«Οι πόλεις δεν είναι απλώς ένα σύνολο κτιρίων και δρόμων· είναι ζωντανοί οργανισμοί που αναπνέουν, καταναλώνουν πόρους και επιστρέφουν στο περιβάλλον το αποτύπωμα των επιλογών μας». Από αυτή την αφετηρία ξεκινά η συζήτηση για τις βιώσιμες πόλεις στην εκπομπή «Αλλάζουμε το κλίμα στα FM: Βιώσιμες Πόλεις», μέσα από την οποία αναδεικνύονται οι μεγάλες προκλήσεις του σύγχρονου αστικού σχεδιασμού, αλλά και οι δυνατότητες μετάβασης σε ένα πιο ανθεκτικό, λειτουργικό και ανθρώπινο αστικό μέλλον.

Τον κεντρικό άξονα της συζήτησης αναπτύσσει η Δήμητρα Χονδρογιάννη, Επίκουρη Καθηγήτρια Περιβαλλοντικού Χωρικού Σχεδιασμού, η οποία θέτει εξαρχής το κρίσιμο πλαίσιο: η αστικοποίηση δεν αποτελεί ένα παροδικό ή συγκυριακό φαινόμενο, αλλά μια παγκόσμια, διαρκώς εντεινόμενη τάση. Σήμερα, σχεδόν ο μισός παγκόσμιος πληθυσμός ζει σε αστικές περιοχές, ενώ οι προβλέψεις δείχνουν ότι έως το 2050 τα δύο τρίτα των ανθρώπων θα κατοικούν σε πόλεις. Οι λόγοι παραμένουν σε μεγάλο βαθμό σταθεροί στον χρόνο: οι πόλεις λειτουργούν ως οικονομικοί, διοικητικοί και κοινωνικοί κόμβοι, συγκεντρώνουν θέσεις εργασίας, υπηρεσίες εκπαίδευσης και υγείας, αλλά και ευκαιρίες κοινωνικής ζωής.

Την ίδια στιγμή, όμως, αυτή η συγκέντρωση πληθυσμού και δραστηριότητας εντείνει τις πιέσεις στις υποδομές, στο φυσικό περιβάλλον και, τελικά, στην ποιότητα ζωής των κατοίκων. Όπως επισημαίνει η κ. Χονδρογιάννη, η πόλη δεν είναι ένα στατικό σύνολο, αλλά ένα σύνθετο και δυναμικό σύστημα, αποτελούμενο από πολλαπλά υποσυστήματα που αλληλεπιδρούν διαρκώς. Η εξέλιξη των γειτονιών, η μετατόπιση της ελκυστικότητας από τα ιστορικά κέντρα στα προάστια και, σε ορισμένες περιπτώσεις, η εκ νέου αναβάθμιση υποβαθμισμένων περιοχών μέσα από στοχευμένες παρεμβάσεις, αναδεικνύουν τον αστικό σχεδιασμό ως κρίσιμο εργαλείο κοινωνικού και περιβαλλοντικού μετασχηματισμού.

Η σχέση πόλης και περιβάλλοντος παρουσιάζεται, σύμφωνα με την ίδια, ως ένα σαφώς διττό σχήμα. Από τη μία πλευρά, η ίδια η κατασκευή και λειτουργία της πόλης επιβαρύνει το φυσικό περιβάλλον, μέσω της κάλυψης φυσικών εκτάσεων, της κατανάλωσης ενέργειας και νερού και της παραγωγής αποβλήτων. Από την άλλη, το περιβάλλον εντός της πόλης –ο δημόσιος χώρος, η ποιότητα του αέρα, ο θόρυβος και οι θερμοκρασίες– καθορίζει άμεσα την καθημερινότητα, την υγεία και την ευημερία των κατοίκων. Η πόλη λειτουργεί ως ένας οργανισμός που καταναλώνει πόρους και παράγει επιβαρύνσεις, γεγονός που καθιστά επιτακτική την ανάγκη επανασχεδιασμού της με όρους βιωσιμότητας και ανθεκτικότητας.

Σε αυτό το πλαίσιο, ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, οι οποίες εκδηλώνονται εντονότερα στις αστικές περιοχές. Καύσωνες, πλημμύρες και περίοδοι έντονης ξηρασίας δοκιμάζουν τις πόλεις, ακριβώς επειδή πρόκειται για πολύπλοκα συστήματα με πολλαπλές και ταυτόχρονες λειτουργίες. Όπως τονίζει η κ. Χονδρογιάννη, η έννοια της αστικής ανθεκτικότητας δεν αφορά μόνο την αποτροπή των επιπτώσεων, αλλά κυρίως την ικανότητα της πόλης να ανταποκρίνεται στις κρίσεις και να επανέρχεται σε λειτουργική κατάσταση σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Η βιώσιμη πόλη, σύμφωνα με την ανάλυσή της, ορίζεται μέσα από το τρίπτυχο περιβάλλον–κοινωνία–οικονομία. Στόχος είναι η κάλυψη των αναγκών του παρόντος χωρίς να υπονομεύονται οι δυνατότητες των επόμενων γενεών. Η βιωσιμότητα δεν περιορίζεται στη μείωση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων, αλλά επεκτείνεται στη μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων, στη βελτίωση της πρόσβασης σε υπηρεσίες και στη διασφάλιση της ποιότητας ζωής. Ο άνθρωπος τίθεται στο επίκεντρο του σχεδιασμού, όχι ως αφηρημένη έννοια, αλλά ως ο καθημερινός χρήστης του αστικού χώρου.

