Άλλη μία πολυετής εκκρεμότητα στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας κλείνει, με το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας να βάζει τις τελικές υπογραφές στο νέο πλαίσιο για τους στρατηγικούς κακοπληρωτές και τον λεγόμενο «ενεργειακό τουρισμό». Έπειτα από χρόνια συζητήσεων, γνωμοδοτήσεων και διαβουλεύσεων για το πώς μπορεί να περιοριστεί η μετακίνηση καταναλωτών από πάροχο σε πάροχο αφήνοντας πίσω ανεξόφλητες οφειλές, χωρίς ταυτόχρονα να καταργηθεί στην πράξη το δικαίωμα αλλαγής προμηθευτή, η νέα υπουργική απόφαση αλλάζει τον Κώδικα Προμήθειας Ηλεκτρικής Ενέργειας και δημιουργεί για πρώτη φορά ένα ενιαίο σύστημα «σήμανσης» των οφειλετών.
Η απόφαση υπεγράφη από τον υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρο Παπασταύρου, και τον υφυπουργό Νίκο Τσάφο, έπειτα από τη σύμφωνη γνώμη της ΡΑΑΕΥ και τη δημόσια διαβούλευση, ενώ θα αρχίσει να εφαρμόζεται αμέσως μετά τη δημοσίευσή της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Το ίδιο το ΥΠΕΝ περιγράφει ως βασικό στόχο την αντιμετώπιση των στρατηγικών κακοπληρωτών, την προστασία των συνεπών καταναλωτών και την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς.
Στην πράξη, η νέα αρχιτεκτονική στήνει τρία διαδοχικά φίλτρα απέναντι στον καταναλωτή που συσσωρεύει χρέη και επιχειρεί να συνεχίσει να αλλάζει εταιρείες. Το πρώτο ενεργοποιείται όταν ο σημερινός πάροχος έχει ήδη ζητήσει την απενεργοποίηση του μετρητή λόγω ληξιπρόθεσμων οφειλών. Το δεύτερο και αυστηρότερο είναι η συμπλήρωση τριών ενεργών σημάνσεων από τρεις διαφορετικούς προμηθευτές, οπότε η αλλαγή εταιρείας μπλοκάρεται αυτομάτως. Υπάρχει, όμως, και ένα τρίτο επίπεδο άμυνας για τις εταιρείες: ακόμη και πριν συμπληρωθούν οι τρεις σημάνσεις, ένας νέος προμηθευτής αποκτά υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις το δικαίωμα να αρνηθεί τη σύναψη σύμβασης.
Η φιλοσοφία του νέου συστήματος είναι ακριβώς αυτή η διαβάθμιση. Ένας απλήρωτος λογαριασμός δεν οδηγεί αυτομάτως σε «μαύρη λίστα», ούτε κάθε καταναλωτής που αντιμετωπίζει προσωρινό πρόβλημα ρευστότητας αποκλείεται από την αγορά. Η πίεση αυξάνεται σταδιακά, με ενδιάμεσο στάδιο τον διακανονισμό, και το πραγματικό μπλόκο στην κινητικότητα ενεργοποιείται όταν το ιστορικό δείχνει επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά απέναντι σε διαφορετικές εταιρείες.
Το ΥΠΕΝ σημειώνει ότι στο τέλος του 2025 οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τους προμηθευτές πλησίαζαν τα 3 δισ. ευρώ και αποδίδει σημαντικό μέρος του προβλήματος στον «ενεργειακό τουρισμό», δηλαδή στην πρακτική καταναλωτών να μετακινούνται διαδοχικά από εταιρεία σε εταιρεία αφήνοντας πίσω χρέη.
Από τον δεύτερο απλήρωτο λογαριασμό αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση
Το νέο σύστημα δεν βγάζει «κόκκινη κάρτα» με τον πρώτο απλήρωτο λογαριασμό. Η διαδικασία της σήμανσης ενεργοποιείται μόνο εφόσον μείνει ανεξόφλητος και ο επόμενος λογαριασμός και δεν υπάρξει συμφωνία για διακανονισμό.
