Η αυξανόμενη εξάρτηση των ευρωπαϊκών νοικοκυριών από τον κλιματισμό μετατρέπεται σε έναν από τους βασικούς παράγοντες που διαμορφώνουν τη θερινή αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Τα νέα στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι η κατανάλωση ενέργειας για ψύξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση σχεδόν διπλασιάστηκε μέσα σε έξι χρόνια, φτάνοντας το 2024 τις 80,4 χιλιάδες terajoules, από 40,5 χιλιάδες terajoules το 2018. Η Ελλάδα βρίσκεται πλέον στην τρίτη θέση της ΕΕ σε συνολική κατανάλωση ενέργειας για ψύξη, πίσω μόνο από την Ιταλία και την Ισπανία, γεγονός που αποτυπώνει τη σταδιακή μετατροπή του κλιματισμού σε βασικό παράγοντα της θερινής ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας.
Η μεταβολή αυτή δεν είναι απλώς στατιστική. Αντανακλά μια νέα πραγματικότητα για τα ευρωπαϊκά ηλεκτρικά συστήματα, καθώς τα παρατεταμένα κύματα καύσωνα αυξάνουν χρόνο με τον χρόνο τις ανάγκες για ψύξη. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην Ελλάδα η ψύξη αντιστοιχεί πλέον στο 7,4% της τελικής ενεργειακής κατανάλωσης των νοικοκυριών, ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από την Ισπανία (2,5%) και την Ιταλία (2,3%), ενώ μόνο η Κύπρος και η Μάλτα εμφανίζουν μεγαλύτερη εξάρτηση από την κατανάλωση ενέργειας για κλιματισμό.
Η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς το νέο κύμα καύσωνα επεκτείνεται στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, αυξάνοντας τα φορτία των ηλεκτρικών συστημάτων και ασκώντας ανοδικές πιέσεις στις χονδρεμπορικές αγορές ηλεκτρικής ενέργειας. Όσο περισσότερα κλιματιστικά τίθενται σε λειτουργία τις ώρες αιχμής, τόσο αυξάνεται η ζήτηση για ηλεκτρισμό, με αποτέλεσμα να ενεργοποιούνται ακριβότερες μονάδες παραγωγής και να ενισχύονται οι πιέσεις στις τιμές.
Ήδη οι τιμές χονδρικής επιβεβαιώνουν αυτή την εικόνα. Στην Ελλάδα, η μέση Τιμή Εκκαθάρισης της Αγοράς (MCP) για τις 9 Ιουλίου διαμορφώνεται στα 120,01 ευρώ ανά μεγαβατώρα, έναντι 117,81 ευρώ/MWh την προηγούμενη ημέρα, σημειώνοντας ημερήσια αύξηση 1,88%. Η ανώτατη τιμή της ημέρας εκτινάσσεται στα 223,18 ευρώ/MWh, από 169,20 ευρώ/MWh, στοιχείο που αποτυπώνει τις έντονες πιέσεις που αναπτύσσονται στις ώρες αιχμής.
Στο μείγμα ηλεκτροπαραγωγής, οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος της ζήτησης, με παραγωγή 88.314 MWh και μερίδιο 44,48%, ενώ ακολουθεί το φυσικό αέριο με 70.145 MWh και 35,33%. Οι εισαγωγές συνεισφέρουν 17.347 MWh (8,74%), τα μεγάλα υδροηλεκτρικά 12.676 MWh (6,38%), ενώ ο λιγνίτης συμμετέχει με 7.919 MWh και ποσοστό 3,99%.
Η ανοδική τάση καταγράφεται και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές αγορές. Η Αυστρία διαμορφώνεται στα 123,04 ευρώ/MWh, το Βέλγιο στα 137,06 ευρώ/MWh, η Γαλλία στα 110,34 ευρώ/MWh, η Γερμανία στα 124,21 ευρώ/MWh και η Ολλανδία στα 130,05 ευρώ/MWh. Στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, η Βουλγαρία κινείται στα 119,92 ευρώ/MWh, η Ρουμανία στα 119,97 ευρώ/MWh, ενώ η Ιταλία, η χώρα με τη μεγαλύτερη κατανάλωση ενέργειας για ψύξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καταγράφει τη υψηλότερη τιμή μεταξύ των μεγάλων αγορών, στα 153,73 ευρώ/MWh.
Πέρα όμως από την αύξηση της ζήτησης, οι υψηλές θερμοκρασίες επηρεάζουν και την ίδια την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Σε περιόδους έντονου καύσωνα, η περιορισμένη δυνατότητα ψύξης θερμικών και πυρηνικών μονάδων μπορεί να μειώσει τη διαθέσιμη ισχύ, όπως συνέβη πρόσφατα στον πυρηνικό σταθμό Paks της Ουγγαρίας, αλλά και σε μονάδες της Γαλλίας. Σε ένα ολοένα πιο διασυνδεδεμένο ευρωπαϊκό σύστημα, οι πιέσεις αυτές μεταφέρονται γρήγορα από αγορά σε αγορά, ενισχύοντας τη μεταβλητότητα των τιμών και αυξάνοντας τη σημασία της επάρκειας ισχύος και της ανθεκτικότητας των δικτύων κατά τους θερινούς μήνες.
Διαβάστε ακόμη
