Για δεκαετίες, τα νησιά της Ευρώπης αποτελούσαν ενεργειακά «τυφλά σημεία» της ηπείρου. Παρά τον άφθονο ήλιο, τον ισχυρό άνεμο και τη γεωγραφική τους ιδιαιτερότητα, ήταν εξαρτημένα σχεδόν αποκλειστικά από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα, με υψηλό κόστος παραγωγής, αυξημένες εκπομπές ρύπων και περιορισμένες επιλογές ενεργειακής ασφάλειας. Σήμερα, ωστόσο, μια σειρά από νησιωτικές κοινότητες — από τη Δανία έως την Κρήτη και τα Κανάρια — ανατρέπουν αυτό το μοντέλο, λειτουργώντας ως πιλοτικά οικοσυστήματα πράσινης ανάπτυξης με δυνητικό αποτύπωμα σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή οικονομία.
Η ενεργειακή κρίση ως αφετηρία μετασχηματισμού
Η στροφή αυτή είναι αποτέλεσμα αρχικά δυσμενούς οικονομικής πραγματικότητας. Η πετρελαϊκή κρίση της δεκαετίας του 1970, η απώλεια βιομηχανικών θέσεων εργασίας και η αποβιομηχάνιση περιφερειακών περιοχών ανάγκασαν χώρες όπως η Δανία να επανεξετάσουν το παραγωγικό τους μοντέλο. Σε αυτό το πλαίσιο, το 1997, η δανέζικη κυβέρνηση προκήρυξε διαγωνισμό για τη δημιουργία μιας «πράσινης πρότυπης κοινότητας».
Η μικρή νήσος Σάμσο, με 4.000 κατοίκους και έντονα δημογραφικά προβλήματα, διέκρινε μια σπάνια ευκαιρία. Όπως θυμάται ο Søren Hermansen, αγρότης και μετέπειτα αρχιτέκτονας της ενεργειακής μετάβασης του νησιού, «η αστικοποίηση ρουφούσε όλους τους πόρους από την ύπαιθρο, τα σχολεία άδειαζαν και οι θέσεις εργασίας χάνονταν». Η πράσινη μετάβαση δεν ήταν επιλογή πολυτελείας, αλλά στρατηγική επιβίωσης.
Σάμσο: Ένα ολοκληρωμένο οικονομικό μοντέλο πράσινης ανάπτυξης
Η νίκη της Σάμσο αποτέλεσε την απαρχή ενός μακροπρόθεσμου σχεδίου. Μέσα σε λίγα χρόνια εγκαταστάθηκαν αιολικά πάρκα, συστήματα τηλεθέρμανσης από βιομάζα και, στη συνέχεια, φωτοβολταϊκά και ηλεκτροκίνηση. Οι συνολικές επενδύσεις έφτασαν τα 57 εκατ. ευρώ, ποσό ιδιαίτερα σημαντικό για μια τόσο μικρή τοπική οικονομία.
Σήμερα, το νησί διαθέτει 11 χερσαίες και 10 θαλάσσιες ανεμογεννήτριες, τέσσερις μονάδες τηλεθέρμανσης με καύσιμο βιομάζα, καθώς και εκτεταμένη χρήση ηλιακής ενέργειας. Το αποτέλεσμα δεν είναι μόνο περιβαλλοντικό:
- το νησί έχει επιτύχει ουσιαστικά ουδετερότητα άνθρακα,
- έχουν δημιουργηθεί σταθερές τοπικές θέσεις εργασίας,
- η πληθυσμιακή συρρίκνωση έχει ανακοπεί,
- και σημαντικό μέρος του ενεργειακού κόστους παραμένει εντός της τοπικής οικονομίας.
Ο στόχος είναι η πλήρης απεξάρτηση από ορυκτά καύσιμα έως το 2030.
Κοινωνική ιδιοκτησία και ενεργειακή δημοκρατία
Κρίσιμο στοιχείο επιτυχίας υπήρξε η τοπική ιδιοκτησία των έργων. Σε αντίθεση με μεγάλα ενεργειακά projects που υλοποιούνται από εξωτερικούς επενδυτές, τα έργα στη Σάμσο ανήκουν 100% στην κοινότητα. Αυτό περιόρισε τις κοινωνικές αντιδράσεις και ενίσχυσε την εμπιστοσύνη. «Δεν μπορείς να δώσεις τέτοια έργα απλώς σε developers», σημειώνει ο Hermansen. «Οι άνθρωποι πρέπει να βλέπουν την ευκαιρία και να συμμετέχουν». Η κοινωνική συναίνεση, ωστόσο, δεν ήταν δεδομένη: ακόμη και ο δήμαρχος αρχικά χαρακτήριζε το εγχείρημα «φαντασίωση από την Κοπεγχάγη».
Τα νησιά ως “living labs” της Ευρώπης
Η εμπειρία της Σάμσο δεν αποτελεί εξαίρεση. Σύμφωνα με μελέτη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (2025), περισσότερα από 2.400 κατοικημένα νησιά βρίσκονται στο επίκεντρο της πρωτοβουλίας Clean Energy for EU Islands. Παρά τα μειονεκτήματα — μικρά και αδύναμα δίκτυα, αυξημένο κόστος παραγωγής, εποχικές αιχμές ζήτησης λόγω τουρισμού — τα νησιά διαθέτουν χαρακτηριστικά που τα καθιστούν ιδανικά για δοκιμές καινοτόμων λύσεων. Όπως επισημαίνει στο youris.com ο καθηγητής Mathieu David, «αν ένα σύνθετο ενεργειακό σύστημα λειτουργήσει σε απομονωμένες περιοχές, τότε μπορεί να κλιμακωθεί σε ολόκληρη την Ευρώπη».
Κρήτη: Η ενεργειακή μετάβαση στη μεγαλύτερη κλίμακα της Μεσογείου
Στο ίδιο δημοσίευμα τονίζεται ότι «στο νότιο άκρο της Ευρώπης, η Κρήτη επιχειρεί μια διαφορετικής κλίμακας μετάβαση». Το πρόγραμμα Crete Valley, χρηματοδοτούμενο από το Horizon Europe, φιλοδοξεί να δημιουργήσει ένα από τα πρώτα Renewable Energy Valleys (REVs) στην Ευρώπη. Η λογική είναι η δημιουργία τεσσάρων Community Energy Labs στην ανατολική Κρήτη, τα οποία θα συνδυάζουν φωτοβολταϊκά, αιολικά και βιοενέργεια για να καλύπτουν το σύνολο των ενεργειακών αναγκών των τοπικών κοινοτήτων. Το έργο συνοδεύεται από προηγμένα ψηφιακά εργαλεία και νέα επιχειρηματικά μοντέλα.
Το εμπόδιο της κοινωνικής αποδοχής και της νομοθεσίας
Παρά το τεράστιο φυσικό δυναμικό, η Κρήτη αντιμετωπίζει δύο βασικά εμπόδια: κοινωνική αποδοχή και θεσμικό πλαίσιο. «Οι πολίτες ανησυχούν για την αισθητική των ανεμογεννητριών ή τις οσμές από μονάδες βιοαερίου», εξηγεί ο Ελισσαίος Σαρμάς, project manager του Crete Valley. Η απάντηση ήταν η συν-διαμόρφωση των έργων με τους κατοίκους. Ακόμη μεγαλύτερο εμπόδιο, ωστόσο, παραμένει η ελληνική νομοθεσία. Η έλλειψη κινήτρων για ενεργειακές κοινότητες και οι περιορισμοί στο ηλεκτρικό δίκτυο έχουν «παγώσει» νέα φωτοβολταϊκά projects. Παρ’ όλα αυτά, πρόσφατες αδειοδοτήσεις, όπως μια μονάδα βιομάζας 2 MW, δείχνουν σταδιακή μετατόπιση του θεσμικού περιβάλλοντος.
Η φιλοδοξία των νησιωτικών έργων υπερβαίνει τα τοπικά όρια. Το Crete Valley λειτουργεί ως πιλοτικό μοντέλο για κοινότητες σε Γαλλία, Ιρλανδία, Ιταλία και Πορτογαλία, ενώ η Samsø Energy Academy έχει εξελιχθεί σε κόμβο μεταφοράς τεχνογνωσίας, υποδεχόμενη χιλιάδες επισκέπτες ετησίως. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει ότι η πλήρης ενεργειακή αυτάρκεια παραμένει δύσκολη, ωστόσο τα νησιά αποδεικνύουν ότι η μετάβαση δεν είναι μόνο τεχνολογικό στοίχημα, αλλά οικονομικό και κοινωνικό μοντέλο ανάπτυξης.
Σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου η πράσινη πολιτική αμφισβητείται — ιδιαίτερα μετά τη στροφή των ΗΠΑ σε πολιτικές φιλικές προς τα ορυκτά καύσιμα — η ευρωπαϊκή στρατηγική δοκιμάζεται. Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο Hermansen, «η αγορά μιλά από μόνη της»: η ηλιακή και αιολική ενέργεια είναι πλέον οι φθηνότερες μορφές παραγωγής. Αυτό ακριβώς καθιστά τα νησιά όχι απλώς περιβαλλοντικά πειράματα, αλλά προπομπούς της νέας ευρωπαϊκής οικονομίας της ενέργειας.
Διαβάστε ακόμη
