τη μεγαλύτερη προμήθεια εξοπλισμού και σύγχρονων οχημάτων» που έχει υπάρξει, καθώς και στην εξέλιξη των ΕΜΟΔΕ (ειδικών μονάδων δασικών επιχειρήσεων) που μπαίνουν πλέον στην «τέταρτη χρονιά» λειτουργίας τους, με ενίσχυση και όπως τόνισε με την κρίσιμη προσθήκη δασολόγων στις μονάδες, ώστε η δασική γνώση να είναι οργανικό κομμάτι της επιχειρησιακής αντιμετώπισης. Το παρουσίασε ως διόρθωση μιας παλιάς αδυναμίας, από τα πρώτα χρόνια που η αρμοδιότητα της κατάσβεσης πέρασε από τη δασική υπηρεσία στην πυροσβεστική, όταν όπως είπε το προσωπικό δεν ήταν εκπαιδευμένο σε φωτιές με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά (ζώνες μίξης δάσους-οικισμών, δύσβατα τοπία).

Και για να τεκμηριώσει ότι «κάτι αλλάζει» στο αποτέλεσμα, επικαλέστηκε συγκριτικούς δείκτες: ανέφερε ότι οι αντιπυρικές περίοδοι 2024 και 2025 τοποθετούν την Ελλάδα κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο σε καμένες εκτάσεις και, επίσης, κάτω από τον εγχώριο μέσο όρο 20ετίας. Το είπε ρητά ότι δεν το αναφέρει για πανηγυρισμούς, αλλά ως ένδειξη ότι το μίγμα μέτρων κεντρικού κράτους, αυτοδιοίκησης, συνδέσμων, πυροσβεστικής και εθελοντών αρχίζει να παράγει αποτέλεσμα.

Διαβάστε ακόμη