Σε ένα πιο σαφές και τυποποιημένο πλαίσιο επιχειρεί να εντάξει η Ρυθμιστική Αρχή Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων (ΡΑΑΕΥ) τη διαδικασία κήρυξης νησιών σε καθεστώς έκτακτης ανάγκης λόγω λειψυδρίας, επιχειρώντας να βάλει τέλος σε ένα καθεστώς ασάφειας που επικρατούσε τα προηγούμενα χρόνια. Σύμφωνα με πληροφορίες του energygame.gr, τις επόμενες ημέρες αναμένεται να τεθεί σε δημόσια διαβούλευση η νέα μεθοδολογία, η οποία θα καθορίζει συγκεκριμένα κριτήρια, διαδικασίες και απαιτούμενα στοιχεία, ώστε η ενεργοποίηση του μηχανισμού έκτακτης ανάγκης να γίνεται με ενιαίο τρόπο και με σαφή τεκμηρίωση.

Η κίνηση αυτή έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα εισέρχεται σε φάση έντονης υδατικής ανομοιομορφίας. Σε ορισμένες περιοχές της χώρας και ιδίως στον νησιωτικό χώρο η πίεση στα υδατικά αποθέματα γίνεται ολοένα και πιο ορατή, με φαινόμενα παρατεταμένης ανομβρίας, περιορισμένης διαθεσιμότητας πόρων και αυξημένων αναγκών κατά τη θερινή περίοδο. Την ίδια στιγμή, σε άλλες περιοχές της χώρας τα ακραία καιρικά φαινόμενα και οι έντονες βροχοπτώσεις μετατρέπουν το νερό σε απειλή, αναδεικνύοντας την ένταση των υδρολογικών αντιθέσεων που διαμορφώνονται.

Στον νησιωτικό χώρο, όπου τα αποθέματα είναι εκ των πραγμάτων περιορισμένα και οι υποδομές συχνά ευάλωτες, η πίεση γίνεται πλέον απτή. Μετά την Πάτμο και τη Λέρο, σε καθεστώς έκτακτης ανάγκης λόγω λειψυδρίας τέθηκε προ ολίγων ημερών και η Σύμη, προκειμένου να επιταχυνθούν διαδικασίες και να διασφαλιστούν πόροι για άμεσες παρεμβάσεις. Παράλληλα, η Αστυπάλαια έχει καταθέσει αίτημα για αντίστοιχη κήρυξη, σε μια συγκυρία κατά την οποία ολοένα και περισσότερα νησιά περίπου δέκα σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση, εξετάζοντας την ένταξή τους σε καθεστώς έκτακτης ανάγκης, καθώς η επάρκεια νερού τίθεται υπό αυξανόμενη πίεση ενόψει της θερινής περιόδου.

Μέχρι σήμερα, η διαδικασία κήρυξης έκτακτης ανάγκης δεν στηριζόταν σε ενιαία μεθοδολογία. Η αρμοδιότητα μεταφέρθηκε στη ΡΑΑΕΥ το καλοκαίρι, γεγονός που οδήγησε την Αρχή να κινηθεί με βάση ερμηνεία του υφιστάμενου νόμου και σε συνεργασία με τεχνικούς φορείς για τη διαμόρφωση κριτηρίων. Στο πλαίσιο αυτό εκπονήθηκε μεθοδολογία σε συνεργασία με το Πολυτεχνείο, η οποία πλέον οδεύει προς δημόσια διαβούλευση, ώστε κατόπιν μόνιμου διαλόγου να οριστικοποιηθεί με τη συμβολή δήμων, παρόχων ύδρευσης και συναρμόδιων φορέων.

Η νέα προσέγγιση επιχειρεί να αντικαταστήσει την πρακτική της αποσπασματικής αξιολόγησης με ένα σύστημα που θα βασίζεται σε συγκεκριμένα δεδομένα και σε τεχνικά κριτήρια. Στο εξής, τα νησιά που θα αιτούνται την κήρυξη σε καθεστώς έκτακτης ανάγκης θα καλούνται να υποβάλουν βασικά υδρολογικά και λειτουργικά στοιχεία, όπως στάθμη και παροχή γεωτρήσεων, κατανάλωση νερού, αποθέματα, κατάσταση υποδομών και γενικά υδρογεωλογικά δεδομένα.

Στόχος είναι να διαμορφωθεί μια «λίστα ελέγχου» κριτηρίων, μέσω της οποίας θα διαπιστώνεται αν υφίσταται πραγματικό φαινόμενο λειψυδρίας και αν αυτό συνιστά συνθήκη που δικαιολογεί έκτακτες παρεμβάσεις.

Όπως όλα δείχνουν η αξιολόγηση θα εστιάζει αποκλειστικά στο φαινόμενο της λειψυδρίας και στην τεκμηρίωση της ανάγκης, χωρίς να εμπλέκεται στην απόφαση χρηματοδότησης ή στην επιλογή έργων. Η κήρυξη έκτακτης ανάγκης μπορεί να ενεργοποιεί ταχύτερες διαδικασίες και πρόσβαση σε πόρους, ωστόσο η ΡΑΑΕΥ περιορίζεται στη διαπίστωση του φαινομένου και στη διατύπωση σύμφωνης γνώμης.

