Στη συστηματική χαρτογράφηση της Αττικής και στην αναζήτηση περιοχών όπου το υπέδαφος θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να αξιοποιηθεί για νέες γεωτρήσεις στρέφεται το τελευταίο διάστημα το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, σύμφωνα με πληροφορίες του energygame.gr. Οι συσκέψεις στο ΥΠΕΝ είναι διαρκείς και, παρά τις πρόσφατες βροχοπτώσεις, το ζήτημα της λειψυδρίας παραμένει ψηλά στην κυβερνητική ατζέντα, με στελέχη που έχουν γνώση των συζητήσεων να επισημαίνουν ότι πρόκειται περισσότερο για «μικρές ανάσες αισιοδοξίας» παρά για ουσιαστική ανατροπή της εικόνας. Το πρόβλημα, όπως τονίζεται χαρακτηριστικά, δεν έχει απομακρυνθεί· αντιθέτως, παραμένει παρόν και επανέρχεται με μεγαλύτερη ένταση όσο η κλιματική μεταβλητότητα καθίσταται μόνιμο χαρακτηριστικό.
Στο πλαίσιο αυτό, αναμένεται και νέα σύσκεψη με αντικείμενο την αποτύπωση εναλλακτικών σεναρίων ενίσχυσης των υδατικών αποθεμάτων, στην οποία έχει ζητηθεί η ενεργός συμβολή του ΕΑΓΜΕ. Η παρουσία του Οργανισμού στις τελευταίες συσκέψεις δεν θεωρείται τυχαία, καθώς αποτελεί φορέα-κλειδί για την επιστημονική αξιολόγηση του υπεδάφους και τον εντοπισμό πρόσθετων υδατικών πόρων, με τεχνικά και γεωλογικά κριτήρια. Στόχος της άσκησης είναι διπλός: αφενός ο εντοπισμός πηγών με νερό κατάλληλο για χρήση και σε καλή ποιοτική κατάσταση, αφετέρου η εκτίμηση του κόστους αξιοποίησης, ώστε το κράτος να γνωρίζει εγκαίρως ποιες επιλογές μπορεί να ενεργοποιήσει εφόσον η κατάσταση επιδεινωθεί περαιτέρω.
Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, στο «μικροσκόπιο» έχουν ήδη τεθεί συγκεκριμένες περιοχές της Αττικής που, βάσει προκαταρκτικών ενδείξεων, φαίνεται «να έχουν κάτι να δώσουν». Ωστόσο, οι αρμόδιοι σπεύδουν να διευκρινίσουν ότι η συζήτηση γίνεται με πλήρη επίγνωση των ορίων: οι γεωτρήσεις δεν συνιστούν λύση πρώτης γραμμής ούτε μπορούν να υποκαταστήσουν τον κεντρικό σχεδιασμό για την αντιμετώπιση της λειψυδρίας. Αντιμετωπίζονται, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, ως ένα πυροσβεστικό και πρόσκαιρο μέτρο, ένα εργαλείο ανάγκης σε ένα συνολικό πλαίσιο όπου «ξύνεται ο πάτος του βαρελιού» και απαιτούνται εναλλακτικές για να μη βρεθεί η Αττική προ απροόπτου.
Η εικόνα αυτή αναδεικνύει με σαφήνεια ότι η λειψυδρία παύει να είναι ένα θεωρητικό σενάριο για το μέλλον και εξελίσσεται σε άμεσο διαχειριστικό στοίχημα, που αφορά το σύνολο της κοινωνίας. Από τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και τις επενδύσεις σε ανθεκτικές υποδομές, έως τις έκτακτες λύσεις και τα «εργαλεία τελευταίας γραμμής», το νερό μετατρέπεται σε κρίσιμο πόρο στρατηγικής σημασίας, με τις αποφάσεις του σήμερα να καθορίζουν τα περιθώρια του αύριο.
