Πίσω από τις βιτρίνες καταστημάτων που ανανεώνονται συνέχεια, η ultra-fast fashion «κρύβει» ένα βαρύ περιβαλλοντικό αποτύπωμα: συνθετικά υφάσματα, κυρίως πολυεστέρας, συσσωρεύονται σε χωματερές ή εξάγονται σε αναπτυσσόμενες χώρες, αποκαλύπτοντας το αδιέξοδο ενός γραμμικού μοντέλου παραγωγής και κατανάλωσης. Ενδεικτικά, λιγότερο από το 1% των ινών πολυεστέρα ανακυκλώνεται σήμερα, παρότι κάθε χρόνο παράγονται σχεδόν 140 εκατ. τόνοι συνθετικών ινών. Σε αυτό το αδιέξοδο φιλοδοξεί να απαντήσει η Technip Energies, μέσω της θυγατρικής της Reju, επενδύοντας σε μια τεχνολογία που υπόσχεται να αλλάξει ριζικά το τοπίο της ανακύκλωσης κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων.

Στα προάστια της Φρανκφούρτης, σε μια διακριτική βιομηχανική ζώνη, λειτουργεί ήδη το πιλοτικό εργοστάσιο όπου δοκιμάζεται η διαδικασία. Εκεί, πεταμένα ρούχα μετατρέπονται ξανά σε πρώτη ύλη, ικανή να χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή νέου πολυεστέρα. Μετά από ενάμιση χρόνο δοκιμών, η εταιρεία δηλώνει έτοιμη να περάσει σε βιομηχανική κλίμακα, σύμφωνα με τη Le Figaro.

Η Reju σχεδιάζει την κατασκευή τριών εργοστασίων: στην Ολλανδία, στις ΗΠΑ και στη Γαλλία, στο Lacq (Pyrénées-Atlantiques). Οι τελικές επενδυτικές αποφάσεις αναμένονται εντός του έτους, με στόχο οι μονάδες να είναι λειτουργικές σε περίπου τρία χρόνια. Κάθε εργοστάσιο θα μπορεί να επεξεργάζεται 50.000 τόνους απορριμμάτων πολυεστέρα ετησίως, ποσότητα που αντιστοιχεί στην παραγωγή υλικού για περίπου 380 εκατομμύρια t-shirts τον χρόνο. Η επένδυση υπολογίζεται σε περίπου 350 εκατομμύρια ευρώ ανά μονάδα, με περίπου 100 εργαζόμενους σε καθεμία. Μακροπρόθεσμα, η εταιρεία εξετάζει την ανάπτυξη έως και 20 εγκαταστάσεων διεθνώς, φιλοδοξώντας να δημιουργήσει μια νέα βιομηχανία κυκλικής οικονομίας στον κλωστοϋφαντουργικό τομέα.

Η τεχνολογία πίσω από την «αναγέννηση» του πολυεστέρα και τα εμπόδια

Η τεχνογνωσία της Reju βασίζεται σε διαδικασία που κατοχυρώθηκε με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας από την IBM το 2019. Στη συνέχεια, η Technip Energies και η Under Armour συνεργάστηκαν για την ανάπτυξη πρωτοτύπου, πριν ιδρυθεί επίσημα η Reju το 2023.

Ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια στην ανακύκλωση πολυεστέρα είναι ο διαχωρισμός των ινών, καθώς τα ρούχα συχνά περιέχουν μείγματα πολυεστέρα με βαμβάκι ή ελαστάνη. Σήμερα, η διαλογή γίνεται κυρίως χειρωνακτικά, με περιορισμένη ακρίβεια. Η Reju υποστηρίζει ότι έχει αναπτύξει αυτοματοποιημένη διαδικασία που διαχωρίζει τα υλικά χωρίς χρονοβόρα προ-διαλογή, ενώ αφαιρεί και χρωστικές ουσίες καθώς και PFAS, τα λεγόμενα «παντοτινά χημικά». Τα ρούχα τεμαχίζονται αρχικά σε μικρά κομμάτια και, μετά τον καθαρισμό, μετατρέπονται σε λευκούς κόκκους. Μέσω χημικής ανακύκλωσης παράγονται νιφάδες rBHET, ανακυκλωμένη μορφή της βασικής χημικής ένωσης του πολυεστέρα, οι οποίες μπορούν να πολυμεριστούν εκ νέου. Σε αντίθεση με τη μηχανική ανακύκλωση, όπου το υλικό συχνά υποβαθμίζεται και απαιτεί ανάμιξη με παρθένο PET, η χημική μέθοδος επιτρέπει σχεδόν απεριόριστη επαναχρησιμοποίηση, διατηρώντας υψηλή καθαρότητα.

Οι εξελίξεις αυτές συμπίπτουν με μια ευρύτερη στροφή της Ευρώπης προς την κυκλική οικονομία. Στις 9 Φεβρουαρίου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υιοθέτησε νέα μέτρα στο πλαίσιο του Κανονισμού για τον Οικολογικό Σχεδιασμό Βιώσιμων Προϊόντων (Ecodesign for Sustainable Products Regulation – ESPR), θέτοντας σαφείς κανόνες για τον περιορισμό της σπατάλης και την επιτάχυνση της μετάβασης σε ένα πιο κυκλικό μοντέλο παραγωγής και κατανάλωσης. Στόχος των παρεμβάσεων είναι να περιοριστεί η περιβαλλοντική επιβάρυνση, να μειωθούν οι εκπομπές και να διαμορφωθούν ισότιμοι όροι ανταγωνισμού για τις επιχειρήσεις που επενδύουν σε βιώσιμες πρακτικές. Σε αυτό το ρυθμιστικό περιβάλλον, τεχνολογίες όπως εκείνη της Reju αποκτούν πρόσθετη στρατηγική σημασία.

Πριν προχωρήσει στην πλήρη εκβιομηχάνιση, η Reju εξασφάλισε την τροφοδοσία πρώτης ύλης μέσω συνεργασιών με οργανισμούς συλλογής, υπογράφοντας δεκαετείς συμφωνίες για ποσότητες και τιμές. Παράλληλα, σύμφωνα με τη Le Figaro, βρίσκεται σε συζητήσεις με δυνητικούς πελάτες, επιδιώκοντας να διαμορφώσει μια ολοκληρωμένη αλυσίδα αξίας, από τη συλλογή των απορριμμάτων έως την επανένταξη των ινών στην παραγωγή νέων ενδυμάτων. Η εταιρεία επέλεξε να εστιάσει αποκλειστικά στον κλωστοϋφαντουργικό κλάδο, παρότι το ανακυκλωμένο PET θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί και σε άλλες εφαρμογές, όπως φιάλες. Το προϊόν της παραμένει ελαφρώς ακριβότερο από το παρθένο υλικό, ωστόσο προσφέρει υψηλότερη ποιότητα και χαμηλότερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα, στοιχείο που αποκτά αυξανόμενη σημασία σε μια αγορά όπου οι καταναλωτές και οι ρυθμιστικές αρχές απαιτούν μεγαλύτερη διαφάνεια και βιωσιμότητα.

Διαβάστε ακόμη