Λίγο πριν αναθεωρηθεί το σύστημα εμπορίας εκπομπών ρύπων (ETS) της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήδη βρίσκεται σε εξέλιξη μια έντονη προσπάθεια άσκησης πιέσεων για τη διαμόρφωση της επόμενης ημέρας. Ανάλυση του Bruegel επισημαίνει ότι σε εξέλιξη βρίσκονται προσπάθειες από βιομηχανίες υψηλής έντασης άνθρακα αλλά και από ορισμένες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις για την αποδυνάμωση βασικών του στοιχείων, την ώρα που, όπως λέει, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής οφείλουν να στηρίξουν τη συζήτηση για το τι έχει επιτύχει το ETS, ώστε η αναθεώρηση να αποτελέσει σημείο καμπής: από ένα σύστημα «ανώτατου ορίου και εμπορίας» (cap-and-trade) να εξελιχθεί σε ένα σύστημα «ανώτατου ορίου και επένδυσης» (cap-and-invest), που θα ενισχύσει τον καθαρό βιομηχανικό μετασχηματισμό της Ευρώπης.

Στο πλαίσιο αυτό, η ανάλυση εντοπίζει τρία στοιχεία του ETS που είναι κρίσιμα για την επικείμενη αναθεώρηση: την αποτελεσματικότητα του συστήματος, το καθεστώς δωρεάν κατανομής δικαιωμάτων εκπομπών ρύπων και τη χρήση των εσόδων από τη δημοπράτηση των δικαιωμάτων.
Όπως σημειώνει η ανάλυση, το ETS έχει αποδείξει ότι η αξιόπιστη, μακροπρόθεσμη τιμολόγηση του άνθρακα μειώνει τις εκπομπές με περιορισμένο οικονομικό κόστος. Η αναθεώρηση του 2026 πρέπει να ενισχύσει – και όχι να αποδυναμώσει – αυτήν την αξιοπιστία και να ευθυγραμμίσει την τιμολόγηση του άνθρακα με τη στρατηγική βιομηχανική στήριξη, ώστε να προωθήσει την πορεία απανθρακοποίησης της Ευρώπης. Στο πλαίσιο αυτό, σημειώνει, η αποδυνάμωση του συστήματος θα υπονόμευε τα επενδυτικά σήματα και θα τιμωρούσε τους πρωτοπόρους που έχουν ήδη ξεκινήσει την απανθρακοποίηση.

Το στοίχημα της δωρεάν κατανομής δικαιωμάτων

Οι βιομηχανίες υψηλής έντασης άνθρακα έχουν ωφεληθεί από δύο δεκαετίες δωρεάν κατανομής δικαιωμάτων και τα επακόλουθα απροσδόκητα κέρδη. Οποιαδήποτε συνέχιση της δωρεάν κατανομής πρέπει να συνοδεύεται από αιρεσιμότητα ώστε να διασφαλίζεται η πραγματική βιομηχανική απανθρακοποίηση. Επιπλέον, οι συντάκτες της ανάλυσης σημειώνουν ότι η διατήρηση της δωρεάν κατανομής παράλληλα με τον CBAM θα παρείχε διπλή προστασία, αποδυναμώνοντας τα κίνητρα απανθρακοποίησης και συνεχίζοντας να μετακυλίει το κόστος στη κοινωνία. Στο πλαίσιο αυτό, οι αναλυτές του Bruegel τονίζουν ότι για να διατηρηθεί το σήμα τιμής του ETS, κάθε παράταση της δωρεάν κατανομής πέραν της προγραμματισμένης κατάργησης πρέπει να συνδέεται με μετρήσιμη πρόοδο στον βιομηχανικό μετασχηματισμό. Παράλληλα, η δωρεάν κατανομή για τις βιομηχανίες υψηλής έντασης άνθρακα θα πρέπει να διατηρείται μόνο σε αντάλλαγμα για πραγματικές επενδύσεις απανθρακοποίησης.

Χρηματοδότηση του βιομηχανικού μετασχηματισμού

Τα έσοδα του ETS αποτελούν ένα από τα ισχυρότερα εργαλεία για τη χρηματοδότηση του καθαρού βιομηχανικού μετασχηματισμού της Ευρώπης. Μια σαφής δέσμευση για μεγαλύτερη διαφάνεια, στενότερη ευθυγράμμιση της εθνικής χρήσης των εσόδων με τους στόχους απανθρακοποίησης και η επέκταση των πρωτοβουλιών σε επίπεδο ΕΕ μέσω της δημιουργίας μιας ισχυρής τράπεζας βιομηχανικής απανθρακοποίησης, που θα κλιμακώσει τις επενδύσεις χαμηλών εκπομπών, μπορούν, σύμφωνα με την ανάλυση, να μετατρέψουν το ETS από σύστημα cap-and-trade σε πλαίσιο cap-and-invest. Τα πρόσθετα έσοδα από την αύξηση του ποσοστού των δικαιωμάτων που δημοπρατούνται θα μπορούσαν να καλύψουν τις επενδυτικές ανάγκες των βιομηχανιών υψηλής έντασης άνθρακα, ενισχύοντας έτσι τον καθαρό βιομηχανικό μετασχηματισμό που χρειάζεται η Ευρώπη για να επιτύχει τους στόχους της σε ανταγωνιστικότητα, ασφάλεια και απανθρακοποίηση.