Στο ίδιο πλαίσιο, επιχειρείται να αποσαφηνιστεί και η έννοια της λειψυδρίας, η οποία δεν ταυτίζεται αποκλειστικά με την ανομβρία. Μια περιοχή μπορεί να διαθέτει επαρκείς βροχοπτώσεις αλλά να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα επάρκειας λόγω διαρροών, υποδομών ή γεωλογικών χαρακτηριστικών, ενώ σε άλλες περιπτώσεις η ύπαρξη αφαλάτωσης μπορεί να αποτρέπει την εμφάνιση κρίσης ακόμη και σε συνθήκες περιορισμένων βροχοπτώσεων. Αντίστοιχα, τεχνικά συμβάντα ή βλάβες σε κρίσιμες υποδομές μπορεί να δημιουργήσουν συνθήκες έκτακτης ανάγκης ακόμη και χωρίς υδρολογικό έλλειμμα.

Οι ίδιες πηγές επισημαίνουν ότι η υπαγωγή ενός νησιού σε καθεστώς έκτακτης ανάγκης λόγω λειψυδρίας θεωρείται κομβικής σημασίας, καθώς λειτουργεί ως θεσμικός «επιταχυντής» για την κινητοποίηση δημόσιων πόρων και την υλοποίηση κρίσιμων παρεμβάσεων. Η ενεργοποίηση του σχετικού πλαισίου επιτρέπει την ταχύτερη ωρίμανση και ανάθεση προμηθειών και έργων, την παράκαμψη χρονοβόρων γραφειοκρατικών διαδικασιών και την άμεση διάθεση δημόσιας χρηματοδότησης για την αντιμετώπιση των επειγουσών αναγκών. Παράλληλα, διευκολύνεται η ενεργοποίηση συμπληρωματικών λύσεων, με στόχο την ταχεία αποκατάσταση της επάρκειας υδροδότησης.

«Ψηφιακό μάτι» και στα ύδατα

Παράλληλα, η ΡΑΑΕΥ φαίνεται να επιδιώκει την ενίσχυση του ψηφιακού σκέλους της εποπτείας, με στόχο τη δημιουργία ενός ενιαίου πληροφοριακού περιβάλλοντος που θα επιτρέπει τη συλλογή και επεξεργασία δεδομένων για το υδατικό προφίλ κάθε περιοχής. Η κατεύθυνση είναι η δημιουργία ενός συστήματος που θα συγκεντρώνει σε πραγματικό χρόνο στοιχεία για κατανάλωση, αποθέματα και υποδομές, επιτρέποντας ταχύτερη αξιολόγηση και καλύτερο σχεδιασμό πολιτικών.

Πιο συγκεκριμένα, η κατεύθυνση της ΡΑΑΕΥ δεν περιορίζεται απλώς στη δημιουργία μιας βάσης δεδομένων, αλλά σε ένα κεντρικό πληροφοριακό σύστημα για τα ύδατα, το οποίο θα λειτουργεί ως ενιαία ψηφιακή πλατφόρμα συλλογής και επεξεργασίας στοιχείων από παρόχους ύδρευσης και αρμόδιους φορείς. Η φιλοσοφία είναι να διαμορφωθεί ένα εργαλείο που θα συγκεντρώνει σε πραγματικό χρόνο βασικούς δείκτες για τη διαθεσιμότητα και την κατανάλωση νερού, τις υποδομές, τις απώλειες και τα αποθέματα, ώστε να υπάρχει μια συνολική εικόνα για το υδατικό ισοζύγιο σε εθνικό επίπεδο.

Το σύστημα αυτό προορίζεται να λειτουργεί διασυνδεδεμένα με τα στοιχεία που ήδη υποβάλλονται στο πλαίσιο των επιχειρησιακών και τεχνικών σχεδίων των παρόχων, επιτρέποντας στην Αρχή να παρακολουθεί την εξέλιξη των δεδομένων και να αξιολογεί πιο γρήγορα την επάρκεια ή τις πιέσεις σε κάθε περιοχή. Στόχος είναι να μπορεί να αποτυπώνεται με συγκρίσιμο τρόπο η κατάσταση σε όλα τα υδατικά συστήματα της χώρας και να υπάρχει άμεση πρόσβαση σε επικαιροποιημένα στοιχεία, ώστε να διευκολύνεται τόσο η ρυθμιστική εποπτεία όσο και ο σχεδιασμός πολιτικών.

Η θεσμοθέτηση ενιαίων κανόνων για την κήρυξη έκτακτης ανάγκης αναμένεται να λειτουργήσει ως φίλτρο και ταυτόχρονα ως εργαλείο διαφάνειας, σε μια περίοδο όπου τα αιτήματα από νησιά αυξάνονται και η ανάγκη για σαφή κριτήρια καθίσταται επιτακτική. Με την έναρξη της διαβούλευσης, η αγορά και οι τοπικές αρχές θα κληθούν να καταθέσουν παρατηρήσεις, προκειμένου να διαμορφωθεί ένα πλαίσιο που θα επιτρέπει έγκαιρη ενεργοποίηση μηχανισμών στήριξης, χωρίς να δημιουργεί περιθώρια αυθαίρετης εφαρμογής.

Διαβάστε ακόμη