Η Αττική έχει ήδη εισέλθει σε καθεστώς αυξημένης επιτήρησης ως προς τα υδατικά της αποθέματα, με την ενεργοποίηση του άρθρου 55 να σηματοδοτεί ότι το ζήτημα της λειψυδρίας δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται με αποσπασματικές παρεμβάσεις. Η εξέλιξη αυτή δεν είχε μόνο θεσμική διάσταση· λειτούργησε και ως σαφές πολιτικό μήνυμα ότι το νερό μετακινείται στον πυρήνα της κυβερνητικής ατζέντας, δίπλα στην ενέργεια και την κλιματική προσαρμογή, ως κρίσιμος παράγοντας ανθεκτικότητας για τη μεγαλύτερη μητροπολιτική περιοχή της χώρας.
Τα μεγάλα έργα προχωρούν, σύμφωνα με τις αρμόδιες πηγές, εντός των βασικών χρονοδιαγραμμάτων, ωστόσο η φύση και η πολυπλοκότητά τους απαιτούν την εμπλοκή πολλών φορέων, διαδοχικές εγκρίσεις και σημαντικό χρόνο ωρίμανσης. Η πραγματικότητα αυτή διαμορφώνει ένα διττό πλαίσιο: από τη μία πλευρά, το βάρος μετατίθεται στις οριστικές λύσεις που θα διασφαλίσουν τη μακροχρόνια επάρκεια, από την άλλη, ενεργοποιούνται ενδιάμεσες παρεμβάσεις για να καλυφθούν οι άμεσες ανάγκες και να αγοραστεί χρόνος.
Στον πυρήνα του σχεδίου θωράκισης της Αττικής εντάσσεται το έργο του Εύρυτου, το οποίο αντιμετωπίζεται ως υποδομή στρατηγικής σημασίας για την υδροδοτική ασφάλεια της πρωτεύουσας. Όπως έχει επισημάνει ο διευθύνων σύμβουλος της ΕΥΔΑΠ, Χάρης Σαχίνης, πρόκειται για παρέμβαση που μπορεί να διασφαλίσει την Αττική σε βάθος τριών δεκαετιών. Με προϋπολογισμό 535 εκατ. ευρώ, το έργο προβλέπει τη μερική εκτροπή των ποταμών Καρπενησιώτη και Κρικελιώτη προς τον ταμιευτήρα του Ευήνου, ενισχύοντας το σύστημα με σταθερή ετήσια παροχή της τάξης των 200 εκατ. κυβικών μέτρων νερού. Η αρχιτεκτονική του βασίζεται σε υφιστάμενες υποδομές και στη φυσική ροή, χωρίς ενεργειακές απαιτήσεις, στοιχείο που περιορίζει τόσο το λειτουργικό κόστος όσο και το περιβαλλοντικό αποτύπωμα.
Με βάση τον υφιστάμενο προγραμματισμό, το έργο θα μπορούσε να ολοκληρωθεί εντός του πρώτου εξαμήνου του 2029. Η δημοπράτηση τοποθετείται χρονικά για το καλοκαίρι του 2026, αφού προηγηθούν οι απαιτούμενες προμελέτες και αδειοδοτικές εγκρίσεις, ενώ η φάση κατασκευής εκτιμάται ότι θα διαρκέσει περίπου τρία έτη.
Οι γεωτρήσεις και οι μονάδες αφαλάτωσης αντιμετωπίζονται από την κυβέρνηση ως συμπληρωματικά έργα, ενταγμένα στον μεσοπρόθεσμο σχεδιασμό, με στόχο να λειτουργήσουν υποστηρικτικά μέχρι να αποδώσουν οι οριστικές λύσεις μεγάλης κλίμακας. Δεν αποτελούν τον κεντρικό άξονα της στρατηγικής, αλλά κρίσιμα εργαλεία «ενδιάμεσης ανακούφισης» σε ένα σύστημα που βρίσκεται ήδη υπό πίεση.