Τρεις προϋποθέσεις για αύξηση των επενδύσεων

Συνολικά, από το 2013, το σύστημα ETS έχει αποφέρει πάνω από 245 δισ. ευρώ από δημοπρασίες για τις κυβερνήσεις και τις πρωτοβουλίες της ΕΕ. Τα ετήσια έσοδα αυξήθηκαν πάνω από πέντε φορές μετά το 2017, αναδεικνύοντας τον αυξανόμενο ρόλο που θα μπορούσαν να διαδραματίσουν στη χρηματοδότηση της βιομηχανικής απανθρακοποίησης. Μόνο το 2024, τα έσοδα από δημοπρασίες ανήλθαν σε 39 δισ. ευρώ, εκ των οποίων πάνω από 24 δισ. κατευθύνθηκαν στα κράτη-μέλη, ενώ το υπόλοιπο διατέθηκε σε επίπεδο ΕΕ στο Ταμείο Καινοτομίας, το Ταμείο Εκσυγχρονισμού και τον Μηχανισμό Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Σύμφωνα με το ETS, τα κράτη-μέλη οφείλουν να δαπανούν τουλάχιστον το 50% των εσόδων από τις δημοπρασίες σε έργα για το κλίμα και την ενέργεια. Έχουν αναφέρει ότι κατά μέσο όρο το 75% των εσόδων κατευθύνεται σε δαπάνες σχετικές με το κλίμα, όμως τα στοιχεία αυτά δεν είναι επαρκώς διαφανή ούτε λεπτομερή ως προς την πραγματική δαπάνη. Παρότι οι αναθεωρημένοι κανόνες του 2023 απαιτούν το 100% των εσόδων να χρησιμοποιείται για κλιματικούς και ενεργειακούς σκοπούς και εισάγουν πιο αναλυτικές κατηγορίες δαπανών, η απόδοση των δαπανών στην κλιματική δράση παραμένει ασαφής και οι παρεκκλίσεις εξακολουθούν να επιτρέπουν τη χρήση εσόδων για την αποζημίωση βιομηχανιών υψηλής έντασης άνθρακα για έμμεσες δαπάνες άνθρακα.

Όπως τονίζει η μελέτη, ερώτημα παραμένει κατά πόσο οι εκτιμώμενες ετήσιες επενδυτικές ανάγκες της βιομηχανίας υψηλής έντασης άνθρακα, ύψους 34 δισ. ευρώ για την περίοδο 2021-2030, μπορούν να καλυφθούν από τα αυξανόμενα έσοδα των δημοπρασιών. Με προβλεπόμενη τιμή άνθρακα περίπου 150 ευρώ ανά τόνο το 2030 και προβλεπόμενο ανώτατο όριο 774 εκατ. δικαιωμάτων της ΕΕ, η δημοπράτηση δικαιωμάτων για ενεργοβόρες βιομηχανίες θα μπορούσε να αποφέρει πάνω από 37 δισ. ευρώ μόνο το 2030, ποσό που προσεγγίζει τις επενδυτικές ανάγκες.

Στο πλαίσιο αυτό, η ανάλυση καταλήγει στο ότι αντί να αποδυναμώσουν το ETS, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής θα πρέπει να εφαρμόσουν τρεις προϋποθέσεις για την ενθάρρυνση των επενδύσεων:

  1. να υποχρεώσουν τις εταιρείες να επενδύουν σε πρωτοβουλίες απανθρακοποίησης για να είναι επιλέξιμες για δωρεάν κατανομή,
  2. να ευθυγραμμίσουν καλύτερα τις δαπάνες των κρατών-μελών από τα έσοδα με γνήσιες πρωτοβουλίες απανθρακοποίησης και
  3. να διασφαλίσουν ότι το μερίδιο της ΕΕ από τα έσοδα των δημοπρασιών θα αυξηθεί περαιτέρω και θα χρησιμοποιηθεί για τη χρηματοδότηση επενδύσεων απανθρακοποίησης και βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας σε επίπεδο ΕΕ.

Διαβάστε ακόμη