Εάν ένας λογαριασμός δεν εξοφληθεί εμπρόθεσμα, η ληξιπρόθεσμη οφειλή, μαζί με τους προβλεπόμενους τόκους υπερημερίας, θα εμφανίζεται διακριτά στον αμέσως επόμενο λογαριασμό. Ο πελάτης θα έχει συνεπώς μία δεύτερη προθεσμία για να εξοφλήσει το ποσό.
Εάν περάσει άπρακτη και αυτή η δεύτερη προθεσμία, δεν ακολουθεί αμέσως διακοπή. Μέσα σε πέντε ημέρες ο προμηθευτής ή εξουσιοδοτημένος συνεργάτης του οφείλει να επικοινωνήσει με τον πελάτη, να του υπενθυμίσει την οφειλή και να του υποβάλει πρόταση διακανονισμού σε δόσεις. Από την πλευρά του, ο καταναλωτής έχει πέντε ημέρες για να απαντήσει στην πρόταση.
Μόνο εφόσον ο πελάτης απορρίψει τον διακανονισμό ή συμφωνήσει αλλά στη συνέχεια δεν τον τηρεί, ο προμηθευτής περνά στο επόμενο στάδιο. Τότε υποβάλλει ταυτόχρονα στο πληροφοριακό σύστημα του αρμόδιου Διαχειριστή αφενός «Εντολή Επισήμανσης Πελάτη ως υπερήμερου» και αφετέρου εντολή απενεργοποίησης του μετρητή λόγω ληξιπρόθεσμων οφειλών. Για τις δύο κινήσεις ο πελάτης πρέπει να ενημερώνεται γραπτώς, είτε σε έντυπη είτε σε ηλεκτρονική μορφή.
Από εκεί και πέρα ανοίγει ένα ακόμη χρονικό παράθυρο. Εάν ο καταναλωτής δεν πληρώσει ή δεν διακανονίσει την οφειλή μέσα σε δέκα ημέρες από την ενημέρωσή του για την εντολή απενεργοποίησης, ο προμηθευτής μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση και να υποβάλει στον Διαχειριστή δήλωση παύσης εκπροσώπησης.
Αντίθετα, εφόσον το χρέος εξοφληθεί ή ρυθμιστεί, η διαδικασία αντιστρέφεται άμεσα. Η εταιρεία οφείλει να ζητήσει τόσο την άρση της σήμανσης όσο και την άρση της εντολής απενεργοποίησης την ημέρα της πληρωμής ή του διακανονισμού και οι σχετικές εντολές εκτελούνται εντός της ίδιας ημέρας.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς το νέο σύστημα δεν προβλέπει ότι μία ενεργή σήμανση «σβήνει» απλώς επειδή πέρασε κάποιο χρονικό διάστημα. Για να φύγει, πρέπει να τακτοποιηθεί η οφειλή είτε με εξόφληση είτε με διακανονισμό.
Οι δόσεις δεν θα είναι ίδιες για όλους
Η υπουργική απόφαση δεν επιβάλλει έναν ενιαίο αριθμό δόσεων ούτε ένα κοινό μοντέλο ρύθμισης για όλες τις εταιρείες. Ο κάθε προμηθευτής θα διαμορφώνει προγράμματα διακανονισμού σύμφωνα με την πιστωτική πολιτική του, χρησιμοποιώντας, όμως, εύλογα, διαφανή και αναλογικά κριτήρια.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η κατηγορία του πελάτη, το ύψος της οφειλής, το ύψος της κατανάλωσης, τυχόν επιτόκιο που εφαρμόζεται και η συνολική επιβάρυνση που συνεπάγεται η αποπληρωμή σε δόσεις. Συνεπώς, δεν προκύπτει από την απόφαση ένα οριζόντιο σχήμα, για παράδειγμα έξι ή δώδεκα υποχρεωτικών δόσεων για όλους.