Κομβικό ρόλο σε αυτή τη μετάβαση διαδραματίζει ο δημόσιος αστικός χώρος. Στην ελληνική πραγματικότητα, όπου ο διαθέσιμος υπαίθριος χώρος ανά κάτοικο είναι εξαιρετικά περιορισμένος –στην Αθήνα αντιστοιχεί μόλις περίπου ένα τετραγωνικό μέτρο ανά κάτοικο– η ανάγκη για αναβάθμιση και ενίσχυση του αστικού πρασίνου καθίσταται κρίσιμη. Το πράσινο, από τη δενδροφύτευση έως τη χαμηλή βλάστηση, συμβάλλει στη βελτίωση του μικροκλίματος, στη μείωση της θερμοκρασίας, στη συγκράτηση των υδάτων και στην ψυχολογική ευεξία των πολιτών, ενώ ακόμη και μικρές, ανεκμετάλλευτες επιφάνειες μπορούν να λειτουργήσουν ως πολύτιμες νησίδες περιβαλλοντικής ανακούφισης.

Παράλληλα, ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στα υλικά που χρησιμοποιούνται στις πόλεις. Οι σκούρες και αδιαπέραστες επιφάνειες απορροφούν θερμότητα και την εκπέμπουν ακόμη και τις νυχτερινές ώρες, εντείνοντας το φαινόμενο της αστικής θερμικής νησίδας. Η χρήση ψυχρών, ανοιχτόχρωμων και διαπερατών υλικών μπορεί να μειώσει τις θερμοκρασίες, να περιορίσει τις πλημμυρικές ροές και να ενισχύσει τον φυσικό δροσισμό του αστικού περιβάλλοντος.

Στο ίδιο πνεύμα εντάσσεται και ο σχεδιασμός των κτιρίων, που αποτελούν τα βασικά «κύτταρα» του αστικού οργανισμού. Τα πράσινα κτίρια στοχεύουν στη μείωση των ενεργειακών αναγκών μέσω σωστού βιοκλιματικού σχεδιασμού, επαρκούς μόνωσης, κατάλληλων υλικών και αξιοποίησης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Οι πράσινες στέγες και οι κάθετοι κήποι, πέρα από την αισθητική τους διάσταση, συμβάλλουν στη θερμική άνεση, στη βελτίωση του μικροκλίματος και στην ποιότητα του αέρα, επηρεάζοντας θετικά τόσο το εσωτερικό των κτιρίων όσο και τον περιβάλλοντα χώρο.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στη βιώσιμη κινητικότητα, καθώς οι μετακινήσεις αποτελούν έναν από τους βασικούς παράγοντες περιβαλλοντικής επιβάρυνσης στις πόλεις. Η ενίσχυση των μέσων μαζικής μεταφοράς, η προώθηση της ηλεκτροκίνησης, η χρήση ποδηλάτου και η δημιουργία ασφαλών υποδομών για πεζούς και ευάλωτες ομάδες συνδέονται άμεσα με τη μείωση των εκπομπών, του θορύβου και του χρόνου μετακίνησης. Όπως επισημαίνεται, ο περιορισμός της χρήσης του ιδιωτικού αυτοκινήτου προϋποθέτει αξιόπιστες και ελκυστικές εναλλακτικές λύσεις, αλλά και έναν ολοκληρωμένο σχεδιασμό που υπερβαίνει τον κατακερματισμό αρμοδιοτήτων.

Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η προσέγγιση της «πόλης των 15 λεπτών», η οποία αναδείχθηκε ιδιαίτερα μετά την εμπειρία της πανδημίας. Η δυνατότητα κάλυψης βασικών αναγκών –εργασία, εκπαίδευση, υγεία, εμπόριο και αναψυχή– μέσα σε μια ακτίνα 15 λεπτών με τα πόδια ή το ποδήλατο συνιστά ένα μοντέλο με ισχυρά περιβαλλοντικά, κοινωνικά και οικονομικά οφέλη, παρότι η εφαρμογή του παρουσιάζει σημαντικές προκλήσεις και απαιτεί προσαρμογή στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε πόλης.

Τέλος, η έννοια της «έξυπνης πόλης» προσεγγίζεται από την κ. Χονδρογιάννη όχι ως αυτοσκοπός τεχνολογικής επίδειξης, αλλά ως εργαλείο καλύτερης διαχείρισης και, κυρίως, συμμετοχικού σχεδιασμού. Τα ευφυή συστήματα μπορούν να βελτιώσουν τη λειτουργία των πόλεων μόνο εφόσον συνοδεύονται από ουσιαστική εμπλοκή των πολιτών στη λήψη αποφάσεων. Ο συμμετοχικός σχεδιασμός αναγνωρίζεται ως κρίσιμος παράγοντας επιτυχίας, παρά τις δυσκολίες εφαρμογής του σε ένα περιβάλλον με αντικρουόμενα συμφέροντα και χρονοβόρες διαδικασίες.

Το μήνυμα που αναδύεται από τη συζήτηση είναι σαφές και ταυτόχρονα αισιόδοξο: παρά την πολυπλοκότητα των προκλήσεων, υπάρχουν γνώσεις, εργαλεία και τεχνολογίες που μπορούν να στηρίξουν τη μετάβαση σε βιώσιμες και ανθεκτικές πόλεις. Η βασική προϋπόθεση, όπως τονίζεται, είναι να μη χαθεί η ανθρώπινη κλίμακα και να παραμείνει ο άνθρωπος στο επίκεντρο του σχεδιασμού. Γιατί οι πόλεις του αύριο διαμορφώνονται από τις επιλογές του σήμερα.

Διαβάστε ακόμη