Σε νέα φάση περνά το πρόγραμμα εγκατάστασης έξυπνων μετρητών του ΔΕΔΔΗΕ, με τον ημερήσιο ρυθμό να κινείται ήδη πάνω από τις 4.000 νέες εγκαταστάσεις και τον σχεδιασμό να προβλέπει αύξησή σε πάνω από 5.000 το επόμενο διάστημα. Ο στόχος για το 2026 παραμένει η προσθήκη ενός εκατομμυρίου νέων μετρητών, ώστε το συνολικό πλήθος των εγκατεστημένων και ενεργών έξυπνων ρολογιών να φτάσει τα 2,4 εκατ. μέχρι το τέλος του έτους.
Πέρα όμως από την επίτευξη των αριθμητικών στόχων, το rollout αποκτά πλέον πιο στοχευμένο χαρακτήρα. Στο επίκεντρο βρίσκονται οι παροχές που προκαλούν σήμερα τις μεγαλύτερες δυσλειτουργίες στη λιανική αγορά: τα ρολόγια στα οποία δεν είναι δυνατή η πρόσβαση για πραγματική καταμέτρηση, οι παροχές με συχνές αποκοπές και επανασυνδέσεις, καθώς και οι περιπτώσεις όπου καταγράφονται παραβιάσεις ή ενδείξεις ρευματοκλοπής.
Η κατεύθυνση αυτή τέθηκε στην πρόσφατη συνάντηση του ΔΕΔΔΗΕ με τον Ελληνικό Σύνδεσμο Εταιρειών Προμήθειας Ηλεκτρικής Ενέργειας, με τους προμηθευτές να ζητούν το γεωγραφικό πρόγραμμα εγκατάστασης να συμπληρωθεί από μια δεύτερη προτεραιοποίηση, η οποία θα λαμβάνει υπόψη τα λειτουργικά προβλήματα κάθε παροχής. Η πρόταση δεν ανατρέπει τον γενικό σχεδιασμό του Διαχειριστή, επιχειρεί όμως να κατευθύνει μέρος των νέων εγκαταστάσεων εκεί όπου η τηλεμέτρηση μπορεί να δώσει άμεση λύση.
Οι στόχοι έως το 2030
Ο σχεδιασμός του ΔΕΔΔΗΕ προβλέπει την πλήρη αντικατάσταση των συμβατικών μετρητών έως το τέλος του 2030, όταν και το σύνολο των περίπου 7,7 εκατ. παροχών της χώρας θα πρέπει να έχει περάσει σε καθεστώς τηλεμέτρησης.
Μέχρι στιγμής οι νέες εγκαταστάσεις του 2026 υπολογίζονται σε περίπου 330.000. Με την επίτευξη του ετήσιου στόχου, το σύνολο των έξυπνων μετρητών αναμένεται να φτάσει τα 2,4 εκατ. στο τέλος της χρονιάς, καλύπτοντας περίπου το 66% της καταναλισκόμενης ηλεκτρικής ενέργειας.
Για το 2027 ο στόχος τοποθετείται στα 3,71 εκατ. μετρητές και στο 74% της κατανάλωσης, για το 2028 στα 5,04 εκατ. και στο 82%, ενώ το 2029 προβλέπονται 5,94 εκατ. μετρητές και κάλυψη 91%. Η πλήρης ανάπτυξη προγραμματίζεται για το 2030, με 7,7 εκατ. εγκατεστημένους έξυπνους μετρητές.
Οι νέες συσκευές εντάσσονται απευθείας στο σύστημα τηλεμέτρησης. Περισσότερο σύνθετη είναι η ενσωμάτωση παλαιότερων έξυπνων μετρητών, η οποία προχωρά σταδιακά ώστε να εντοπίζονται τεχνικά προβλήματα. Ειδική κατηγορία αποτελούν περίπου 300.000 μετρητές προηγούμενων προδιαγραφών, οι οποίοι δεν υποστηρίζουν 15λεπτη καταμέτρηση και εξετάζεται είτε να αναβαθμιστούν με πρόσθετο εξοπλισμό είτε να αντικατασταθούν.
Προτεραιότητα στις προβληματικές παροχές
Σύμφωνα με πληροφορίες οι προμηθευτές ζητούν να προηγούνται οι παροχές όπου η εγκατάσταση έξυπνου μετρητή μπορεί να περιορίσει άμεσα το λειτουργικό κόστος και τις στρεβλώσεις της αγοράς.
