Έναν χρόνο μετά την έκδοση της Κοινής Υπουργικής Απόφασης του Δεκεμβρίου 2024 για τα γεωργικά πλαστικά, η συζήτηση γύρω από την εφαρμογή της Διευρυμένης Ευθύνης Παραγωγού μπαίνει σε μια πιο ώριμη και, όπως την περιγράφει ο ίδιος ο μελετητής του συστήματος, αισιόδοξη φάση. «Ας ξεκινήσουμε με την αισιόδοξη απάντηση “τέλος καλό, όλα καλά”», σημειώνει χαρακτηριστικά ο Μανώλης Μπαλτάς, Διευθύνων Σύμβουλος της REDEPLAN, περιγράφοντας μια πορεία που ξεκίνησε αρκετά χρόνια πριν από τη θεσμοθέτηση του πλαισίου και πλέον φτάνει στο στάδιο της πρακτικής εφαρμογής.

Όπως εξηγεί, η REDEPLAN εργάζεται για λογαριασμό των υπόχρεων παραγωγών από το 2018, σε μια περίοδο κατά την οποία δεν υπήρχε ακόμη ΚΥΑ για τα γεωργικά πλαστικά. «Τώρα όμως έχουμε ΚΥΑ και πρέπει να την αξιοποιήσουμε», τονίζει. Στο πλαίσιο αυτό, κατόπιν σύστασης και κατ’ εντολή υπόχρεων παραγωγών που εκπροσωπούν το 95% της ελληνικής αγοράς στα γεωργικά πλαστικά – κυρίως στα φύλλα θερμοκηπίου – εκπονήθηκε και κατατέθηκε πλήρης Φάκελος και Επιχειρησιακό Σχέδιο για την ίδρυση Συστήματος Συλλογικής Εναλλακτικής Διαχείρισης. Κατά την εξέταση του φακέλου, ο Ελληνικός Οργανισμός Ανακύκλωσης έθεσε ως προϋπόθεση, αφενός την πληρωμή του παραβόλου, κάτι που ο ίδιος θεωρεί εύλογο, και αφετέρου την ίδρυση του Φορέα, δηλαδή της Ανώνυμης Εταιρείας που θα λειτουργεί το ΣΣΕΔ.

Η απαίτηση αυτή, όπως επισημαίνει, «δεν απορρέει από τον νόμο», ωστόσο έγινε σεβαστή. Ο κ. Μπαλτάς εξηγεί ότι μέχρι σήμερα η πάγια πρακτική ήταν διαφορετική και, κατά την άποψή του, ορθότερη, καθώς η σύσταση του Φορέα μπορούσε να γίνει μετά την έγκριση του ΣΣΕΔ και εντός της προθεσμίας που ορίζεται στην απόφαση έγκρισής του. «Αυτό είναι και το σωστό», υπογραμμίζει, διευκρινίζοντας ότι σε διαφορετική περίπτωση, αν ένα Σύστημα δεν εγκριθεί για λόγους που δεν οφείλονται στο ίδιο, δεν υπάρχει κανένα νόημα να έχει ήδη συσταθεί ο Φορέας που θα το λειτουργούσε, επιβάλλοντας στους δυνητικούς μετόχους αχρείαστα οικονομικά και διοικητικά βάρη. Παρ’ όλα αυτά, οι υπόχρεοι παραγωγοί συμμορφώθηκαν με την απαίτηση του ΕΟΑΝ, προχώρησαν στην ίδρυση της ΣΕΔΑΦ ΑΕ – Σύστημα Εναλλακτικής Διαχείρισης Αγροτικών Φύλλων Ανώνυμος Εταιρεία –, κατέβαλαν το παράβολο και πλέον, όπως λέει, «είναι θέμα του ΕΟΑΝ να ολοκληρώσει τον έλεγχο και να προβεί στην έκδοση της σχετικής Απόφασης Ίδρυσης του Συστήματος».

Αμέσως μετά ακολουθεί το ΣΣΕΔ των αρδευτικών σωλήνων. Η σχετική μελέτη έχει επίσης ολοκληρωθεί για λογαριασμό υπόχρεων παραγωγών που εκπροσωπούν το 90% της ελληνικής αγοράς και, όπως αναφέρει, αναμένεται η έγκρισή τους ώστε να κατατεθεί πλήρης Φάκελος και Επιχειρησιακό Σχέδιο στον ΕΟΑΝ για την έγκριση και αυτού του Συστήματος. Η εκτίμηση είναι ότι και το ΣΣΕΔ των αρδευτικών σωλήνων μπορεί να τεθεί σε γραμμή λειτουργίας στους αμέσως προσεχείς μήνες.