Παράλληλα, παραμένουν σαφείς δικλείδες προστασίας για τους καταναλωτές. Για τους μικρούς πελάτες η προθεσμία εξόφλησης δεν μπορεί να είναι μικρότερη από 20 ημέρες από την αποστολή του λογαριασμού, ενώ όταν ο λογαριασμός αποστέλλεται σε έντυπη μορφή δεν μπορεί να είναι μικρότερη από 25 ημέρες από την παράδοσή του στο ταχυδρομείο. Εάν η ημερομηνία λήξης πέφτει Κυριακή ή επίσημη αργία, μεταφέρεται στην αμέσως επόμενη εργάσιμη ημέρα.
Οι εταιρείες θα πρέπει επίσης να διαθέτουν τουλάχιστον έναν δωρεάν τρόπο πληρωμής, ακόμη και μετά τη λήξη της προθεσμίας εξόφλησης.
Η τρίτη σήμανση από διαφορετικό πάροχο βάζει το πραγματικό μπλόκο
Η βασική καινοτομία, πάντως, βρίσκεται στο debt flagging, το νέο σύστημα επισήμανσης ληξιπρόθεσμων οφειλών που δημιουργείται στο πληροφοριακό σύστημα του Διαχειριστή.
Το κρίσιμο όριο είναι οι τρεις ενεργές σημάνσεις από τρεις ή περισσότερους διαφορετικούς προμηθευτές. Από τη στιγμή που συμπληρωθεί αυτό το όριο, ο πελάτης δεν μπορεί πλέον να αλλάξει εταιρεία μέχρι να τακτοποιήσει τις οφειλές που κρατούν ενεργές τις σημάνσεις του. Πρόκειται ουσιαστικά για την τρίτη «κόκκινη κάρτα» του συστήματος. Το ΥΠΕΝ το αποτυπώνει ρητά και στην ανακοίνωσή του: με τη συμπλήρωση τριών επισημάνσεων, η αλλαγή προμηθευτή παγώνει μέχρι την πληρωμή ή τον διακανονισμό των χρεών.
Η λεπτομέρεια έχει σημασία. Δεν αρκούν τρεις ανεξόφλητοι λογαριασμοί, ούτε τρία διαφορετικά χρέη προς την ίδια εταιρεία. Χρειάζονται ενεργές σημάνσεις από τουλάχιστον τρεις διαφορετικούς προμηθευτές. Η ίδια πρόβλεψη ισχύει χωρίς διαφορετικό όριο μεταξύ νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Το τελικό πλαίσιο, δηλαδή, δεν υιοθετεί διαφορετικό αριθμό σημάνσεων για τους μη οικιακούς πελάτες.
Η αλλαγή προμηθευτή παραμένει, ως γενικός κανόνας, ελεύθερη. Η νέα απόφαση ορίζει μόνο δύο περιπτώσεις στις οποίες δεν επιτρέπεται: όταν υπάρχει εντολή απενεργοποίησης μετρητή από τον υφιστάμενο προμηθευτή και όταν υπάρχουν τρεις ή περισσότερες ενεργές σημάνσεις από διαφορετικές εταιρείες.
Με άλλα λόγια, το σύστημα δεν επιστρέφει σε μία γενική αρχή «χρωστάς, άρα δεν αλλάζεις πάροχο». Επιχειρεί να χτίσει ένα φίλτρο πάνω στο ιστορικό και στην επαναληπτικότητα της συμπεριφοράς.
Αποκοπή σε εκκρεμότητα σημαίνει επίσης κλειστή πόρτα
Το δεύτερο αυτόματο φρένο αφορά τις περιπτώσεις στις οποίες ο σημερινός προμηθευτής έχει ήδη υποβάλει εντολή απενεργοποίησης του μετρητή.
