Η Greenpeace εξέδωσε ανακοίνωση με αφορμή την έναρξη ισχύος της Παγκόσμιας Συνθήκης για τους Ωκεανούς, επισημαίνοντας τη σημασία της για την προστασία της θαλάσσιας βιοποικιλότητας και των υπερεθνικών υδάτων. Στο κείμενο που ακολουθεί, η περιβαλλοντική οργάνωση αναλύει τις νομικές και πολιτικές προεκτάσεις της Συνθήκης, τις προσδοκίες από τις κυβερνήσεις, καθώς και τα επόμενα βήματα που, κατά την άποψή της, απαιτούνται για την ουσιαστική προστασία των ωκεανών.
Η ανακοίνωση της Greenpeace
Με τη συμπλήρωση 120 ημερών από την επικύρωσή της, η Παγκόσμια Συνθήκη για τους Ωκεανούς μπήκε στις 17 Ιανουαρίου 2026 επίσημα σε ισχύ, επιτρέποντάς μας να γιορτάσουμε το αποτέλεσμα δύο δεκαετιών αδιάκοπης εκστρατείας για την προστασία της θάλασσας, η οποία φιλοξενεί εκατομμύρια είδη και ζωτικά οικοσυστήματα. Μάλιστα, καλλιτέχνες από όλο τον κόσμο αποκαλύπτουν έργα τέχνης δρόμου μεγάλης κλίμακας, γιορτάζοντας μαζί μας μια νίκη που ήρθε με επιμονή και χάρη στη συμβολή επιστημόνων, φορέων, οργανώσεων, αλλά και εκατομμυρίων πολιτών.
Παρόλο που υπάρχουν ήδη εθνικά και ευρωπαϊκά πλαίσια για τη θαλάσσια προστασία, η Συνθήκη αυτή είναι πολύ σημαντική. Με μόνο το 0,9% της ανοιχτής θάλασσας παγκοσμίως να υπάγεται σε πλήρες ή υψηλό καθεστώς προστασίας, η Συνθήκη είναι ζωτικής σημασίας για την επέκταση της προστασίας, τη δημιουργία θαλάσσιων καταφυγίων – που συμβάλλουν στον μετριασμό της κλιματικής κρίσης – και τη διασφάλιση της επισιτιστικής ασφάλειας για τα δισεκατομμύρια ανθρώπων που εξαρτώνται από τους πόρους της θάλασσας.
Παρότι στόχοι όπως το 30Χ30 είναι σε ισχύ για τα εθνικά ύδατα, η Συνθήκη ανοίγει τον δρόμο για την ουσιαστική προστασία των υπερεθνικών υδάτων, ένα νομικό βήμα αναγκαίο, καθότι η φύση, τα άγρια είδη και τα οικοσυστήματα δεν υπακούουν σε οριοθετήσεις όπως τα σύνορα και απαιτούν πιο ολιστικές και διευρυμένες προσεγγίσεις.
Τι σημαίνει το ότι η Συνθήκη μπαίνει σε ισχύ:
Πλέον, οι κυβερνήσεις που έχουν επικυρώσει τη συνθήκη, όπως και η Ελλάδα, είναι νομικά υποχρεωμένες να λάβουν μέτρα για την προστασία της.
Η νομική υποχρέωση οφείλει να ωθήσει σε ουσιαστική εναρμόνιση και σοβαρά βήματα προς την προστασία της θάλασσας. Υπενθυμίζεται ότι η Ελλάδα στο παρελθόν έχει δεχθεί κυρώσεις για μη ευθυγράμμιση με συμφωνηθέντα περιβαλλοντικά μέτρα και απαιτείται η Συνθήκη για τους Ωκεανούς να μην αποτελέσει ένα ακόμη παράδειγμα αυτής της πορείας.
Τι περιμένουμε τώρα:
Οι κυβερνητικές δεσμεύσεις για ουσιαστικά μέτρα είναι μονόδρομος. Το μήνυμά μας προς τις κυβερνήσεις είναι σαφές:
Η Συνθήκη πρέπει να έχει την εξουσία να εφαρμόζει μέτρα γρήγορα, χωρίς να εμπλέκεται σε καθυστερήσεις ή να εξαρτάται από φορείς όπως οι Περιφερειακές Οργανώσεις Διαχείρισης Αλιείας.