Η δύσκολη εξίσωση των νησιών
Την ίδια ώρα, έντονη είναι η συζήτηση που ανοίγει για τα νησιά, τα οποία όπως επισημαίνουν πηγές της αγοράς στο energygame.gr συνιστούν μια ιδιαίτερα δύσκολη «πίστα» στη διαχείριση των υδατικών πόρων. Ο συνδυασμός της γεωγραφικής απομόνωσης, των περιορισμένων φυσικών αποθεμάτων και της έντονης εποχικότητας του τουρισμού δημιουργεί τεράστιες υδατικές ανάγκες, οι οποίες συχνά υπερβαίνουν τις δυνατότητες των τοπικών συστημάτων ύδρευσης.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο πιεστική καθώς, μετά την Πάτμο και τη Λέρο, σε καθεστώς έκτακτης ανάγκης λόγω λειψυδρίας τίθεται πλέον και η Σύμη. Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, το καθεστώς αυτό δεν έχει μόνο συμβολικό χαρακτήρα, αλλά ουσιαστικό αντίκτυπο, καθώς επιτρέπει την απευθείας χρηματοδότηση έργων με δημόσιους πόρους, ακόμη και σε περιπτώσεις όπου οι τοπικοί φορείς δεν διαθέτουν την απαιτούμενη διαχειριστική επάρκεια για να «τρέξουν» σύνθετα έργα.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι αφαλατώσεις, οι μεταφορές νερού και οι μικρότερης κλίμακας παρεμβάσεις αποκτούν κρίσιμο ρόλο, όχι ως μόνιμη λύση, αλλά ως αναγκαία γραμμή άμυνας για να αποφευχθούν ακραία φαινόμενα ασφυξίας τους θερινούς μήνες. Όπως τονίζουν παράγοντες με γνώση του θέματος, στα νησιά το ζήτημα του νερού συνδέεται άμεσα με τη βιωσιμότητα των τοπικών κοινωνιών και της τουριστικής δραστηριότητας, καθιστώντας κάθε καθυστέρηση δυνητικά κρίσιμη.
Την ίδια ώρα, ο δήμαρχος Αστυπάλαιας Νίκος Κομηνέας ζητά την ένταξη και του νησιού σε καθεστώς έκτακτης ανάγκης λόγω λειψυδρίας, προειδοποιώντας ότι τα διαθέσιμα αποθέματα μειώνονται σταθερά τα τελευταία χρόνια εξαιτίας της παρατεταμένης ανομβρίας. Όπως ανέφερε στο energygame.gr, ο υφιστάμενος ταμιευτήρας δεν επαρκεί πλέον για να καλύψει τη ζήτηση, ενώ ακόμη και η νέα μονάδα αφαλάτωσης δυναμικότητας 600 κυβικών μέτρων ημερησίως που δρομολογείται δεν θεωρείται επαρκής για την επόμενη περίοδο αιχμής. Το καθεστώς έκτακτης ανάγκης, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι κρίσιμο ώστε να επιταχυνθούν οι διαδικασίες προμήθειας και εγκατάστασης υποδομών, να ξεπεραστούν γραφειοκρατικά εμπόδια και να εξασφαλιστεί πρόσβαση σε χρηματοδότηση.
Μάλιστα, επισημαίνει ότι η παρατεταμένη ανομβρία των τελευταίων τριών ετών έχει οδηγήσει το νησί σε οριακή κατάσταση, καθιστώντας αναγκαία όχι μόνο την εγκατάσταση της νέας μονάδας αφαλάτωσης που ήδη δρομολογείται, αλλά και τον σχεδιασμό για μία ακόμη, προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες της επόμενης περιόδου. Παράλληλα, στο τραπέζι βρίσκεται και η λύση της μίσθωσης πρόσθετης μονάδας αφαλάτωσης ως προσωρινή ενίσχυση, ώστε να διασφαλιστεί η επάρκεια νερού μέχρι να ολοκληρωθούν οι μόνιμες υποδομές.
Διαβάστε ακόμη