Από τη στιγμή που υπάρχει τέτοια εντολή, ο πελάτης δεν θα μπορεί να προλάβει τη διαδικασία αλλάζοντας απλώς εταιρεία και μεταφέροντας την παροχή του σε άλλο πάροχο. Μάλιστα, η πρόβλεψη καταλαμβάνει και τις εντολές απενεργοποίησης που θα βρίσκονται ήδη σε εκκρεμότητα προς εκτέλεση από τον Διαχειριστή κατά την έναρξη ισχύος της υπουργικής απόφασης.
Έτσι κλείνει ένα από τα βασικά «παράθυρα» που η αγορά θεωρούσε ότι επέτρεπαν σε ορισμένους συστηματικούς οφειλέτες να αποφεύγουν την αποκοπή, μετακινούμενοι εγκαίρως σε άλλο προμηθευτή.
Τι γίνεται με τα παλιά χρέη από το 2024
Ιδιαίτερο βάρος έχει και η μεταβατική διάταξη για τις ήδη συσσωρευμένες οφειλές. Κατά την πρώτη εφαρμογή του συστήματος μπορούν να αποτελέσουν βάση για την υποβολή σήμανσης οφειλές που έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες από την 1η Ιανουαρίου 2024 και μετά. Δεν πρόκειται, ωστόσο, για μία ανεξέλεγκτη αναδρομική καταχώριση χρεών: για την πρώτη υποβολή σημάνσεων οι προμηθευτές οφείλουν να ακολουθήσουν τη διαδικασία που προβλέπει το νέο άρθρο 39, δηλαδή την προβλεπόμενη ενημέρωση και διαδικασία διακανονισμού.
Εάν, κατά την πρώτη εφαρμογή, προκύψουν για έναν καταναλωτή ενεργές σημάνσεις από τουλάχιστον τρεις διαφορετικούς προμηθευτές, το δικαίωμά του να αλλάξει εταιρεία περιορίζεται αυτομάτως.
Αυτό σημαίνει ότι η εφαρμογή του νέου μηχανισμού μπορεί να επηρεάσει από την πρώτη ημέρα και παλαιότερους οφειλέτες και όχι μόνο χρέη που θα δημιουργηθούν μετά τη δημοσίευση της απόφασης.
Ο παλιός πάροχος θα μπορεί να βάλει σήμανση, όχι να «κατεβάσει τον διακόπτη»
Ένα ακόμη κρίσιμο σημείο αφορά τους καταναλωτές που έχουν ήδη αλλάξει εταιρεία, αλλά αφήνουν απλήρωτο τον τελικό λογαριασμό του προηγούμενου προμηθευτή.
Το νέο πλαίσιο δίνει στον παλιό πάροχο τη δυνατότητα να ακολουθήσει τη διαδικασία του debt flagging, όχι όμως να ζητήσει την αποκοπή της παροχής που πλέον εκπροσωπείται από άλλη εταιρεία.
Όταν παρέλθει η προθεσμία εξόφλησης του τελικού λογαριασμού, ο πρώην προμηθευτής έχει πέντε ημέρες για να επικοινωνήσει με τον καταναλωτή και να του προτείνει διακανονισμό. Ο πρώην πελάτης έχει άλλες πέντε ημέρες για να απαντήσει. Εάν δεν αποδεχθεί τη ρύθμιση ή την αθετήσει, η παλιά εταιρεία μπορεί να καταχωρίσει ενεργή σήμανση στο σύστημα του Διαχειριστή.
Δεν αποκτά, όμως, δικαίωμα να δώσει εντολή απενεργοποίησης του μετρητή. Για την είσπραξη της οφειλής μπορεί να χρησιμοποιήσει τα υπόλοιπα νόμιμα μέσα. Αν το χρέος στη συνέχεια εξοφληθεί ή διακανονιστεί, η σήμανση αίρεται την ίδια ημέρα.