Στις περιπτώσεις συχνών αποκοπών και επανασυνδέσεων, η τηλεμέτρηση επιτρέπει την απομακρυσμένη εκτέλεση των εντολών, χωρίς κάθε φορά να απαιτείται μετάβαση συνεργείου. Αντίστοιχα, στις παροχές όπου υπάρχουν ενδείξεις ρευματοκλοπής ή παραβίασης του εξοπλισμού, τα συχνότερα δεδομένα μπορούν να διευκολύνουν τον ταχύτερο εντοπισμό ασυνήθιστων μεταβολών στην κατανάλωση.
Η εγκατάσταση έξυπνων μετρητών δεν εξαλείφει από μόνη της τις ρευματοκλοπές, δημιουργεί όμως πιο αποτελεσματικό πλαίσιο παρακολούθησης και παρέμβασης. Παράλληλα, περιορίζει την ανάγκη για επανειλημμένες επισκέψεις συνεργείων και μειώνει τον χρόνο που απαιτείται για την εκτέλεση εντολών.
Η προτεραιοποίηση δεν έχει ακόμη αποτυπωθεί ως ξεχωριστή ρυθμιστική υποχρέωση, μπορεί όμως να ενταχθεί επιχειρησιακά στο rollout χωρίς να αλλάξει τους συνολικούς στόχους του έργου.
Η εκκρεμότητα των χρονίως ακαταμέτρητων
Ιδιαίτερη κατηγορία αποτελούν οι λεγόμενες χρονίως ακαταμέτρητες παροχές, δηλαδή οι μετρητές στους οποίους δεν έχει ληφθεί πραγματική ένδειξη για μεγάλο χρονικό διάστημα, συνήθως επειδή βρίσκονται σε μη προσβάσιμους χώρους.
Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο ύποπτες ή παραβατικές περιπτώσεις. Συχνά πρόκειται για κλειστά ακίνητα ή διαμερίσματα που δεν χρησιμοποιούνται, ενώ η παροχή παραμένει ενεργή και δεν υπάρχει διαθέσιμος ιδιοκτήτης ή χρήστης για να επιτρέψει την πρόσβαση.
Όσο δεν υπάρχει πραγματική καταμέτρηση, η τιμολόγηση βασίζεται σε εκτιμήσεις. Αυτό δημιουργεί σωρευτικές αποκλίσεις, οι οποίες εμφανίζονται όταν τελικά ληφθεί πραγματική ένδειξη ή ολοκληρωθεί η οριστική εκκαθάριση.
Σύμφωνα με τη διαδικασία που παρουσίασε ο Διαχειριστής, όταν περάσει περίπου ένας χρόνος χωρίς πραγματική μέτρηση, πραγματοποιείται νέα προσπάθεια πρόσβασης από συνεργείο και αφήνεται σχετική ειδοποίηση. Εάν δεν υπάρξει ανταπόκριση, μπορεί να γίνει εκτίμηση της κατανάλωσης βάσει ιστορικών στοιχείων και, εφόσον η παροχή παραμένει ανεξέλεγκτη, να εξεταστεί η αποκοπή.
Η αποκοπή δεν αποτελεί αυτόματη συνέπεια κάθε αδυναμίας καταμέτρησης, αλλά το τελικό στάδιο μιας διαδικασίας επανειλημμένων προσπαθειών. Η εγκατάσταση έξυπνου μετρητή μπορεί να δώσει μόνιμη λύση, καθώς μετά την αρχική πρόσβαση που απαιτείται για την αντικατάσταση, οι μετρήσεις θα λαμβάνονται απομακρυσμένα.
Ημερήσια πιστοποίηση αντί μηνιαίων δελτίων
Σημαντική αλλαγή αφορά και τον τρόπο με τον οποίο τα δεδομένα κατανάλωσης διαβιβάζονται από τον ΔΕΔΔΗΕ στους προμηθευτές. Η αγορά βασίζεται σήμερα κυρίως σε μηνιαία πιστοποιημένα αρχεία, όμως ο Διαχειριστής έχει ήδη ενεργοποιήσει την αποστολή ημερήσιων δεδομένων σε καθεστώς D+5.
Αυτό σημαίνει ότι τα στοιχεία κατανάλωσης μιας ημέρας αποστέλλονται πέντε ημέρες αργότερα, αφού προηγηθεί η επεξεργασία και η πιστοποίησή τους. Προς το παρόν, τα ημερήσια αρχεία λειτουργούν παράλληλα με τα μηνιαία, καθώς σε προηγούμενη απόπειρα εφαρμογής είχαν εντοπιστεί αστοχίες και αποκλίσεις.
