Το υδατικό ζήτημα στην Ελλάδα δεν είναι ενιαίο ούτε ομοιόμορφο. Είναι ένα μωσαϊκό γεωγραφικών ανισορροπιών, εποχικών αιχμών ζήτησης, παλαιών υποδομών και νέων κανονιστικών απαιτήσεων, το οποίο πιέζεται ολοένα και περισσότερο από την κλιματική μεταβλητότητα, τον τουρισμό και το ενεργειακό κόστος. Αυτήν ακριβώς την πολυπλοκότητα ανέδειξε με σαφήνεια η συζήτηση στο νέο επεισόδιο του podcast Oportunidades en Grecia της Oficina Económica y Comercial de la Embajada de España en Grecia/ICEX, με συνομιλητή τον Άγη Παπαδόπουλος, πρόεδρο της ΕΥΑΘ, του φορέα που διαχειρίζεται το σύνολο του κύκλου του νερού στη Θεσσαλονίκη, εξυπηρετώντας περίπου το 10% του πληθυσμού της χώρας.

Όπως εξήγησε ο κ. Παπαδόπουλος, η Ελλάδα δεν πάσχει συνολικά από υδατική ανεπάρκεια. «Αν δει κανείς τον μέσο όρο, η χώρα δεν υποφέρει από έλλειψη νερού», σημείωσε, επισημαίνοντας ότι στη Δυτική Ελλάδα τα ετήσια ύψη βροχόπτωσης ξεπερνούν τα 1.200 χιλιοστά, επίπεδα ιδιαίτερα υψηλά για μεσογειακές συνθήκες. Το πρόβλημα, όπως τόνισε, εντοπίζεται εκεί όπου συμπίπτουν χαμηλές βροχοπτώσεις και υψηλή ζήτηση: στην Ανατολική και Νοτιοανατολική Ελλάδα, στα μεγάλα αστικά κέντρα και στις τουριστικές περιοχές.

Η Αθήνα και η Αττική, με πληθυσμό που προσεγγίζει τα 5 εκατομμύρια, η Θεσσαλονίκη με περίπου 1,1 εκατ. κατοίκους, αλλά και νησιωτικές περιοχές όπως η Χαλκιδική και η Κρήτη, βρίσκονται στην πρώτη γραμμή των πιέσεων. Εκεί, όπως υπογράμμισε, το καλοκαίρι ο πληθυσμός μπορεί να πολλαπλασιαστεί «κατά πέντε ή ακόμη και δέκα φορές», γεγονός που επιβαρύνει όχι μόνο τη διαθεσιμότητα νερού, αλλά και το σύνολο των υποδομών ύδρευσης και αποχέτευσης.

Στο ίδιο πλαίσιο, ιδιαίτερη αναφορά έκανε στον ρόλο της γεωργίας, η οποία απορροφά το 80% έως 85% της συνολικής κατανάλωσης νερού στη χώρα. «Η ύδρευση των πόλεων δεν είναι ποσοτικά το μεγαλύτερο πρόβλημα, είναι όμως το πιο κρίσιμο», ανέφερε χαρακτηριστικά, καθώς αφορά 11 εκατ. μόνιμους κατοίκους και περίπου 30 εκατ. τουρίστες ετησίως.

Αναφερόμενος στις λύσεις για την αντιμετώπιση της λειψυδρίας, ο πρόεδρος της ΕΥΑΘ ήταν σαφής: «Δεν υπάρχει μία και μοναδική λύση – δεν υπάρχει silver bullet». Η μεταφορά νερού με πλοία, πρακτική που εφαρμόζεται στα νησιά εδώ και τέσσερις δεκαετίες, χαρακτηρίστηκε ως λύση ανάγκης και όχι βιώσιμη στρατηγική. Η αφαλάτωση, από την άλλη πλευρά, έχει ήδη εφαρμοστεί σε μικρή κλίμακα τα τελευταία 15–20 χρόνια και μπορεί, όπως είπε, να συμβάλει ουσιαστικά στην κάλυψη των αιχμών ζήτησης κατά τους θερινούς μήνες, ιδίως στις τουριστικές περιοχές.

Για τα μεγάλα αστικά κέντρα, ωστόσο, η εικόνα είναι διαφορετική. Η υδροδότηση της Αττικής βασίζεται σε μεταφορά νερού από τη Δυτική Ελλάδα σε αποστάσεις 150–200 χιλιομέτρων, ενώ για τη Θεσσαλονίκη η απόσταση φτάνει τα 80 χιλιόμετρα. Σε αυτό το περιβάλλον, ο κ. Παπαδόπουλος έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην ανάγκη μικρών φραγμάτων, κυρίως για την αποσυμφόρηση των πιέσεων από τη γεωργία, αλλά και –κυρίως– στη βελτίωση της απόδοσης των δικτύων ύδρευσης. «Δεν έχει νόημα να επενδύεις σε αφαλάτωση ή φράγματα, όταν χάνεις 30% ή 40% του νερού στα δίκτυα», υπογράμμισε, κάνοντας ειδική μνεία στα παλαιά και διαρρέοντα δίκτυα πολλών πόλεων.