Πρόκειται για μία από τις ισορροπίες που επιλέγει το τελικό πλαίσιο: το παλιό χρέος ακολουθεί πλέον τον καταναλωτή ως πληροφορία και μπορεί να επηρεάσει τις επόμενες μετακινήσεις του, δεν δίνει όμως στον προηγούμενο πάροχο εξουσία πάνω στην ενεργή παροχή που έχει περάσει σε ανταγωνιστή.
Και με μία σήμανση ο νέος πάροχος μπορεί να πει «όχι»
Εδώ βρίσκεται ίσως ένα από τα σημαντικότερα «ψιλά γράμματα» της ρύθμισης. Οι τρεις ενεργές σημάνσεις αποτελούν το όριο του υποχρεωτικού, θεσμικού μπλόκου στην αλλαγή προμηθευτή. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μέχρι να φτάσει κάποιος στις τρεις κάθε εταιρεία είναι υποχρεωμένη να τον δεχθεί.
Η τροποποίηση του Κώδικα δίνει στον προμηθευτή τη δυνατότητα να μη συνάψει σύμβαση εάν ο αιτών έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές που προέρχονται είτε από προηγούμενη σύμβασή του με την ίδια εταιρεία είτε από οποιονδήποτε άλλο προμηθευτή. Το ίδιο δικαίωμα υπάρχει εάν στο πληροφοριακό σύστημα υπάρχει έστω μία ενεργή εντολή επισήμανσής του ως υπερήμερου ή εάν έχουν υποβληθεί τουλάχιστον δύο εντολές απενεργοποίησης μετρητή λόγω ληξιπρόθεσμων χρεών κατά τους δώδεκα μήνες πριν από την αίτηση.
Η διάκριση είναι ουσιώδης. Με μία ή δύο σημάνσεις ο καταναλωτής δεν χάνει αυτομάτως από τον νόμο το δικαίωμα αλλαγής προμηθευτή. Ο πάροχος στον οποίο απευθύνεται, όμως, μπορεί να αξιολογήσει το πιστωτικό του ιστορικό και να αρνηθεί τη σύμβαση.
Έτσι, πέρα από το απόλυτο φράγμα των τριών σημάνσεων, δημιουργείται ουσιαστικά και ένα σύστημα αξιολόγησης του πιστωτικού κινδύνου ήδη από νωρίτερα.
Τι θα βλέπουν οι εταιρείες για τον υποψήφιο πελάτη
Για να λειτουργήσει αυτό το σύστημα, αλλάζει και το εύρος των πληροφοριών που μπορούν να αξιοποιούν οι προμηθευτές. Στην αίτηση προσφοράς θα υπάρχει ευδιάκριτη ενημέρωση ότι ο νέος πάροχος μπορεί να ζητήσει από τον αρμόδιο Διαχειριστή ιστορικά στοιχεία κατανάλωσης για χρονικό διάστημα έως δύο ετών, ιστορικό σημάνσεων ως υπερήμερου, ιστορικό εντολών απενεργοποίησης καθώς και τεχνικά χαρακτηριστικά της παροχής, όπως η τυποποιημένη παροχή και η συμφωνημένη ισχύς.
Στη σύμβαση θα πρέπει παράλληλα να υπάρχει ρητή πρόβλεψη για τη συγκατάθεση του πελάτη στη διαβίβαση πληροφοριών προς άλλους προμηθευτές σχετικά με ληξιπρόθεσμες οφειλές, σημάνσεις και εντολές απενεργοποίησης στο πλαίσιο της διαδικασίας αλλαγής εταιρείας.
Από την πλευρά του, ο νέος προμηθευτής θα πρέπει να υποβάλλει στον Διαχειριστή τη δήλωση εκπροσώπησης του μετρητή μέσα σε τρεις ημέρες από τη σύναψη της νέας σύμβασης.