Πρέπει να δημιουργηθεί μια πρώτη σειρά καταφυγίων που θα ελέγχουν την άλογη ανθρώπινη δραστηριότητα και θα επιτρέπουν στα οικοσυστήματα να ανακάμπτουν. Αυτές οι περιοχές πρέπει να προστατεύονται πλήρως ή σε μεγάλο βαθμό και να διασφαλιστεί ότι τεράστιες εκτάσεις των ωκεανών θα είναι κλειστές προς καταστροφικές ανθρώπινες δραστηριότητες, σε αντίθεση με πολλές από τις σημερινές θαλάσσιες προστατευόμενες περιοχές, οι οποίες προστατεύονται μόνο στα χαρτιά. Οι κυβερνήσεις πρέπει να διασφαλίσουν ότι η ανάπτυξη των καταφυγίων βασίζεται σε ισχυρά επιστημονικά στοιχεία και με τη συμμετοχή των αυτοχθόνων πληθυσμών και των τοπικών κοινοτήτων, ώστε να διασφαλιστεί ότι η διαδικασία είναι επιστημονικά τεκμηριωμένη και κοινωνικά δίκαιη.
Η αλιεία πρέπει να ελεγχθεί, και ειδικά οι μεγάλοι παίκτες της αλιευτικής βιομηχανίας. Η κακοδιαχείριση των θαλάσσιων οικοσυστημάτων και η ανεπάρκεια των περιφερειακών οργανώσεων διαχείρισης αλιείας έχουν οδηγήσει το 35,4% των παγκόσμιων ιχθυαποθεμάτων σε υπεραλίευση, με τη Μεσόγειο να αποτελεί μια από τις πλέον υπεραλιευμένες θάλασσες παγκοσμίως. Η πτώση των ιχθυαποθεμάτων και η ανισομερής τους εκμετάλλευση από μεγάλους παίκτες εις βάρος τοπικών αλιευτικών εργαλείων, καθώς και η εκτεταμένη χρήση καταστρεπτικών αλιευτικών εργαλείων, έχουν οδηγήσει σε μια γενικευμένη και ραγδαία εξελισσόμενη κρίση, την οποία η Συνθήκη δύναται και οφείλει να αντιμετωπίσει.
Να εφαρμοστούν σοβαρές πολιτικές προστασίας των θαλάσσιων οικοσυστημάτων από εξορυκτικές δραστηριότητες και δέσμευση για διεθνές moratorium σε εξορύξεις βαθέων υδάτων (DSM), μια νέα καταστροφική μορφή εξόρυξης για μέταλλα που θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους ωκεανούς.
Μια δυναμική λογική συνεχούς προστασίας. Η σημαντική εκπλήρωση του ποσοτικού στόχου 30% πρέπει να αποτελέσει την αφετηρία και όχι το τέλμα της προστασίας της θάλασσας. Απαιτείται δέσμευση για επέκταση των Προστατευόμενων περιοχών, εγκαθίδρυση οικολογικών διαδρόμων και θεσμοθέτηση περιοχών Απόλυτης Προστασίας (10%). Προκειμένου οι ανακοινωθείσες Θαλάσσιες Προστατευόμενες Περιοχές και η εκπλήρωση του στόχου 30×30 πράγματι να επιτελέσουν τον σκοπό ουσιαστικής προστασίας της θάλασσας και των οικοσυστημάτων, είναι αναγκαίος ο εξορθολογισμός και η αποσαφήνιση του συστήματος διαχείρισης και διοίκησης, αλλά και ο μακροχρόνιος προγραμματισμός.
Όπως με κάθε περιβαλλοντική πολιτική, η Συνθήκη αυτή οφείλει να αποτελέσει την αρχή, όχι το τέλος, για μια σειρά συνεχών δεσμεύσεων και απτών πολιτικών για την προστασία της θάλασσας. Σε μια κοινωνικοπολιτική συγκυρία υποτίμησης των διεθνών νόμων και συμφωνιών, απαιτούμε η Συνθήκη να μην καταστεί μια συμβολική νίκη, αλλά μια ουσιαστική ώθηση για δράση. Άλλωστε, η διεθνής συνεργασία είναι το μόνο ουσιαστικό εργαλείο για την προστασία της θαλάσσιας ζωής, την αντιμετώπιση της πλαστικής ρύπανσης, την έγκαιρη αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και τελικά την παγκόσμια ειρήνη.
Διαβάστε ακόμη