Στον τομέα της αποχέτευσης, η συζήτηση ανέδειξε ένα λιγότερο ορατό αλλά εξίσου κρίσιμο πρόβλημα. Στην Ελλάδα λειτουργούν σήμερα περίπου 230 μεσαίες και μεγάλες μονάδες επεξεργασίας λυμάτων, οι περισσότερες εκ των οποίων κατασκευάστηκαν στα τέλη της δεκαετίας του ’90. «Βρίσκονται πλέον στο τέλος της ωφέλιμης ζωής τους και χρειάζονται εκτεταμένες αναβαθμίσεις», σημείωσε, προσθέτοντας ότι η νέα ευρωπαϊκή Οδηγία για τα αστικά λύματα συνιστά «πολύ υψηλό εμπόδιο» για ολόκληρο τον κλάδο.

Το δίλημμα μεταξύ μεγάλων κεντρικών μονάδων και μικρότερων αποκεντρωμένων εγκαταστάσεων δεν μπορεί, σύμφωνα με τον ίδιο, να απαντηθεί οριζόντια. Σε περιοχές με έντονη εποχικότητα, όπου ο πληθυσμός τον χειμώνα είναι 7.000–10.000 και το καλοκαίρι φτάνει τις 50.000–60.000, μια μεγάλη μονάδα θα λειτουργεί για μήνες σε μερικό φορτίο, με υψηλό λειτουργικό κόστος και χαμηλή απόδοση. «Δεν είναι λογικό να σχεδιάζεις μονάδα για 100.000 κατοίκους όταν τον χειμώνα εξυπηρετείς 20.000», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Η συζήτηση επεκτάθηκε και στη διασύνδεση νερού και ενέργειας. Η Ελλάδα διαθέτει περίπου 3.300 MW υδροηλεκτρικής ισχύος, με εγκαταστάσεις που κατασκευάστηκαν κυρίως από τη δεκαετία του ’60 έως τη δεκαετία του ’90. Το δυναμικό για νέα μεγάλα έργα είναι πλέον περιορισμένο, ενώ η παραγωγή παρουσιάζει έντονες εποχικές διακυμάνσεις λόγω των βροχοπτώσεων και των ανταγωνιστικών χρήσεων νερού, κυρίως για άρδευση. Όπως εξήγησε, περίπου 750 MW αφορούν αντλησιοταμιευτικά έργα, ενώ ένα νέο έργο ισχύος 850 MW στη Δυτική Ελλάδα βρίσκεται υπό κατασκευή, ενισχύοντας τη δυνατότητα αποθήκευσης ενέργειας από ΑΠΕ.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίασε η αναφορά στην ενεργειακή στρατηγική της ίδιας της ΕΥΑΘ. «Είμαστε η πρώτη κρατική επιχείρηση που υλοποίησε επιτυχώς σύμβαση PPA», δήλωσε ο κ. Παπαδόπουλος, σημειώνοντας ότι σήμερα περίπου το 75% της ετήσιας ηλεκτρικής κατανάλωσης της εταιρείας –έως 100 GWh– καλύπτεται μέσω δύο συμφωνιών, μία με αιολικό και μία με φωτοβολταϊκό πάρκο. Η επιλογή αυτή, όπως είπε, δεν περιορίζεται στη μείωση του ανθρακικού αποτυπώματος, αλλά συμβάλλει καθοριστικά στη σταθεροποίηση του ενεργειακού κόστους, που αποτελεί τον σημαντικότερο λειτουργικό παράγοντα για τις εταιρείες ύδατος.

Αναφερόμενος στη χρηματοδότηση των απαραίτητων επενδύσεων, τόνισε ότι οι μεγάλες εταιρείες, όπως η ΕΥΑΘ και η ΕΥΔΑΠ, διαθέτουν υγιή οικονομικά και αξιοποιούν συνδυασμό ευρωπαϊκών πόρων, εθνικών κονδυλίων και –δυνητικά– χρηματοδότησης από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, ιδίως για «πράσινες» επενδύσεις. «Μέχρι σήμερα λειτουργούμε χωρίς δανεισμό, αλλά καθώς οι απαιτήσεις αυξάνονται, θα χρειαστεί να αναζητήσουμε χρηματοδότηση», ανέφερε.

Τέλος, αναφερόμενος στη διοικητική πολυδιάσπαση του τομέα, με περίπου 130 δημοτικές επιχειρήσεις ύδρευσης και σχεδόν 700 φορείς άρδευσης, ο κ. Παπαδόπουλος περιέγραψε ένα δύσκολο αλλά αναγκαίο διάλογο για νέες μορφές συνεργασίας, χωρίς οριζόντιες λύσεις. «Δεν έχει νόημα να εφαρμόζεις το ίδιο σχήμα στη Δυτική Μακεδονία και στην Κρήτη», σημείωσε, υπογραμμίζοντας ότι οι περιφερειακές ιδιαιτερότητες πρέπει να αποτελούν τον οδηγό των μεταρρυθμίσεων.

Η εικόνα που προκύπτει είναι σαφής: το νερό στην Ελλάδα δεν είναι απλώς ένα ζήτημα υποδομών, αλλά ένας σύνθετος κόμβος πολιτικής, ενέργειας, περιβάλλοντος και τοπικών αναγκών. Και όπως κατέστησε σαφές ο επικεφαλής της ΕΥΑΘ, οι λύσεις δεν θα έρθουν με μία κίνηση, αλλά με συνδυασμό τεχνολογίας, χρηματοδότησης, θεσμικών αλλαγών και –κυρίως– ρεαλιστικού σχεδιασμού.

Διαβάστε ακόμη