Η απόφαση ανοίγει, ταυτόχρονα, τον δρόμο και για ψηφιοποίηση της ίδιας της διαδικασίας αλλαγής παρόχου. Η ΡΑΑΕΥ μπορεί να αναπτύξει ηλεκτρονική εφαρμογή συνδεδεμένη με το gov.gr, ώστε να αντλούνται αυτομάτως τα στοιχεία του καταναλωτή, ενώ αντίστοιχη εφαρμογή του Διαχειριστή θα μπορεί να πιστοποιεί την ημερομηνία υποβολής και την ημερομηνία υλοποίησης του αιτήματος αλλαγής.
Τι προστασία έχει όποιος αμφισβητεί έναν λογαριασμό
Η αυστηροποίηση δεν καταργεί τις ασφαλιστικές δικλείδες σε περίπτωση πραγματικής διαφοράς μεταξύ καταναλωτή και εταιρείας.
Όταν ο πελάτης έχει καταθέσει στον προμηθευτή έντυπο αμφισβήτησης του λογαριασμού και παράλληλα έχει προσφύγει ενώπιον αρμόδιας αρχής ή δικαστηρίου, ο προμηθευτής δεν μπορεί να προχωρήσει σε απενεργοποίηση του μετρητή ή σε παύση εκπροσώπησης λόγω της συγκεκριμένης ληξιπρόθεσμης οφειλής έως ότου κριθεί το αίτημα για προσωρινή δικαστική προστασία.
Εάν η προσφυγή απορριφθεί, η οφειλή επιβαρύνεται με τον νόμιμο τόκο υπερημερίας. Όσο η διαφορά παραμένει εκκρεμής, η εταιρεία διατηρεί πάντως το δικαίωμα να μην ανανεώσει τη σύμβαση, αρκεί να ενημερώσει γραπτώς τον πελάτη τουλάχιστον 30 ημέρες πριν από τη λύση της.
Αντίστοιχα, όταν τίθεται ζήτημα παραβίασης άλλου ουσιώδους όρου της σύμβασης, πέραν της ειδικής διαδικασίας για ληξιπρόθεσμα χρέη, απαιτείται προηγούμενη προειδοποίηση και προθεσμία τουλάχιστον 30 ημερών για συμμόρφωση.
Τα 2,98 δισ. ευρώ που βρίσκονται πίσω από την παρέμβαση
Η νέα παρέμβαση έρχεται να κλείσει μια θεσμική εκκρεμότητα που μετρά περίπου έξι χρόνια, μετά την απόφαση 1888/2020 του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία είχε ακυρώσει ως δυσανάλογο τον γενικό περιορισμό στην αλλαγή προμηθευτή για καταναλωτές με ανεξόφλητα χρέη.
Το ζητούμενο έκτοτε ήταν να βρεθεί μία φόρμουλα που θα έκλεινε την πόρτα στους συστηματικούς κακοπληρωτές χωρίς να μετατρέπει κάθε ανεξόφλητο λογαριασμό σε λόγο εγκλωβισμού του καταναλωτή στον ίδιο πάροχο. Το νέο μοντέλο επιχειρεί να λύσει ακριβώς αυτή την εξίσωση, αντικαθιστώντας μία οριζόντια απαγόρευση με ένα κλιμακωτό σύστημα.
Το μέγεθος του προβλήματος εξηγεί και την πίεση της αγοράς για αλλαγή των κανόνων. Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τις εταιρείες προμήθειας διαμορφώθηκαν το 2025 σε 2,98 δισ. ευρώ, έναντι 3,39 δισ. ευρώ το 2024, υποχωρώντας κατά 12,2%, αλλά παραμένοντας σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα.
Από το συνολικό ποσό, περίπου 1,45 δισ. ευρώ αφορούν πελάτες που εξακολουθούν να εκπροσωπούνται από την εταιρεία στην οποία χρωστούν, ενώ άλλα 1,53 δισ. ευρώ συνδέονται με παλαιούς πελάτες, οι οποίοι έχουν ήδη μετακινηθεί σε διαφορετικό προμηθευτή.