Σε ό,τι αφορά τα μεγέθη της αγοράς, ο κ. Μπαλτάς ξεκαθαρίζει ότι δεν είναι σε γνώση του τι ακριβώς εκφράζει το μέγεθος των 40.000–50.000 τόνων αγροτικών πλαστικών που κατά καιρούς αναφέρεται στη δημόσια συζήτηση. Σύμφωνα με τις έρευνες και τις καταγραφές της REDEPLAN, στο ρεύμα των αγροτικών πλαστικών – θερμοκηπιακών φύλλων και συναφών προϊόντων – οι ποσότητες που τοποθετούνται στην αγορά ανέρχονται κατά μέσο όρο σε περίπου 8,5 χιλιάδες τόνους ετησίως. Με δεδομένο ότι η εφαρμοστική ΚΥΑ θέτει ως στόχο την επίτευξη του 70% αυτού του μέσου όρου, ο στόχος συλλογής τοποθετείται στην εναρκτήρια περίοδο περίπου στους 1.000 τόνους ετησίως, κλιμακούμενος σταδιακά έως περίπου 5.000 τόνους στο τέλος της πενταετούς λειτουργίας του ΣΣΕΔ. Αντίστοιχα, για τους αρδευτικούς σωλήνες, με μέσο όρο ποσοτήτων που εισάγονται στην ελληνική αγορά περίπου 6,7 χιλιάδες τόνους ετησίως, ο στόχος εκτιμάται στους 650 τόνους στην αρχική φάση, με προοπτική να φτάσει τους 4.500 τόνους στο τέλος της πενταετίας.

Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνεται, όπως λέει, από τη μακροχρόνια παρακολούθηση των δεδομένων ήδη από το 2018, όταν ο Σύνδεσμος Βιομηχανιών Πλαστικών Ελλάδος ανέθεσε στη REDEPLAN τη μελέτη του Συστήματος για τα πλαστικά θερμοκηπίου. Οι ποσότητες που τοποθετούνται στην αγορά παραμένουν σταθερές στους 8,5 χιλιάδες τόνους ετησίως, με μοναδική εξαίρεση τα χρόνια της οικονομικής κρίσης, όταν καταγράφηκε πτώση για προφανείς λόγους. Παράλληλα, από τη μελέτη για τους αρδευτικούς σωλήνες προκύπτει ότι και εκεί οι ποσότητες κινούνται σταθερά γύρω στους 6,7 χιλιάδες τόνους ετησίως.

Ως προς τη διαχείριση των αποβλήτων, ο κ. Μπαλτάς αναγνωρίζει ότι σημαντικές ποσότητες, κυρίως τα χοντρά αποσυρόμενα θερμοκηπιακά φύλλα, ανακυκλώνονται ήδη. Η συλλογή τους γίνεται στις περιοχές όπου δραστηριοποιούνται 3 έως 4 εταιρείες που ανακυκλώνουν οργανωμένα τα συγκεκριμένα απόβλητα. Τα στοιχεία που οι ίδιες οι εταιρείες έθεσαν στη διάθεση των μελετητών δημιουργούν τη βεβαιότητα ότι η οργανωμένη βιομηχανική ανακύκλωση αγροτικών φύλλων στην Ελλάδα κινείται τα τελευταία χρόνια μεταξύ 2 και 2,5 χιλιάδων τόνων ετησίως. Ωστόσο, δεν υπάρχει επίσημη καταγραφή από κάποιον αρμόδιο φορέα. Με την ίδρυση και λειτουργία του ΣΣΕΔ για τα γεωργικά φύλλα, θα εξασφαλιστεί ο αναγκαίος χρηματικός πόρος για την κάλυψη του κόστους εναλλακτικής διαχείρισης του συνόλου των ποσοτήτων σε πανελλαδικό επίπεδο, θα καταγράφεται η διακίνησή τους και θα ελέγχονται όλοι οι εμπλεκόμενοι – συλλέκτες, ανακυκλωτές και αγρότες – ενώ το Σύστημα θα υποχρεούται να καταθέτει ετήσια απολογιστική έκθεση στον ΕΟΑΝ.

