Ο κύκλος των ανατιμήσεων στο νερό στην Αττική ανοίγει πλέον θεσμικά και με αριθμούς, καθώς η ΕΥΔΑΠ κατέθεσε στη Ρυθμιστική Αρχή Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων (ΡΑΑΕΥ) την επίσημη εισήγησή της για την 1η Ρυθμιστική Περίοδο 2025–2029 και, μαζί, το «μοντέλο» με το οποίο θέλει να περάσει η επόμενη μέρα στους λογαριασμούς. Η κεντρική αλλαγή δεν είναι στην κατανάλωση των νοικοκυριών –εκεί η εταιρεία κρατά σταθερές τις κλίμακες– αλλά στα πάγια: το μηνιαίο πάγιο ύδρευσης διπλασιάζεται από 1 σε 2 ευρώ και, για πρώτη φορά, καθιερώνεται μηνιαίο πάγιο τέλος αποχέτευσης 1 ευρώ. Με απλά λόγια, για τη μεγάλη μάζα των οικιακών παροχών, η «βάση» του λογαριασμού μετακινείται από 1 ευρώ τον μήνα σε συνολικά 3 ευρώ (2 ευρώ ύδρευση + 1 ευρώ αποχέτευση), πριν από τυχόν επιβαρύνσεις που δεν αφορούν την τιμή του νερού ως προϊόν. Σε ετήσια βάση, η αύξηση στα πάγια είναι από 12 € σε 36 € τον χρόνο.

Ο πυρήνας της εισήγησης είναι ξεκάθαρος και αφορά άμεσα τα νοικοκυριά: το νερό ως κατανάλωση δεν ακριβαίνει. Στο οικιακό τιμολόγιο δεν μεταβάλλεται ούτε ένα ευρώ στη χρέωση ανά κυβικό μέτρο, με την ΕΥΔΑΠ να διατυπώνει ρητά ότι «οι υφιστάμενες κλίμακες κατανάλωσης παραμένουν αμετάβλητες». Αυτό σημαίνει ότι οι τιμές που ισχύουν σήμερα διατηρούνται στο σύνολό τους, από τα πρώτα 0–5 κυβικά μέτρα στα 0,35 ευρώ ανά m³, τα 5–20 m³ στα 0,64 ευρώ, τα 20–27 m³ στα 1,83 ευρώ και τα 27–35 m³ στα 2,56 ευρώ, έως και την κατανάλωση άνω των 35 m³ που συνεχίζει να χρεώνεται με 3,20 ευρώ ανά κυβικό.

Η αναπροσαρμογή μεταφέρεται αποκλειστικά στο πάγιο σκέλος του λογαριασμού. Για τις τυπικές οικιακές παροχές, δηλαδή τα υδρόμετρα μικρότερα της μίας ίντσας που αφορούν τη μεγάλη πλειονότητα των κατοικιών, το μηνιαίο πάγιο ύδρευσης διπλασιάζεται και ανεβαίνει από 1,00 σε 2,00 ευρώ, ανεξαρτήτως κατηγορίας καταναλωτή. Παράλληλα, εισάγεται για πρώτη φορά ενιαίο μηνιαίο πάγιο τέλος αποχέτευσης ύψους 1,00 ευρώ, το οποίο εφαρμόζεται οριζόντια, χωρίς καμία διαφοροποίηση ανάλογα με τη διάμετρο του υδρομέτρου. Έτσι, για τα περισσότερα νοικοκυριά, η αλλαγή αποτυπώνεται όχι στην τιμή του νερού που καταναλώνουν, αλλά στη σταθερή βάση του λογαριασμού.

Να σημειωθεί πως οι αυξήσεις στα τιμολόγια του νερού δεν προέκυψαν αιφνιδιαστικά, αλλά αποτέλεσαν αντικείμενο σταδιακής προετοιμασίας σε θεσμικό, οικονομικό και πολιτικό επίπεδο. Η διοίκηση της ΕΥΔΑΠ φαίνεται πως είχε ζητήσει εδώ και τουλάχιστον δύο χρόνια την αναθεώρηση των τιμολογίων ύδρευσης και αποχέτευσης, τονίζοντας πως το νερό στην Αττική τιμολογείται σε επίπεδα χαμηλότερα από τον διεθνή μέσο όρο, αλλά και ότι το υφιστάμενο πλαίσιο δεν επαρκεί πλέον για να καλύψει το αυξανόμενο κόστος λειτουργίας και των επενδύσεων. Υπενθυμίζεται πως προ ολίγων ημερών η Αττική κηρύχθηκε σε καθεστώς έκτακτης ανάγκης. Παρά τις έντονες βροχοπτώσεις και τα πρόσφατα πλημμυρικά φαινόμενα, η Αττική εισέρχεται επισήμως σε καθεστώς λειψυδρίας, καθώς τα υδατικά αποθέματα παραμένουν σε κρίσιμα χαμηλά επίπεδα και η παρατεταμένη ξηρασία των τελευταίων ετών δεν έχει αναστραφεί. Αυτό καθιστά αναγκαίο τα έργα να τρέξουν, γεγονός που επιβάλλει την επίσπευση των έργων ενίσχυσης και θωράκισης του υδροδοτικού συστήματος.