Οι προμηθευτές καλούνται να συγκρίνουν τα δύο σύνολα δεδομένων και να αποστείλουν παρατηρήσεις, ώστε να γίνουν οι απαραίτητες διορθώσεις. Ο τελικός στόχος είναι η κατάργηση των μηνιαίων δελτίων και η πλήρης μετάβαση στα ημερήσια πιστοποιημένα στοιχεία.
Η αλλαγή θεωρείται κρίσιμη για την καλύτερη παρακολούθηση των χαρτοφυλακίων και τον περιορισμό των αποκλίσεων, αλλά και για τη λειτουργία των δυναμικών τιμολογίων, τα οποία απαιτούν συχνότερη και ακριβέστερη αποτύπωση της κατανάλωσης.
Οι ενδείξεις που δηλώνουν οι καταναλωτές
Στο ίδιο πλαίσιο εξετάζεται η κοινή αξιοποίηση των ενδείξεων που δηλώνουν οι ίδιοι οι καταναλωτές μέσω των εφαρμογών των προμηθευτών.
Σήμερα ο προμηθευτής μπορεί να χρησιμοποιήσει μια αυτοδηλωμένη ένδειξη για την έκδοση λογαριασμού, όμως η μέτρηση αυτή δεν περνά αυτομάτως στα πληροφοριακά συστήματα του ΔΕΔΔΗΕ. Έτσι, η ίδια παροχή μπορεί να εμφανίζεται ως πραγματικά καταμετρημένη στον προμηθευτή και ως ακαταμέτρητη στον Διαχειριστή.
Η λύση που εξετάζεται προβλέπει τη διαβίβαση των ενδείξεων στον ΔΕΔΔΗΕ, ώστε να περνούν από βασικούς ελέγχους αξιοπιστίας. Εφόσον η νέα μέτρηση είναι συμβατή με την προηγούμενη και η διαφορά κατανάλωσης κινείται σε εύλογα επίπεδα, θα μπορεί να αναγνωρίζεται ως πραγματική και από τις δύο πλευρές.
Προς λύση η πρόσβαση στις υπηρεσίες της ΑΑΔΕ
Σε τροχιά διευθέτησης εισέρχεται και η εκκρεμότητα με την πρόσβαση των προμηθευτών στις διαδικτυακές υπηρεσίες της ΑΑΔΕ μέσω του Κέντρου Διαλειτουργικότητας της ΓΓΠΣ και Ψηφιακής Διακυβέρνησης.
Στόχος είναι οι εταιρείες προμήθειας να μπορούν να ταυτοποιούν τα στοιχεία του πελάτη πριν αποστείλουν στον ΔΕΔΔΗΕ το αίτημα εκπροσώπησης. Ο Διαχειριστής διαθέτει ήδη πρόσβαση στη σχετική υπηρεσία και, όταν εντοπίζει αναντιστοιχία στα στοιχεία, επιστρέφει το αίτημα στον προμηθευτή για επανέλεγχο.
Η διαδικασία λειτουργεί ως φίλτρο απέναντι σε λανθασμένα ή ύποπτα αιτήματα, αλλά ο έλεγχος πραγματοποιείται αφού έχει συναφθεί η σύμβαση και το αίτημα έχει φτάσει στον ΔΕΔΔΗΕ. Αυτό προκαλεί επιστροφές φακέλων, καθυστερήσεις και πρόσθετο διοικητικό φόρτο.
Η επιδίωξη είναι η ταυτοποίηση να γίνεται εξαρχής από τον προμηθευτή, κατά τη σύναψη της σύμβασης. Με αυτόν τον τρόπο θα επιβεβαιώνεται ότι το ΑΦΜ και τα στοιχεία του συμβαλλόμενου είναι έγκυρα και ότι δεν χρησιμοποιούνται στοιχεία τρίτου προσώπου για άσχετη παροχή.
Η διασύνδεση θεωρείται σημαντική και για τις λεγόμενες «ορφανές» παροχές, οι οποίες δεν συνδέονται με έγκυρο ή επικαιροποιημένο ΑΦΜ, καθώς και για περιπτώσεις πελατών που μεταφέρονται στην Καθολική Υπηρεσία με ελλιπή ή παλιά στοιχεία.
Οι προμηθευτές μπορούν πλέον να υποβάλουν αυτόνομα αίτημα πρόσβασης, η οποία θα περιορίζεται στα απολύτως απαραίτητα στοιχεία ταυτοποίησης και δεν θα αφορά φορολογικά ή άλλα ευαίσθητα δεδομένα. Εναλλακτικά, η ταυτοποίηση μπορεί να πραγματοποιείται μέσω gov.gr, αλλά στην περίπτωση αυτή απαιτείται ενεργή συγκατάθεση του πελάτη.
Διαβάστε ακόμη