Η μεγαλύτερη συγκέντρωση εντοπίζεται στη Χαμηλή Τάση, όπου οι οφειλές φτάνουν τα 2,13 δισ. ευρώ. Στη Μέση Τάση ανέρχονται σε 632,8 εκατ. ευρώ και στην Υψηλή Τάση σε 214,4 εκατ. ευρώ. Συνολικά, περίπου 2,74 εκατ. παροχές εμφανίζουν ανεξόφλητες υποχρεώσεις, αριθμός που αντιστοιχεί σε σχεδόν τέσσερις στις δέκα παροχές.
Η ΡΑΑΕΥ έχει αποτιμήσει το βάρος των ληξιπρόθεσμων οφειλών των ενεργών πελατών σε 28,90 ευρώ ανά μεγαβατώρα και εκείνο των παλαιών πελατών σε επιπλέον 30,41 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Αθροιστικά, πρόκειται για 59,31 ευρώ ανά μεγαβατώρα, δηλαδή περίπου 5,93 λεπτά ανά κιλοβατώρα.
Το ποσό αυτό δεν αποτελεί κάποια ξεχωριστή χρέωση που εμφανίζεται αυτούσια στον λογαριασμό του καταναλωτή. Αποτυπώνει το πιστωτικό κόστος των επισφαλειών που καλούνται να διαχειριστούν οι προμηθευτές και το οποίο τελικά επηρεάζει την κοστολόγηση, την πολιτική εγγυήσεων, τα προγράμματα διακανονισμού και συνολικά τις εμπορικές πολιτικές τους.
Παράγοντες της αγοράς επισημαίνουν ότι η δυνατότητα ανάκτησης ενός χρέους μειώνεται δραστικά όσο περνά ο χρόνος. Όταν μία οφειλή παραμένει ανεξόφλητη για περισσότερο από έξι μήνες, το ποσοστό είσπραξης εκτιμάται ότι υποχωρεί στο 10%-15%, την ώρα που το κόστος δικαστικής διεκδίκησης έχει αυξηθεί σε περίπου 1.000 ευρώ ανά υπόθεση, από 400-500 ευρώ παλαιότερα.
Η δύσκολη ισορροπία ανάμεσα στον ανταγωνισμό και τα «φέσια»
Το νέο μοντέλο θα κριθεί τελικά από το αν θα καταφέρει να πετύχει δύο στόχους που μέχρι σήμερα έμοιαζαν να συγκρούονται. Από τη μία πλευρά, η δυνατότητα ενός νοικοκυριού ή μιας επιχείρησης να αλλάζει προμηθευτή αποτελεί βασικό στοιχείο του ανταγωνισμού στη λιανική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Ο καταναλωτής πρέπει να μπορεί να εγκαταλείψει ένα ακριβότερο πρόγραμμα και να αναζητήσει χαμηλότερη τιμή ή καλύτερους όρους χωρίς να εγκλωβίζεται σε μία εταιρεία.
Από την άλλη, το ίδιο δικαίωμα δεν μπορεί να μετατρέπεται σε μόνιμη έξοδο διαφυγής για όσους συσσωρεύουν οφειλές και μετακινούνται διαδοχικά, αφήνοντας το κόστος πίσω τους. Γι’ αυτό και το ΥΠΕΝ παρουσιάζει τη ρύθμιση ως ένα «ισορροπημένο πλαίσιο», το οποίο φιλοδοξεί να περιορίσει τις καταχρηστικές πρακτικές χωρίς να θίξει δυσανάλογα το δικαίωμα αλλαγής εταιρείας και, παράλληλα, να μειώσει το κόστος των επισφαλειών που τελικά επιβαρύνει το σύνολο της αγοράς. Με τη δημοσίευση της απόφασης στο ΦΕΚ, το νέο πλαίσιο τίθεται αμέσως σε ισχύ.
Διαβάστε ακόμη