Η Ρυθμιστική Αρχή καλείται να καθορίσει και το «επιτρεπόμενο έσοδο» της ΕΥΔΑΠ, δηλαδή το σύνολο του κόστους που αναγνωρίζεται ότι μπορεί να ανακτηθεί μέσω των λογαριασμών, βάσει λειτουργικών δαπανών, αποσβέσεων και απόδοσης κεφαλαίων. Από την απόφαση αυτή εξαρτάται όχι μόνο το εύρος των μελλοντικών τιμολογίων, αλλά και η εφαρμογή για πρώτη φορά στην Ελλάδα της ευρωπαϊκής αρχής της πλήρους ανάκτησης κόστους στον τομέα του νερού. Στο ίδιο ρυθμιστικό πλαίσιο εντάσσεται και το αίτημα της ΕΥΔΑΠ για την αντιμετώπιση της «υποανάκτησης» προηγούμενων ετών, συμπεριλαμβανομένου του ποσού των 157 εκατ. ευρώ που καταβλήθηκε στο Δημόσιο το 2021, το οποίο η εταιρεία ζητά να αναγνωριστεί και να ανακτηθεί σταδιακά μέσω των επόμενων τιμολογίων.

Ποιοι επιβαρύνονται περισσότερο

Σαφές είναι και το ποιοι σηκώνουν το μεγαλύτερο βάρος των αλλαγών. Οι πιο έντονες αναπροσαρμογές κατευθύνονται προς τη βιομηχανία και τον δημόσιο τομέα, όπου οι αυξήσεις στα τιμολόγια κινούνται, κατά περίπτωση, στο εύρος του 32% έως 34%, αντανακλώντας τη διαφορετική ένταση χρήσης και τον ρόλο των συγκεκριμένων καταναλωτών στο συνολικό κόστος του συστήματος. Στον αντίποδα, το σχέδιο διατηρεί ισχυρό κοινωνικό φίλτρο για τις ευάλωτες ομάδες.

Για τους δικαιούχους του κοινωνικού τιμολογίου, τους πολύτεκνους και τους υπερήλικες, μηδενίζεται πλήρως κάθε πάγια χρέωση τόσο στην ύδρευση όσο και στην αποχέτευση, ενώ οι τιμές κατανάλωσης παραμένουν αμετάβλητες σε όλες τις κλίμακες, χωρίς καμία πρόσθετη επιβάρυνση. Συγκεκριμένα, οι πολύτεκνοι καθώς και οι υπερήλικες άνω των 75 ετών με ετήσιο εισόδημα έως 8.000 ευρώ απαλλάσσονται πλήρως από την καταβολή τόσο του παγίου ύδρευσης όσο και του παγίου αποχέτευσης. Για τις συγκεκριμένες κατηγορίες καταναλωτών δεν προβλέπεται καμία μεταβολή ούτε στις χρεώσεις κατανάλωσης, οι οποίες παραμένουν αμετάβλητες σε όλες τις κλίμακες, ούτε σε οποιοδήποτε άλλο σταθερό τέλος, διατηρώντας έτσι αμετάβλητο το συνολικό κόστος χρήσης του νερού.

Γιατί αυξάνονται τα τιμολόγια νερού

Το «γιατί τώρα» αποτυπώνεται καθαρά στη δομή της ίδιας της εισήγησης. Η ΕΥΔΑΠ ζητά από τη ΡΑΑΕΥ να της αναγνωριστεί το συνολικό χρηματοοικονομικό κόστος για ολόκληρη την πρώτη ρυθμιστική περίοδο 2025–2029, στη βάση ενός μοντέλου που στηρίζεται σε τρεις βασικούς πυλώνες: το κόστος λειτουργίας, τις αποσβέσεις των παγίων και την απόδοση επί των απασχολούμενων κεφαλαίων. Στη συνοπτική εικόνα που παραθέτει η εταιρεία, το χρηματοοικονομικό κόστος ανέρχεται σε 384,323 εκατ. ευρώ για το 2025, αυξάνεται στα 398,851 εκατ. ευρώ το 2026 και ακολουθεί ανοδική πορεία, φτάνοντας τα 427,090 εκατ. ευρώ έως το 2029.

Για το έτος-κλειδί του 2026, στο οποίο «κουμπώνουν» και τα ενδεικτικά νέα τιμολόγια, το κόστος λειτουργίας αποτυπώνεται στα 299,631 εκατ. ευρώ, οι ρυθμιστικές αποσβέσεις στα 45,615 εκατ. ευρώ, ενώ η απόδοση επί των απασχολούμενων κεφαλαίων –με μεσοσταθμικό κόστος κεφαλαίου (WACC) 6,96%– ανέρχεται σε 53,605 εκατ. ευρώ. Πρόκειται για τα μεγέθη πάνω στα οποία η ΕΥΔΑΠ ζητά να χτιστεί το επιτρεπόμενο έσοδο της περιόδου.