Ιδιαίτερη πρόκληση αποτελεί το ζήτημα των εδαφικών προσμίξεων. Το πλαστικό που αποσύρεται από το χωράφι φέρει συχνά σημαντικές ποσότητες χώματος, φυτικών υπολειμμάτων και υγρασίας, γεγονός που επιβαρύνει καθοριστικά το κόστος σε όλα τα στάδια της διαχείρισης. Η ΚΥΑ 138814/1934-23.12.2024 προβλέπει ρητά ότι ο κάτοχος των αποβλήτων γεωργικών πλαστικών υποχρεούται να τα παραδίδει σε καθορισμένα σημεία συλλογής ή απευθείας σε εγκαταστάσεις ανακύκλωσης ή ανάκτησης και ότι απαγορεύεται η απόρριψή τους μαζί με τα αστικά απόβλητα. Κατά συνέπεια, το κόστος μεταφοράς μέχρι τα σημεία συλλογής καλύπτεται από τον ίδιο τον γεωργό. Όπως τονίζει ο κ. Μπαλτάς, βασική αρμοδιότητα του ΣΣΕΔ είναι η ενημέρωση και ευαισθητοποίηση των αγροτών και η παροχή σαφών οδηγιών για την προετοιμασία των αποβλήτων – καθαρισμό, απομάκρυνση ξένων υλικών και διαλογή – ώστε σταδιακά να παραδίδονται αγροτικά φύλλα με ελάχιστες προσμίξεις, μειώνοντας το κόστος και αυξάνοντας την αξία του παραγόμενου ανακυκλωμένου υλικού. Σε κάθε περίπτωση, τα όρια προσμίξεων θα καθορίζονται από τους συλλέκτες και τους ανακυκλωτές.

Παράλληλα, όπως αποκαλύπτει, βρίσκεται στη σκέψη των μελετητών η δημιουργία ειδικών θεσμικών κινήτρων υπέρ του πρωτογενούς τομέα, πάντοτε υπό την ευθύνη και εποπτεία του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, με ιδιαίτερη στόχευση στις καλλιέργειες βιολογικών προϊόντων, εφόσον υπάρξει σχετικό ενδιαφέρον από τα εμπλεκόμενα μέρη.

Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, η αναλογία «put on the market» μεταξύ αγροτικών φύλλων και αρδευτικών σωλήνων κινείται στη σχέση 55% προς 45%. Δεν υπάρχουν αντίστοιχα στοιχεία για αλιευτικά δίχτυα ή άλλα προϊόντα της οικογένειας των γεωργικών πλαστικών, καθώς δεν έχει εκδηλωθεί σχετικό ενδιαφέρον από υπόχρεους παραγωγούς. Σε ό,τι αφορά τη χρηματική εισφορά, ο κ. Μπαλτάς ξεκαθαρίζει ότι, όπως συμβαίνει σε όλα τα Συστήματα Εναλλακτικής Διαχείρισης, αυτή αποδίδεται από τον καταναλωτή κατά την αγορά των προϊόντων και δεν συνιστά πρόστιμο, αλλά μηχανισμό χρηματοδότησης της ανακύκλωσης και προστασίας των φυσικών πόρων. Αναγνωρίζει, ωστόσο, ότι τουλάχιστον στην πρώτη περίοδο λειτουργίας ενός Συστήματος, η ισορροπία της αγοράς μπορεί να διαταραχθεί, δημιουργώντας πρόσθετα βάρη και υποχρεώσεις για τους υπόχρεους παραγωγούς και τη βιομηχανία.

Το κλειδί της επιτυχίας, σύμφωνα με τον ίδιο, βρίσκεται τελικά στη συνεργασία. Το ενδιαφέρον των υπόχρεων παραγωγών της βιομηχανίας των γεωργικών πλαστικών έχει καταγραφεί ήδη από το 2018, πολύ πριν η Πολιτεία θεσμοθετήσει την υποχρέωση με τον ν. 4819/2021, γεγονός που αποδίδεται τόσο στην περιβαλλοντική ευαισθησία όσο και στην αξιοποίηση νέων ευκαιριών που προκύπτουν από την επαναχρησιμοποίηση, την εξασφάλιση πρώτης ύλης και τη δημιουργία πρόσθετης οικονομικής βάσης.

Υπό την προϋπόθεση ότι η Πολιτεία θα εξασφαλίσει την ίση μεταχείριση όλων των παραγωγών και εισαγωγέων και θα περιορίσει φαινόμενα εισφοροδιαφυγής και λαθραίας διαχείρισης, ο καθοριστικός παράγοντας για την επιτυχία των Συστημάτων αναδεικνύεται η τοπική αυτοδιοίκηση. Οι δήμοι με υψηλό αγροτικό κεφάλαιο, ο νησιωτικός χώρος και οι δυσπρόσιτες ορεινές περιοχές καλούνται, σε συνεργασία με την ΚΕΔΕ και τους αγροτικούς συνεταιρισμούς, να λάβουν γενναίες αποφάσεις και να θεσμοθετήσουν αμοιβαία επωφελείς συμβατικές σχέσεις με τα ΣΣΕΔ, παραχωρώντας χώρους σε Πράσινα Σημεία ή άλλες κατάλληλες εγκαταστάσεις για τη συγκέντρωση των αγροτικών πλαστικών.

Διαβάστε ακόμη