Στο σκέλος των λειτουργικών δαπανών, η εικόνα που περιγράφεται είναι διττή. Από τη μία πλευρά, η εταιρεία μιλά για «εξομάλυνση του ενεργειακού κόστους», θεωρώντας ότι η σταθεροποίηση των τιμών ενέργειας λειτουργεί ως ανάχωμα στην περαιτέρω διόγκωση των εξόδων. Από την άλλη, καταγράφεται σαφής αύξηση δαπανών, καθώς μπαίνουν πλήρως σε λειτουργία έργα του επενδυτικού προγράμματος, με αυξημένες ανάγκες σε προσωπικό, συντήρηση νέων υποδομών, υπηρεσίες τρίτων και υλικά.

Οι αριθμοί είναι ενδεικτικοί του μεγέθους: για το 2026, οι αμοιβές και τα έξοδα προσωπικού διαμορφώνονται στα 137,925 εκατ. ευρώ, οι αμοιβές και τα έξοδα τρίτων στα 75,920 εκατ. ευρώ και οι παροχές τρίτων στα 46,326 εκατ. ευρώ. Την ίδια στιγμή, από το προς ανάκτηση κόστος εξαιρούνται ρητά μη ρυθμιζόμενες δραστηριότητες, όπως δαπάνες περίπου 25 εκατ. ευρώ ετησίως για υπηρεσίες προς την Εταιρεία Παγίων ΕΥΔΑΠ που αφορούν το Εξωτερικό Υδροδοτικό Σύστημα, περίπου 2 εκατ. ευρώ για τη λειτουργία και συντήρηση των υδροηλεκτρικών σταθμών, καθώς και κόστη για κατά αποκοπή εργασίες, τέλη λυμάτων και επιμέρους παροχές προσωπικού, όπως αναλυτικά περιγράφεται στους πίνακες της εισήγησης.

Η «μεγάλη εικόνα» ολοκληρώνεται με το επενδυτικό πρόγραμμα, το οποίο λειτουργεί ως βασικός μοχλός της αναπροσαρμογής. Στο τέλος του 2024, τα έργα σε εξέλιξη ανέρχονταν σε 120,4 εκατ. ευρώ, ενώ για την πενταετία 2025–2029 ο συνολικός μικτός προϋπολογισμός των έργων διαμορφώνεται στα 1,329,987 δισ. ευρώ. Μετά την αφαίρεση εργολαβικών εκπτώσεων και εκτιμώμενων επιχορηγήσεων, ο καθαρός προϋπολογισμός που παρουσιάζεται φτάνει τα 1,199,561 δισ. ευρώ.

Από αυτό το ποσό, τα 514,995 εκατ. ευρώ προέρχονται από ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, ενώ τα 684,565–684,566 εκατ. ευρώ καλύπτονται από ίδια κεφάλαια της ΕΥΔΑΠ, χωρίς να προβλέπεται δανεισμός στον συγκεκριμένο σχεδιασμό. Οι επενδύσεις εκτείνονται από τον σχεδιασμό και την ενίσχυση του υδροδοτικού συστήματος, με συνολικό ύψος 297,588 εκατ. ευρώ, και τον σχεδιασμό του αποχετευτικού συστήματος, που συγκεντρώνει το μεγαλύτερο κονδύλι στα 676,810 εκατ. ευρώ, έως έργα αναβάθμισης δικτύων, κτιριακές παρεμβάσεις, ψηφιακή αναβάθμιση ύψους 50,998 εκατ. ευρώ και ενεργειακά έργα ύψους 3,184 εκατ. ευρώ.

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η ρητή τοποθέτηση της ΕΥΔΑΠ για το χρονοδιάγραμμα των τιμολογίων. Όπως σημειώνεται στην εισήγηση, «επιδίωξη της ΕΥΔΑΠ είναι η διατήρηση σταθερών τιμολογίων για το σύνολο της 1ης Ρυθμιστικής Περιόδου, δηλαδή έως και το έτος 2029», με την 1η Ιανουαρίου 2026 να χρησιμοποιείται ως ενδεικτικό σημείο αναφοράς για την εφαρμογή της νέας τιμολογιακής πολιτικής και τον επιμερισμό του χρηματοοικονομικού κόστους του 2026 στις επιμέρους κατηγορίες καταναλωτών.

Το επόμενο βήμα περνά πλέον εξ ολοκλήρου από τη Ρυθμιστική Αρχή. Η ΡΑΑΕΥ καλείται να αξιολογήσει το σύνολο των τεχνικοοικονομικών στοιχείων της εισήγησης, να καθορίσει το επιτρεπόμενο έσοδο της ΕΥΔΑΠ για την πρώτη ρυθμιστική περίοδο και να αποφανθεί αν και σε ποιο βαθμό οι προτεινόμενες αναπροσαρμογές ευθυγραμμίζονται με το νέο κανονιστικό πλαίσιο για τις υπηρεσίες ύδατος. Αμέσως μετά τις γιορτές αναμένονται οι αντίστοιχες εγκρίσεις και για τα τιμολόγια της ΕΥΑΘ στη Θεσσαλονίκη για την οποία η πρόταση είναι αύξηση στα επίπεδα του 3%.

Διαβάστε ακόμη: